Legislator Case Law & Legislation
1188/2007 AI generated

1188/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1188/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή και την από 9-1-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4228/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8255/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1188/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος- παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του δικονομικού εγγυητή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1188 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1188/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : εταιρίας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Φώσκολο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης : Δημοσίας επιχειρήσεως με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χαρίκλεια Τζέλλη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-12-2001 αγωγή και την από 9-1-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 4228/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 8255/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Μαρτίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚπολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγον αναιρέσεως, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτούς.

Εξάλλου, εκ του συνδυασμού των άρθρων 69 § 1 περ. ε΄, 88 και 283 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η άσκηση παρεμπιπτούσης αγωγής εκ μέρους του δια της κυρίας αγωγής εναγομένου εναντίον του απλού ομοδίκου του, δικονομικού εγγυητή του , πρέπει, όμως, για να είναι νόμιμη, μεταξύ του εναγομένου - παρεμπιπτόντως ενάγοντος και του δικονομικού του εγγυητή - παρεμπιπτόντως εναγομένου να υπάρχει, δυνάμει του νόμου ή συμβάσεως, έννομη σχέση, η οποία σε περίπτωση ήττας του εναγομένου στην κυρία δίκη - παρεμπιπτόντως ενάγοντος, του παρέχει δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου δικονομικού εγγυητή.

Απαιτείται δηλαδή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, η μία ως επίδικη στην εκκρεμή δίκη και η άλλη που στηρίζει την παρεμπίπτουσα αγωγή και εξαρτάται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι μόνο αν ο εναγόμενος- παρεμπιπτόντως ενάγων ηττηθεί ως προς αυτή αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεως κατά του δικονομικού εγγυητή.

Έτσι δεν μπορεί να ασκηθεί παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίον του απλού ομοδίκου, αλλ΄ ούτε και εναντίον εκείνου που δεν ενέχεται σε αποζημίωση σε περίπτωση ήττας του παρεμπιπτόντως ενάγοντος, αλλά είναι ο κύριος υπόχρεος και έπρεπε να ασκηθεί αγωγή απευθείας εναντίον του. Στην προκειμένη περίπτωση η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "NATIONAL UNION FIRE INSURANCE CO.

OF PITSBURGH PA", που δεν είναι διάδικος στην έκκλητη δίκη, ισχυρίσθη με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απευθυνθείσα από 4-2-2001 αγωγή της ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTER WOOD ΑΕ", που εδρεύει στον Πειραιά, αγόρασε από την κυπριακή εταιρεία με την επωνυμία "SLOWWOOD LIMITED", διαμέσου του υποκαταστήματος στο SOPRON της Τσεχίας, φύλλα μελαμίνης.

Ότι με την αγοράστρια εταιρεία είχε συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως εναντίον όλων των κινδύνων από τη διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά της ξυλείας από την Τσεχία στην Ελλάδα. Ότι στην ασφαλισμένη της αγοράστρια και παραλήπτρια της ξυλείας εταιρεία κατέβαλε ως ασφαλιστική αποζημίωση 15.611,96 ευρώ, λόγω της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και έτσι υποκατεστάθη στα δικαιώματα εκείνης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι διάδικοι της παρούσης δίκης να της καταβάλλουν το ανωτέρω ποσόν εις ολόκληρον, ως ενεχόμενοι η μεν αναιρεσείουσα ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, ο δε αναιρεσίβλητος οργανισμός ως σιδηρόδρομος προορισμού, που υπεισήλθε στη μεταφορά με την παραλαβή των εμπορευμάτων στα ελληνικά σύνορα για να τα μεταφέρει στην Αγχίαλο της Μακεδονίας.

