Supreme Court dismisses appeal on procedural ground that failure to forward documents to prosecutor is not a substantive error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final first-instance judgment regarding a lease dispute. The appellants argued the lower court erred by refusing to forward case documents to the prosecutor for potential investigation into crimes like perjury. The court ruled that this procedural omission does not constitute a substantive error affecting the judgment's validity. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 39(1) of the Criminal Procedure Code; Article 559(1) of the Civil Procedure Code: The failure of a court to forward documents to the prosecutor regarding potential crimes does not constitute a substantive error under Article 559(1) of the Civil Procedure Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1187 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1187/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Μ., κατοίκου ... και 2) Σ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ράπτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΦΑΝΟΒΑΦΕΙΟ ΙΚΕ", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κυριαζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραμιζάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της ήδη αποβιωσάσης Σ. Κ. του Β., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4461/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 732/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 23-6-2021 (αρ. κατ. 545/56/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 732/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθμ. 732/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναιρεσείοντες και η ήδη αποβιώσασα μητέρα τους Σ. Κ. άσκησαν την από 6-10-2016 (αρ. κατ. 7923/4122/2016) αγωγή, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι δυνάμει του από 1-11-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, εκμίσθωσαν στην πρώτη εναγομένη το περιγραφόμενο ακίνητο, για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως συνεργείο φανοποιίας, επισκευής και βαφής αυτοκινήτων, αντί συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος 975 ευρώ, την ορθή δε τήρηση των όρων της μισθώσεως, την καταβολή του μισθώματος, καθώς και κάθε παρεπομένη παροχή που συναρτάται με αυτό, εγγυήθηκε, ως αυτοφειλέτης, ο δεύτερος εναγόμενος.
Ότι, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, η μισθώτρια κατέβαλε, ως εγγύηση, το ποσό των 1.950 ευρώ, για την ακριβή τήρηση των όρων της. Ότι το Σεπτέμβριο του 2015, με απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Πειραιώς, η επιχείρηση που λειτουργούσε στο μίσθιο σφραγίστηκε λόγω των πολεοδομικών παραβάσεων, τις οποίες είχαν ενεργήσει αμφότεροι οι εναγόμενοι, ενώ, τον Απρίλιο του 2016, σφραγίστηκε εκ νέου, από τη Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Πειραιώς, λόγω μη τήρησης των όρων του καταλόγου των εφαρμοζομένων προτύπων περιβαλλοντικών δεσμεύσεων.
Ότι η πρώτη εναγομένη, με την από 30-5-2016 εξώδικη καταγγελία της, που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς την επομένη ημέρα, κατήγγειλε τη μίσθωση, η λύση της οποίας θα επερχόταν τρεις μήνες αργότερα, καλώντας τους παράλληλα να παραλάβουν τα κλειδιά του μισθίου στις 31-8-2016. Ότι οι ίδιοι, λόγω της σφράγισης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, δεν κατέστη δυνατόν να παραλάβουν το μίσθιο κατά τη λήξη της μισθώσεως (31-8-2016).
Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι έχουν υποχρέωση να τους καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον: α) το ποσό των 975 ευρώ, για το οφειλόμενο, μέχρι, την λόγω της πρόωρης καταγγελίας, λήξη της μισθώσεως, μίσθωμα του Αυγούστου 2016, β) το ίδιο ποσό των 975 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω της πρόωρης λύσης της μισθώσεως, γ) το ποσό των 1.950 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσεως, για τους (μέχρι την άσκηση της αγωγής) μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 2016, λόγω της, μέχρι τότε, μη προσήκουσας παράδοσης του μισθίου και δ) το ποσό των 5.850 ευρώ, για διαφυγόντα μισθώματα ενός εξαμήνου, που θα μεσολαβούσε μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, το οποίο, αν μπορούσαν να παραλάβουν το μίσθιο και να το εκμισθώσουν, μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη των πραγμάτων πορεία θα ελάμβαναν, από την εκμίσθωσή του προς τρίτους.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 4461/2017 απόφασή του, απέρριψε ως αόριστο το ανωτέρω, υπό στοιχείο δ' κονδύλιο και, αφού έκρινε ότι η γενομένη την 31-5-2016, από την πρώτη εναγομένη, καταγγελία, είναι μη νόμιμη και δεν επέφερε τη λύση της μισθώσεως, απέρριψε ως αβάσιμα τα υπό στοιχεία β' και γ' κονδύλια, μετ' απόρριψη δε της προταθείσας από την πρώτη εναγομένη ενστάσεως συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, από την καταβληθείσα εκ μέρους της εγγυοδοσία, ποσού 1.950 ευρώ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς το υπό στοιχ.
