Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds where appellate court ruled on issues not raised in appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a tort claim for damages and personal arrest. The appellant argued the appellate court erred by failing to examine specific claims for moral damages and arrest, claiming the lower court had ruled on the entire case. The court rejected this, noting the appellant did not raise these specific issues in the appeal, meaning the appellate court was not obligated to address them.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specifically challenge the contested decisions, and the appellate court is not bound to examine issues not raised in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1187 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1187/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Θ., κατοίκου παραλίας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-2-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΧΗΜΑΤΩΝ - ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΩΝ - SERVICE - ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ - ΚΑΥΣΙΜΩΝ - ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΡΜΑ ΑΕ", η οποία εδρεύει στα Νέα Μουδανιά της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουρκουρίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 739/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2019 αίτησή του και με τους από 3-12-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-7-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 3-12-2020 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 739/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την από 12-3-2014 έφεση και τους από 17-2-2017 πρόσθετους λόγους της του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 16/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, που είχε δεχθεί εν μέρει την με αριθμό καταθ. 53/10-3-2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, περί καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, από την αναφερόμενη αδικοπραξία, απέρριψε την ως άνω έφεση και τους πρόσθετους λόγους της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι επιδόθηκαν (οι πρόσθετοι λόγοι) στην αναιρεσίβλητη στις 11-5-2020, ήτοι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα για τη συζήτηση της αναίρεσης και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-2-2021) (βλ.
την υπ' αριθ. Ε6833/11-5-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Λ.). Επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη και η έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας, ως απαράδεκτης.
Ως νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, δηλαδή για βιοτική σχέση προσώπου με άλλο πρόσωπο ή με αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, και η οποία έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, η μη απόδειξη των οποίων συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμης.
Οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και η παραβίασή τους εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 1 του άρθρου 559 και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθμό 14 του ιδίου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ ΑΠ 25/2008, Ολ ΑΠ 18/2005, ΑΠ 40/2018, ΑΠ 2068/2017, ΑΠ 458/2017).
Ποιά πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 59/2019).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη (του άρθρου 914 ΑΚ), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Εξάλλου, από τη διάταξη δε του άρθρου 298 εδ. β' του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτού, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 1015/2010).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 995/2017, ΑΠ 713/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Επίσης, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1046/2019, 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εταιρία έχει ως αντικείμενο την εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, ανταλλακτικών οχημάτων, μηχανημάτων, καυσίμων και λιπαντικών, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί έκθεση αυτοκινήτων, συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, καθώς και πρατήριο υγρών καυσίμων στα ...
… ... Ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, Κ. Α., διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα), Κ. Κ., από τον Οκτώβριο του έτους 2009, οπότε η σύζυγος του τελευταίου αγόρασε από την ενάγουσα ένα καινούργιο αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, του οποίου η ενάγουσα είναι εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος στη … .
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος προμηθευόταν τα καύσιμα του αυτοκινήτου του από το πρατήριο της ενάγουσας. Με αφορμή τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τόσο ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, όσο και ο πρώτος εναγόμενος διαμένουν στην ίδια περιοχή, που αποτελεί μία μικρή κοινωνία, αναπτύχθηκαν μεταξύ τους σχέσεις οικειότητας, χάριν των οποίων πραγματοποιούσαν αρκετές φορές κοινές εξόδους για λόγους αναψυχής.
Για τις σχέσεις οικειότητας κατέθεσαν και οι δύο μάρτυρες των διαδίκων μάλιστα η μάρτυρας και σύζυγος του πρώτου εναγομένου, ... θέλοντας, µη πειστικά, να αντικρούσει την ύπαρξη φιλικής σχέσης μεταξύ αυτής και του συζύγου της και του ζεύγους Α., κατέθεσε ότι, λόγω της γνωριμίας τους, υπήρχε απλώς σχέση οικειότητας αλλά ότι βρίσκονταν στα ίδια μαγαζιά και συγκεκριμένα σε ένα ταβερνάκι, κατά τις εξόδους αναψυχής τους, διότι τελείωναν την εργασία τους την ίδια ώρα.
Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος ήδη από το έτος 2008 ήταν ομόρρυθμο µέλος της εταιρίας "Ε. Κ. & Σία Ο.E. " που είχε ως αντικείμενο την εμπορία ελαιών και την εξαγωγή αυτών στο εξωτερικό. Τον Ιούνιο του 2010, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Κ. Α., γνώρισε, µέσω του πρώτου εναγομένου, στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου που αυτός (πρώτος εναγόμενος) διατηρεί, τον δεύτερο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), Α.Α., µε τον οποίον ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε επαγγελματική σχέση.
Συγκεκριμένα, ο Α.Α. διενεργούσε τις μεταφορές ποσοτήτων ελαιών του Κ. Κ. στο εξωτερικό, καθώς διατηρούσε επιχείρηση διεθνών μεταφορών αλλά και εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων µε την επωνυμία "ALFA GROUP e.k. " µε έδρα τη Γερμανία. Κατά τη συνάντησή τους αυτή, αμφότεροι οι εναγόμενοι παρέστησαν στον Κ. Α., ότι είναι κύριοι του παραπάνω ομίλου επιχειρήσεων µε την επωνυμία "ALFA GROUP e.k." και δραστηριοποιούνται στις διεθνείς μεταφορές και στην εμπορία μεταχειρισμένων αυτοκινήτων.
Μάλιστα, για να πείσουν τον Κ. Α., περί της αλήθειας των λεγομένων τους, του επέδειξαν ασυμπλήρωτο έντυπο φορτωτικής CMR, που έφερε τυπωμένη µόνο την επωνυμία του ως άνω ομίλου, καθώς και το από 6-6-2010 συμπληρωμένο έντυπο φορτωτικής που αποδείκνυε την μεταφορά εκ μέρους της "ALFA GROUP e.k." ποσότητας 23.800 κιλών ελαιών της εταιρίας "K.
Co Olive Exporters", µέλος της οποίας είναι ο πρώτος εναγόμενος, και την παράδοσή τους στην εταιρία "ANSOLΙVE SPRL" στο ….. Περαιτέρω του ανέφεραν, ότι µέσω του ως άνω ομίλου δραστηριοποιούνταν και στις μεταφορές μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, τα οποία θα μπορούσε ο δεύτερος από αυτούς να εξεύρει στη …. και στη συνέχεια να τα προωθήσουν σε τρίτους προς μεταπώληση.
Ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ενόψει και της συνδέουσας αυτόν µε τον πρώτο εναγόμενο σχέσης εμπιστοσύνης, που είχε αναπτυχθεί κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, πείσθηκε από τις ως άνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων, ότι δηλαδή είναι κύριοι του ως άνω ομίλου επιχειρήσεων και ότι δραστηριοποιούνται, μεταξύ άλλων και στον τομέα της αγοράς μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προς μεταπώληση, όπως του παρέστησαν οι τελευταίοι, καθώς και για την πρόθεσή τους να συνεργαστούν και να εξεύρουν για λογαριασμό της ενάγουσας μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, τα οποία θα πωλούσαν στην τελευταία και θα τα μετέφεραν στην Ελλάδα.
Πεισθείς στις παραπάνω διαβεβαιώσεις των εναγομένων, ο Κ. Α., αποφάσισε, λόγω και της οικονομικής συγκυρίας και της πτωτικής τάσης των πωλήσεων καινούργιων αυτοκινήτων, να συνεργαστεί μαζί τους και να παραγγείλει μεταχειρισμένα αυτοκίνητα από τους εναγόμενους, για μεταπώληση. Συγκεκριμένα, την 16-6-2010 συμφώνησε μαζί τους, να εξεύρουν, για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας, που αυτός νόμιμα εκπροσωπούσε, οκτώ μεταχειρισμένα επαγγελματικά Ι.Χ.
