Appeal dismissed for vagueness; specific substantive law and error must be cited per Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the 450/2003 appellate decision regarding property ownership. The appellants argued that the lower court violated substantive law by allowing a transfer of the disputed land to the Greek State after the lawsuit was filed. The court rejected this claim because the appeal petition failed to identify the specific substantive law provision violated or the precise legal error made by the appellate court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 559(1)(a), 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal petition alleging violation of substantive law must explicitly cite the specific substantive provision violated and the precise legal error, otherwise the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1188 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1188/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γαλάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.) (Ν.Π.Δ.Δ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Τσαμούρη και 2. του προσθέτως παρεμβαίνοντος Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1981 αγωγή (αναγνωριστική κυριότητας) , με την από 4-3-1982 πρόσθετη παρέμβαση των ήδη αναιρεσειόντων και την από 25-1-1982 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 567/1983 προδικαστική, 59/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/1996, 415/2002 προδικαστικές, 450/2003 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-5-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. H πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 118αρ.4, 559 αριθ.1α' και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές ( 559 αριθ.1α') προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναιρέσεως, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (Ολ.
ΑΠ 20/2005). Εξάλλου ο προβλεπόμενος από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αναφέρεται σε παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται όταν αφορά παραβάσεις δικονομικών κανόνων δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η έκταση των 22.800 στρεμμάτων, στη οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αναμεταβιβάσθηκε ήδη, με το Π.
Δ/μα 69/1998, από τον εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο " Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού" (ΕΟΤ) στο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο κατά την πρωτόδικη δίκη είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ αυτού (ΕΟΤ), παραβίασε "τις περί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής διατάξεις, οι οποίες μετά την εγγραφή της ένδικης αγωγής τους περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου απαγόρευαν την αναμεταβίβαση αυτού στο Ελληνικό Δημόσιο".
Έτσι, όμως, όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν η ουσιαστική διάταξη νόμου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε ούτε το νομικό σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των "Περί ερημοδικίας διατάξεων του ΚΠολΔ" και των άρθρων 279 και 531 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σε σχέση με την ερημοδικία του αναιρεσείοντος Ε.Ο.Τ., ως εφεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν κανόνες δικονομικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από το άνω άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 450/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για τον ΕΟΤ και σε τριακόσια (300) ευρώ για το Ελληνικό Δημόσιο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