α' κονδύλιο. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς: Α. Η πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, την από 20-12-2017 έφεσή της κατά των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων και της Σ. Κ., με την οποία επικαλέστηκε ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο 1) δέχτηκε ότι η γενομένη από αυτήν, την 31-5-2016, καταγγελία είναι μη νόμιμη και δεν επιφέρει τη λύση της μισθώσεως και 2) απέρριψε την προταθείσα από την ίδια ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, από την καταβληθείσα εκ μέρους της εγγυοδοσία και Β.
Οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσείοντες, την από 7-5-2018 αντέφεσή τους, στρεφόμενη κατ' αμφοτέρων των εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία επικαλέστηκαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθώς μεν έκρινε ότι η 31-5-2016 καταγγελία της μισθώτριας είναι μη νόμιμη και δεν επιφέρει τη λύση της μισθώσεως, πλην όμως, εσφαλμένα απέρριψε τα κονδύλια αποζημίωσης χρήσης, των μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2016, και διαφυγόντων μισθωμάτων, χρονικού διαστήματος από Νοέμβριο του 2016 έως και Απρίλιο του 2017, τα οποία, αφού έκρινε ότι η μίσθωση είναι ενεργής, όφειλε να επιδικάσει, αυτεπαγγέλτως, ως οφειλόμενα μισθώματα.
Επί της εφέσεως και της αντεφέσεως, μετά από συνεκδίκασή τους, εκδόθηκε η ήδη προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 732/2019 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς απέρριψε ως μη νόμιμο το μοναδικό λόγο της αντεφέσεως, καθώς και την αντέφεση, δεχθέν, επί λέξει, ότι ο μοναδικός λόγος της αντεφέσεως "...ελέγχεται ως μη νόμιμος.
Συγκεκριμένα, οι αντεκκαλούντες διατείνονται ότι εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι δια της καταγγελίας μεταμέλειας της πρώτης εναγομένης δεν λύθηκε η ένδικη μίσθωση στις 31-8-2016, κρίση μάλιστα για την οποία δεν της αποδίδει οποιαδήποτε πλημμέλεια, θα έπρεπε να τους επιδικάσει το αιτηθέν ποσό της αποζημίωσης χρήσης, για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2016, και εκείνο περί διαφυγόντων κερδών, για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2016 έως και τον Απρίλιο του έτους 2017, ως μισθώματα των αντίστοιχων χρονικών περιόδων.
Αυτό, όμως, δεν θα ήταν επιτρεπτό αφού αποτελεί περιεχόμενο διαφορετικών αξιώσεων, στηριζόμενων επί διάφορης ιστορικής βάσης από εκείνην της αγωγής, καθώς η αποζημίωση χρήσεως και το διαφυγόν κέρδος προϋποθέτουν λύση της μίσθωσης, ενώ το μίσθωμα ενεργή μίσθωση". Στη συνέχεια δε, δικάζοντας επί της εφέσεως της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, 1) έκρινε ότι η επίμαχη ως άνω καταγγελία της μισθώσεως είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της μετά τρίμηνο, ήτοι την 31-8-2016 και 2) δέχτηκε ως βάσιμη την προταθείσα από την πρώτη εναγομένη - εκκαλούσα, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησής της, από την καταβληθείσα εκ μέρους της εγγυοδοσία, ποσού 1.950 ευρώ και συμψήφισε αυτήν με την, ύψους 975 ευρώ, αξίωση των ήδη αναιρεσειόντων, για το οφειλόμενο μίσθωμα του μηνός Αυγούστου 2016, κατόπιν τούτου δε έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, δικάζοντας επί της ουσίας την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτήν, ως προς την εκκαλούσα- πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως τα δε τα αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της.
Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον μισθωτή κάθε μισθώσεως, που υπάγεται στις διατάξεις του παραπάνω π.δ., το δικαίωμα να την καταγγείλει (καταγγελία μεταμέλειας), με τους όρους που προβλέπονται σε αυτό.
Για το κύρος της καταγγελίας αρκεί η έγγραφη δήλωση του μισθωτή ότι καταγγέλλει τη μίσθωση, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή κάποιου λόγου, που να δικαιολογεί τη μεταμέλειά του. Ακολούθησε ο ν. 4242/2014, ο οποίος ισχύει για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά την 28-2-2014. Κατά το άρθρο δε 13 παρ 1.
του ως άνω ν. 4242/2014: "Οι μισθώσεις, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 34/1995 και συνάπτονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, διέπονται από τους συμβατικούς όρους τους, τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ. 34/1995, με την εξαίρεση των άρθρων 5-6, 16-18, 20- 26, 27 παρ. 2, 28-40, 43, 46 και 47 αυτού. Οι μισθώσεις του ανωτέρω εδαφίου ισχύουν για τρία (3) έτη, ακόμη και αν έχουν συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο και μπορεί να λυθούν με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα έννομα αποτελέσματά της επέρχονται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίηση της". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι το άρθρο 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), δεν έχει εφαρμογή στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014 (Α.Π.357/2017), από τις διατάξεις του οποίου δεν προκύπτει ότι παρέχεται στο μισθωτή δυνατότητα καταγγελίας της μισθώσεως οποτεδήποτε και μάλιστα εντελώς αζημίως πλέον γι' αυτόν, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αλλά και της νόμιμης τριετούς διάρκειας της μισθώσεως, η οποία δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, ενώ δεν είναι δυνατή η παραίτηση των εκμισθωτών από τη δέσμευση της τριετούς διάρκειας, σύμφωνα με το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995, το οποίο εφαρμόζεται και στις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014.
Προφανώς, η προβλεπόμενη στο νόμο τρίμηνη προθεσμία εφαρμόζεται στην περίπτωση που, μετά την λήξη της τριετίας και την παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο, η μίσθωση καθίσταται αορίστου χρόνου κατ' άρθρο 611 Α.Κ. (Α.Π. 971/2022). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, ως "αίτηση που αφέθηκε αδίκαστη" νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή αίτημα ή βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής ή ενδίκου μέσου (Α.Π. 1699/2022, Α.Π. 1669/2022, Α.Π. 348/2022, Α.Π. 619/2021). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το φερόμενο ως αδίκαστο αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή αλυσιτελές ή μη νόμιμο (Α.Π. 1019/2022, Α.Π. 348/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 1299/2021).
Από τις διατάξεις δε των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή βασίμου λόγου εφέσεως, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της από αυτό κατ' ουσίαν, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς (Α.Π. 580/2022, Α.Π. 474/2022, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 714/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 9 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, παρότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, έκρινε, αυτεπαγγέλτως, ότι η καταγγελία επέφερε τη λύση της ένδικης μίσθωσης, δεν εξέτασε, αυτεπαγγέλτως, ως όφειλε, τα αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν είχαν ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λόγω της κρίσης του ότι η μίσθωση δεν είχε λυθεί και, ειδικότερα:
α) το αίτημα επιδίκασης, ως αποζημίωσης, λόγω της πρόωρης καταγγελίας, ενός μισθώματος, ποσού 975 ευρώ και β) το αίτημα επιδίκασης 1.950 ευρώ, ως αποζημίωση χρήσης μηνών Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 2016. Από την επισκόπηση όμως των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ένδικη μίσθωση καταρτίστηκε στις 1-11-2014, δηλαδή μετά το ν. 4242/2014, που, κατά τα προαναφερθέντα, ισχύει για τις μισθώσεις που συνάπτονται μετά την 28-2-2014 και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή, στην υπό κρίση υπόθεση, η διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν.3853/2010 (ΦΕΚ Α 90/17.6.2010), που παρείχε στον μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας).