αυτοκίνητα, τύπου pick - up 4X4, εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI, μοντέλου L200, µε διπλή καμπίνα και 4 πόρτες, έτους κατασκευής 2006, τεχνολογίας euro 4, εκ των οποίων το ένα µόνο είχε εξωτερικό ελάττωμα και ειδικότερα ένα βαθούλωμα στο πίσω, πλάγιο και αριστερό μέρος της καρότσας. Μάλιστα ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Α., για να τον πείσει, την ίδια ημέρα (16-6-2010) το μεσημέρι, του απέστειλε µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και φωτογραφίες µε τεχνικά χαρακτηριστικά του " ελαττωματικού" αυτοκινήτου, ενώ για τα υπόλοιπα επτά τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχαν κανένα ελάττωμα.
Το τίμημα, το οποίο συμφωνήθηκε, ανερχόταν στο ποσό των 59.500 ευρώ, ενώ επιπλέον για τα έξοδα φόρτωσης και μεταφοράς τους στην Ελλάδα συμφωνήθηκε το ποσό των 14.500 ευρώ. Την ίδια ημέρα (16-6-2010), ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, Κ. Α., μετέβη µε τον μάρτυρα απόδειξης ... στην Άλφα τράπεζα, προκειμένου να κάνει ανάληψη του ποσού των 59.500 ευρώ και να το παραδώσει στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος θα μετέβαινε στην …, για να αγοράσει τα αυτοκίνητα.
Όπως χαρακτηριστικά ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε, βρισκόταν στο γραφείο του Α., όταν η γραμματέας του τελευταίου, του ανέφερε ότι τον ζητά ο Κ. Κ.ς, µε τον οποίον συνομίλησε. Στη συνέχεια ο Α. ζήτησε από τον μάρτυρα να μεταβούν μαζί στην τράπεζα, για να κάνει ανάληψη χρημάτων, ανακοινώνοντας σ' αυτόν (τον μάρτυρα) ότι είχε παραγγείλει οκτώ μεταχειρισμένα αυτοκίνητα από τον Κ..
Ο ίδιος (ο μάρτυρας) περίμενε στο αυτοκίνητο τον Α., ο οποίος επέστρεψε µε το ποσό των 59.500 ευρώ σε πεντακοσάρικα. Στη συνέχεια μετέβησαν στο κατάστημα του Α., όπου εμφανίστηκε ο Κ.ς, στον οποίον ο Α. ενεχείρισε τα χρήματα. Ο ως άνω μάρτυρας, που ήταν αυτόπτης κατά την παράδοση του ποσού των 59.500 ευρώ σε μετρητά στον Κ.
Κ., τον περιέγραψε, ως ψηλό, αδύνατο µε γυαλιά και ότι του τον σύστησε ο Α.. Σε ερώτηση δε της Εισηγήτριας-Δικαστή προς τον εν λόγω μάρτυρα, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αν αναγνωρίζει μέσα στην αίθουσα τον Κ. Κ., ο μάρτυρας τον επέδειξε "ως τον κύριο, που στέκεται στην πόρτα µε την μπλε μπλούζα" (βλ.
κατάθεσή του στη σελίδα 6 των πρακτικών. Ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι, όταν ο Α. ζήτησε απόδειξη του ποσού των 59.500 ευρώ, που ενεχείρισε στον Κ., ο τελευταίος του δικαιολογήθηκε ότι δεν μπορεί να κόψει απόδειξη, διότι δεν γνωρίζει από ποια εταιρία στη … θα εκδοθεί το τιμολόγιο πώλησης, καθησυχάζοντάς τον ότι γνωρίζονται χρόνια και έχουν εμπιστοσύνη μεταξύ τους.