Στην ανοιγείσα με την ανωτέρω αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας δίκη η ήδη αναιρεσείουσα, εναγομένη και ομόδικος του αναιρεσιβλήτου σιδηροδρομικού οργανισμού, με την από 9-1-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή της, την οποία στρέφει εναντίον του αναιρεσιβλήτου, αφού παραθέτει αυτούσιο το κείμενο της ασφαλιστικής εταιρείας, εκθέτει ότι θα αρνηθεί την αγωγή της τελευταίας και επικουρικώς ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα είναι παραλήπτρια των εμπορευμάτων και ως εκ τούτου έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του δια της αγωγής της αυτής εναγομένου σιδηροδρομικού οργανισμού, ζητεί δε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει κάθε ποσό, που υποχρεούτο να καταβάλει αυτή στην κυρίως ενάγουσα για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.

Άλλη βάση η αγωγή αυτή δεν διαλαμβάνει, το δε επικουρικό της αίτημα "άλλως να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό των 15611,96 ευρώ" αποτελεί αίτημα καταψηφίσεως ελάσσονος ποσού και δεν στηρίζεται σε ιδία βάση. Με αυτό το περιεχόμενο η παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως είναι, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν, μη νόμιμη, διότι η αναιρεσείουσα - εναγόμενη - παρεμπιπτόντως ενάγουσα ευθύνεται έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, ως παραγγελιοδόχος μεταφοράς, κατά τα άρθρα 95 και 96 του ΕμπΝ και 14 του ν.2496/1997, και το τυχόν επικαλούμενο δικαίωμά της προς αποζημίωσή της, ως παραληπτρίας των εμπορευμάτων, δεν γεννάται από την ήττα της έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας, αλλά υφίσταται αυτοτελώς.

Αν δηλαδή η αναιρεσείουσα εταιρεία, ως παραλήπτρια των βλαβέντων εμπορευμάτων, έχει έναντι του αναιρεσιβλήτου σιδηροδρόμου δικαίωμα αποζημιώσεως, κατ' αποκλεισμό της αγοράστριας εταιρείας, μπορεί να ασκήσει αυτό εναντίον του, ως αρχικώς εναγομένου, ανεξαρτήτως της ήττας της στην κυρία δίκη, από την οποία δεν εξαρτάται το δικαίωμά της αυτό, η έλλειψη δε εξαρτήσεως καθιστά την παρεμπίπτουσα αγωγή μη νόμιμη.

Πέραν αυτού η έλλειψη δικαιώματος αποζημιώσεως της αγοράστριας εταιρείας και συνακολούθως της ασφαλιστικής εταιρείας, που αποτελεί τη βάση της παρεμπιπτούσης αγωγής, συνεπαγομένη την απόρριψη της κυρίας αγωγής, αποκλείει την περίπτωση ήττας της αναιρεσειούσης στη δίκη εκείνη, αίρει δηλαδή το νομικό λόγο της παρεμπιπτούσης αγωγής.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την πληττομένη απόφασή του, έκρινε ομοίως δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Κατ' ακολουθίαν, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ, πρώτος, κατά το οικείο μέρος του, λόγος της αιτήσεως.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.9 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επεδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πλητομμένη απόφαση ότι άφησε αδίκαστο το ανωτέρω επικουρικό αίτημά της.To αίτημα τούτο όμως δεν εστηρίζετο, κατά τα ειρημένα, σε αυτοτελή βάση, αφού η αναιρεσείουσα δεν διέλαβε στην αγωγή της ιδία ιστορική αιτία και επομένως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ 9 ΚπολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η έλλειψη νόμιμης βάσεως προϋποθέτει ότι το δικαστήριο διέγνωσε κατ' ουσίαν ένδικο ουσιαστικό ισχυρισμό.

Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση, ως στερουμένη νομίμου βάσεως. Κατ΄ ακολουθίαν, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το οικείο μέρος του και τρίτος λόγοι της αιτήσεως, αφού το Εφετείο δεν διέγνωσε κατ΄ ουσίαν την αγωγή της αναιρεσειούσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8.3.2005 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 8255/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