Το Εφετείο, δηλαδή, εσφαλμένα μεν έκρινε ότι με τη γενομένη την 30-5-2016 εξώδικη καταγγελία της εναγομένης μισθώτριας, ήδη αναιρεσίβλητης, επήλθε η λύση της ένδικης, από 1-11-2014, μισθώσεως (σφάλμα ως προς το οποίο δεν ερευνάται η προσβαλλομένη απόφαση, αφού δεν προσβάλλεται με λόγο αναιρέσεως), ορθώς, όμως, κατ' αποτέλεσμα (άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ.), δεν ερεύνησε τα ανωτέρω αιτήματα, αφού αυτά έχουν ως βάση τη λύση της μισθώσεως, και όχι ενεργή μίσθωση.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού.
Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την επελθούσα διάπλαση ή διάγνωση. Πρέπει, δηλαδή, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, να προκαλείται αδυναμία εκτέλεσης της αποφάσεως ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 696/2021, Α.Π. 662/2021, Α.Π. 158/2019).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας παραδεκτά, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 β' του Κ.Πολ.Δ., προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ΑΠ 38/2020). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο συνεκδίκασε την έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και την αντέφεση αυτών και απέρριψε την αντέφεσή τους με την αιτιολογία ότι: "....οι αντεκκαλούντες διατείνονται ότι εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι δια της καταγγελίας μεταμέλειας της πρώτης εναγομένης δεν λύθηκε η ένδικη μίσθωση στις 31-8-2016, κρίση μάλιστα για την οποία δεν της αποδίδει οποιαδήποτε πλημμέλεια, θα έπρεπε να τους επιδικάσει το αιτηθέν ποσό της αποζημίωσης χρήσης, για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2016, και εκείνο περί διαφυγόντων κερδών, για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2016 έως και τον Απρίλιο του έτους 2017, ως μισθώματα των αντίστοιχων χρονικών περιόδων.
Αυτό, όμως, δεν θα ήταν επιτρεπτό αφού αποτελεί περιεχόμενο διαφορετικών αξιώσεων, στηριζόμενων επί διάφορης ιστορικής βάσης από εκείνην της αγωγής, καθώς η αποζημίωση χρήσεως και το διαφυγόν κέρδος προϋποθέτουν λύση της μίσθωσης, ενώ το μίσθωμα ενεργή μίσθωση....", στη συνέχεια όμως δέχθηκε την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης, με την αιτιολογία ότι: "...η καταγγελία επέφερε πράγματι τα αποτελέσματα της μετά τρίμηνο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καταλήγοντας στην κρίση ότι η καταγγελία ήταν μη νόμιμη και ως εκ τούτου δεν επέφερε τη λύση της μίσθωσης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 13 § 1 εδ. α' του Ν. 4242/2014...", περιέχει αντιφατικές διατάξεις, αφού δέχεται, αφενός μεν ότι δεν είναι δυνατόν να επιδικασθούν τα αιτηθέντα ως αποζημίωση χρήσης και διαφυγόντα κέρδη κονδύλια, λόγω της μη λύσεως της επιδίκου μισθώσεως, αφετέρου δε ότι έχει επέλθει η λύση της μισθώσεως και πρέπει γίνει δεκτή η έφεση της αντιδίκου εταιρείας.
Ο λόγος όμως αυτός, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, απαράδεκτος, καθόσον, η πλημμέλεια που αποδίδεται, αναφέρεται σε αντίφαση στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, και όχι μεταξύ διατάξεων του διατακτικού της, με τις διατάξεις δε αυτής, περί απορρίψεως της αντεφέσεως και αποδοχής της εφέσεως, δεν δημιουργείται αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα, ούτε καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 717/2022, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση ή αντέσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012).