Ο πρώτος εναγόμενος Κ. Κ.ς, μόλις έλαβε το παραπάνω ποσό, είπε ότι θα μετέβαινε στη …, για να καταβάλει το τίμημα στην πωλήτρια εταιρία. Συμφωνήθηκε ακόμη, ότι το ποσό των 14.500 ευρώ θα το εισέπραττε και πάλι ο πρώτος εναγόμενος, μόλις θα παραλαμβάνονταν τα αυτοκίνητα, μαζί με τα σχετικά τιμολόγια αγοράς, φόρτωσης και μεταφοράς από οποιαδήποτε εταιρία του ομίλου των εναγομένων.
Την παραγγελία των οκτώ αυτοκινήτων και την παράδοση των χρημάτων επιβεβαίωσε και η γραμματέας της ενάγουσας εταιρίας, Χ. Ζ., στην από 27-5-2011 ένορκη εξέταση μάρτυρος, ενώπιον της Ειρηνοδίκη ..., που συντάχθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης, για την υπόθεση αυτή και η οποία εκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας, δηλ. την 16-6-2010 και ώρα 20.30 μ.μ., η ίδια, στα γραφεία της ενάγουσας, δακτυλογράφησε το πρακτικό συνεδρίασης του Δ.Σ. της ενάγουσας, στο οποίο είχε αποτυπωθεί η πιο πάνω συμφωνία και στη συνέχεια το απέστειλε με φαξ στα γραφεία της "ALFA GROUP e.k.", αποστολή τριών σελίδων, που επιβεβαιώνεται από το αποδεικτικό αποστολής της με στοιχεία 16-6-2010 και ώρα 21.43 μ.μ.
Στο ανωτέρω πρακτικό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας ανακοίνωσε στα λοιπά μέλη την έναρξη της συνεργασίας με τον πελάτη της εταιρίας Κ. Κ., για την εισαγωγή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από τη …, και ότι αποφασίσθηκε η αγορά οκτώ μεταχειρισμένων επαγγελματικών αυτοκινήτων, μέσω του ομίλου "ALFA GROUP e.k.", που ανήκει κατ' ισομοιρίαν στον πελάτη της εταιρίας Κ.
Κ. και στον Α. Α.. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι με το ως άνω πρακτικό εξουσιοδοτήθηκε μόνο ο πρώτος εναγόμενος, Κ. Κ.ς, λόγω της γνωριμίας, της εμπιστοσύνης και της ολοκλήρωσης της συμφωνίας με αυτόν (όπως αναγράφεται στο πρακτικό), να υπογράψει για λογαριασμό της ενάγουσας κάθε σχετικό έγγραφο, που θα απαιτούνταν στη … για την αγορά και μεταβίβαση σ' αυτήν των αυτοκινήτων.
Επιπλέον, αναφέρεται ρητά το γεγονός της καταβολής του ποσού των 59.500 ευρώ στον πρώτο εναγόμενο. Ακολούθως, το ως άνω τρισέλιδο πρακτικό µε την µε αριθµ. …/2006 πράξη θεώρησης της Δ.Ο.Υ. Νέων Μουδανιών του ειδικού βιβλίου μεταπωλητή μεταχειρισμένων αγαθών της εταιρίας για τις τιμολογήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων χωρίς Φ.Π.Α., στην τρίτη σελίδα του, εστάλη µε φαξ στα γραφεία της "ALFA GROUP e.k." στη Γερμανία, ώστε, όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτό (πρακτικό), "να ολοκληρωθούν οι παραπάνω διαδικασίες και συμφωνίες, από τον ως άνω εξουσιοδοτούµενό µας κ.