Επομένως, "πράγματα" κατά την έννοια αυτή, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.Α.Π 22/2005, Α.Π. 717/2022, Α.Π. 348/2022, Α.Π. 1472/2021, Α.Π. 794/2021). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους (άρθρο 520 Κ.Πολ.Δ.).
Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του Κ.Πολ.Δ. γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα, συνεπώς, της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών, που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο, στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα, δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα, που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 261/2012).
Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 του Κ.Πολ.Δ., αποτελέσματος της ασκηθείσας εφέσεως, με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπ' όψη λόγου εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, της λήψεως ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε (ΑΠ 75/2022, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, παρότι έκρινε ότι με την από 30-5-2016 εξώδικη καταγγελία της εναγομένης μισθώτριας, ήδη αναιρεσίβλητης, επήλθε η λύση της ένδικης μισθώσεως, δεν ερεύνησε, ως όφειλε, τα αιτηθέντα με την αγωγή τους κονδύλια της αποζημίωσης χρήσης και των διαφυγόντων εισοδημάτων, τη μη επιδίκαση των οποίων είχαν προσβάλλει με την αντέφεσή τους.
Πλην όμως, με το μοναδικό λόγο της αντεφέσεως των ήδη αναιρεσειόντων, όπως το περιεχόμενο αυτού προαναφέρθηκε, οι τελευταίοι, αποδεχόμενοι την ορθότητα της εκκληθείσας αποφάσεως ως προς την κρίση της ότι δεν λύθηκε η ένδικη σύμβαση μισθώσεως, ζήτησαν να επιδικασθούν τα αιτηθέντα με την αγωγή ποσά, όχι ως αποζημίωση χρήσεως και διαφυγόντα εισοδήματα, όπως ήταν η βάση της αγωγής τους, αλλά ως οφειλόμενα, με βάση ενεργή σύμβαση, μισθώματα.
Συνεπώς, το Εφετείο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται, κατά τα ανωτέρω, από τον ως άνω μοναδικό λόγο της αντεφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σ' αυτόν, δεν μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τα εν λόγω αγωγικά αιτήματα, απορριπτομένου ως αβασίμου του λόγου αυτού αναιρέσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, Α.Π. 980/2021, Α.Π 756/2021, Α.Π. 501/2021, Α.Π. 123/2021).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021, Α.Π. 258/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απορρίψεως της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. όπως ισχύει μετά το ν.4620/2019 (ΦΕΚ Α 96/11-6-2019), όταν κατά τη διάρκεια πολιτικής ή ποινικής δίκης ανακύπτει γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, ο δικαστής, αν σύμφωνα με το νόμο δεν μπορεί να το δικάσει ο ίδιος αμέσως, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τη διαβιβάσει στον αρμόδιο εισαγγελέα με κάθε πληροφορία και με τα σχετικά έγγραφα.
Η παράβαση, όμως, της ως άνω, οφειλόμενης από το νόμο, ενέργειας, η μη διαβίβαση, δηλαδή, στον αρμόδιο εισαγγελέα προς αξιολόγηση, οποιουδήποτε γεγονότος περιέλθει στην αντίληψη του δικαστή και μπορεί να χαρακτηριστεί έγκλημα διωκόμενο αυτεπαγγέλτως, δεν συνιστά σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων ή κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, ώστε να μπορεί να αποδοθεί, στην απόφαση που εκδόθηκε, πλημμέλεια από τον αριθμό 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση του άρθρου 39 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε το αίτημά τους, που είχε υποβληθεί πρωτοδίκως και επαναφερθεί νομίμως ενώπιόν του, με τις κατατεθείσες προτάσεις τους, να διαβιβασθούν στον αρμόδιο Εισαγγελέα αντίγραφα της δικογραφίας, προκειμένου να προβεί σε κάθε νόμιμη περαιτέρω ενέργεια, σε σχέση με τα καταγγελλόμενα αδικήματα της απόπειρας απάτης στο δικαστήριο και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-6-2021 (αρ. κατ. 545/56/2021) αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 732/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για κάθε διάδικο μέρος, που παραστάθηκε με ξεχωριστό δικηγόρο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