Κ. Κ. του Θ.". Την επόµενη ημέρα, δηλαδή την 17-6-2010, ο πρώτος εναγόμενος επικοινώνησε µε τον Κ. Α. και του ανέφερε ότι θα έπρεπε τελικά να εξοφλήσει ολοσχερώς καταβάλλοντας η ενάγουσα και το ποσό των 14.500 ευρώ, που αφορούσε τη φόρτωση και μεταφορά των αυτοκινήτων, πριν αυτά φτάσουν στην Ελλάδα, διότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν εμπιστευόταν την ενάγουσα και απαιτούσε την άμεση καταβολή του ποσού.
Κατόπιν τούτων, η γραμματέας της εταιρίας, Χ.Ζ., κατόπιν εντολής της ενάγουσας, έσπευσε αυθημερόν και κατέθεσε το ποσό των 14.500 ευρώ σε λογαριασμό, που διατηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος στην "ΑΓΡΟTΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη εντολή είσπραξης της ΑTEbank. Ωστόσο, οι εναγόμενοι δεν απέστειλαν τα αυτοκίνητα στην ενάγουσα, σε τηλεφωνική δε επικοινωνία που είχε ο Α.
µε τον Α.Α., ο τελευταίος τον ενημέρωσε, ότι δεν κατέστη δυνατή η αγορά των αυτοκινήτων για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως είχε συμφωνηθεί. Ακολούθησαν έντονες διαμαρτυρίες του εκπροσώπου της ενάγουσας Κ. Α. προς αμφοτέρους τους εναγόμενους για την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού, αυτοί δε του υποσχέθηκαν, ότι θα του το επέστρεφαν.
Προς τον σκοπό αυτό του ζήτησαν να τους στείλει τον αριθμό ΙΒΑΝ και BIC του λογαριασμού της ενάγουσας εταιρίας στην Ελλάδα, που αυτός εκπροσωπούσε, προκειμένου να πιστωθεί το συνολικό ποσό των 74.000 ευρώ, που είχε καταβληθεί. Πράγματι η ενάγουσα με την από 19-7-2010 επιστολή της προς τον όμιλο "ALFA GROUP e.k.", με θέμα "βεβαίωση συναλλαγής και στοιχεία λογαριασμού καταθέσεων" αναφέρει μεταξύ άλλων ότι: "για τη διευκόλυνσή σας στη διενέργεια των τυπικών λογιστικών εγγραφών στα βιβλία του ομίλου όπως μας ζητήσατε, βεβαιώνουμε τόσο την είσπραξη εκ μέρους του πρώτου εναγομένου του ποσού των 59.500 ευρώ, όσο και την κατάθεση του ποσού των 14.500 ευρώ, καθώς και το γεγονός της απόλυτης εμπιστοσύνης που είχε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας στον πρώτο εναγόμενο κατά τη σύναψη της συμφωνίας".
Αφού δε αναγράφεται το ΙΒΑΝ και BIC του λογαριασμού της ενάγουσας εταιρίας, αναφέρεται στο τέλος ότι "εφόσον αδυνατείτε να αποστείλετε το φορτίο, όπως παραδεχθήκατε αμφότεροι, υπάρχει τουλάχιστον υποχρέωση του Κ. Κ., τον οποίον εμπιστευτήκαμε απόλυτα επιστροφής του ισόποσου ποσού, που εισπράχθηκε". Η μονοσέλιδη αυτή επιστολή εστάλη την 19-7-2010 και ώρα 15.41 μ.μ.
επίσης με φαξ στα γραφεία της "ALFA GROUΡ e.k." στη Γερμανία, όπως αποδεικνύεται από το από 19-7-2010 αποδεικτικό αποστολής. Στη συνέχεια την 28-7-2010 και μετά από διαρκείς οχλήσεις της ενάγουσας, η "ALFA GROUP e.k." της απέστειλε μέσω συσκευής ΦΑΞ, απόδειξη αποστολής σχετικού εμβάσματος, ποσού 14.500 ευρώ. Παρά ταύτα, κατόπιν ελέγχου που διενήργησε η ενάγουσα, διαπίστωσε ότι δεν είχε εμβασθεί κανένα ποσό και ότι η ως άνω απόδειξη αποτελούσε την αποτύπωση της διαδικασίας αποστολής ενός εμβάσματος, που ουδέποτε είχε ολοκληρωθεί.
Ο δεύτερος εναγόμενος, Α.Α., μη δυνάμενος να αρνηθεί την είσπραξη του ποσού των 14.500 ευρώ, που του κατέθεσε σε λογαριασμό του ο Α., ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό κατατέθηκε από τον τελευταίο, τον οποίον γνώρισε τυχαία σε συνάντησή τους στο γραφείο του πρώτου εναγομένου Κ., για να μεσολαβήσει στην αγορά ενός μόνο μεταχειρισμένου αυτοκινήτου, για λογαριασμό της ενάγουσας.
Ότι στη συνέχεια ήλθε σε επαφή με την γερμανική εταιρία "BURGERMOBILE (Μπυργκερµόµπιλε)" στο Κότχεν της Γερμανίας, η οποία εξέδωσε στο όνομα της ενάγουσας, ως αγοράστριας, το προσκομιζόμενο µε αριθµ. …/…-6-2010 αναγνώρισης τιμολόγιο της ως άνω εταιρίας για το συμβόλαιο αγοραπωλησίας µε αριθμό …/… ενδοκοινοτική παράδοση στην Ελλάδα, ενός φορτηγού αυτοκινήτου, µάρκας MITSUBISHI, μοντέλου L200, έτους κατασκευής 2006, µε τιμή πώλησης 9.999 ευρώ, ποσό, που θα ήταν πληρωτέο µε την παράδοση (βλ.
το τιμολόγιο αυτό). Ισχυρίζεται ακόμη ότι ο Α. υπαναχώρησε από την εν λόγω αγορά και παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήδη είχε καταβάλει το τίμημα στην πωλήτρια εταιρία, η οποία αρνήθηκε να το επιστρέψει, επιθυμώντας να το συμψηφίσει µε την αγορά άλλου αυτοκινήτου, δέχθηκε τελικά να του αποδώσει τμηματικά το ποσό των 14.500 ευρώ, που του είχε καταβληθεί.
Και ότι προς τον σκοπό αυτό, µε εντολή του προς τον Κ. Κ., ο τελευταίος μετέβη στα γραφεία της ενάγουσας και επέστρεψε το ποσό των 1.300 ευρώ, έναντι της οφειλής αυτής. Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως του Α. Α. είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Και τούτο διότι, όπως αναγράφεται στο ως άνω τιμολόγιο, το τίμημα της πώλησης θα καταβαλλόταν µόνο µε την παράδοση του οχήματος, η οποία όμως δεν έγινε ποτέ και συνεπώς ουδέποτε καταβλήθηκε και το τίμημα .
Επομένως , ο δεύτερος εναγόμενος, Α. Α., παρακράτησε το ποσό των 14.500 ευρώ και απέκρυψε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας ότι το τιμολόγιο αυτό ακυρώθηκε την άλλη ημέρα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα όμοιο µε το παραπάνω τιμολόγιο και µε την προσθήκη της λέξης "ΑΚΥΡΩΝΕΤΑΙ" και ημερομηνία την 18-6-2010.
Η ακύρωση δε αυτή αποδεικνύεται και από το από 18-3-2015 έγγραφο της ως άνω γερμανικής εταιρίας, που απέστειλε προς την ενάγουσα (μετά από αίτησή της), στο οποίο αναφέρεται ότι το ως άνω τιμολόγιο ακυρώθηκε στις 18-6-2010, διότι η εταιρία "ALFA GROUP e.k.", που θα αγόραζε το αυτοκίνητο, για λογαριασμό της ενάγουσας, δεν προσκόμισε πληρεξούσιο µε υπογραφή από την ενάγουσα, όπως της ζητήθηκε, προκειμένου να ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και ότι δεν πραγματοποιήθηκε τελικά καμία πληρωμή, ούτε παράδοση προς τις παραπάνω εταιρίες.
Δηλαδή, αν και είχε σταλεί το ως άνω πρακτικό του Δ. Σ της ενάγουσας, µε εξουσιοδότηση προς τον πρώτο εναγόμενο, να ενεργήσει για λογαριασμό της για την αγορά των αυτοκινήτων, εν τούτοις, οι εναγόμενοι δεν έκαναν καμία ενέργεια, για να συντελεστεί η αγοραπωλησία του ως άνω αυτοκινήτου αλλά ούτε και των άλλων επτά αυτοκινήτων, παρακράτησαν δε τα χρήματα για την αγορά τους από την ενάγουσα, αποκομίζοντας παράνομο περιουσιακό όφελος.
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι την 18-9-2010 ο πρώτος εναγόμενος εμφανίσθηκε στα γραφεία της ενάγουσας και παρέδωσε στη γραμματέα αυτής, Χ. Ζ., το ποσό των 1.300 ευρώ, σε μερική εξόφληση του οφειλόμενου στην ενάγουσα ποσού, αναγνωρίζοντας έτσι έμπρακτα την οφειλή αμφοτέρων των εναγομένων προς αυτήν. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το ως άνω ποσό, δεν το κατέβαλε στην ενάγουσα προς εξόφληση δικής του οφειλής, αλλά προς εξόφληση ατομικού χρέους του δεύτερου εναγομένου προς την ενάγουσα, κατόπιν εντολής του τελευταίου.
Ειδικότερα ισχυρίζεται, ότι ο ίδιος την 17-9-2010 ανέθεσε στο δεύτερο εναγόμενο την μεταφορά ελαιών στο εξωτερικό αντί συνολικού ποσού 1.800 ευρώ και ότι έναντι του ποσού αυτού κατέβαλε στον οδηγό του φορτηγού που θα τις μετέφερε, το ποσό των 500 ευρώ, το δε υπόλοιπο των 1.300 ευρώ που όφειλε, του έδωσε εντολή ο δεύτερος εναγόμενος, να το καταβάλει στην ενάγουσα, για λογαριασμό του και προς μερική εξόφληση δικού του χρέους προς την τελευταία.
Ο ισχυρισμός αυτός, όμως , είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, κατά τα παραπάνω, ο δεύτερος εναγόμενος δεν αποδείχθηκε ότι είχε καταβάλει κανένα ποσό στην ως άνω πωλήτρια γερμανική εταιρία, σε κάθε δε περίπτωση, εάν είχε την πρόθεση να επιστρέψει το ποσό, που του είχε καταθέσει η ενάγουσα στον λογαριασμό του, θα το επέστρεφε άμεσα µε έμβασμα, πράξη, στην οποίαν ουδέποτε προέβη.
Άλλωστε όπως προκύπτει από την από 17-9-2010 απόδειξη, την οποίαν επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε πρωτότυπο έγγραφο στην γερμανική γλώσσα και σε ακριβή μετάφραση από το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του Υπουργείου Εξωτερικών, που εκδόθηκε από την εταιρία του δευτέρου εναγομένου "ALFA GROUP e.k." την 17-9-2010, αναγράφεται σ' αυτήν ότι το ποσό αυτό "καταβλήθηκε από Κ.
Κ. στην "Άλφα Γκρούπ ε.κ.", τα οποία (χρήματα) διαβιβάστηκαν περαιτέρω για ανοιχτές οφειλές στην εταιρία "Α. Α.Ε-Αερογέφυρα ...". Το περιεχόμενο της απόδειξης αυτής δεν αφήνει αμφιβολίες, ότι αφορά την επιστροφή του ποσού αυτού για ης οφειλές της εταιρίας "Άλφα Γκρούη ε.κ", προς την ενάγουσα εταιρία, για την οποίαν ψευδώς παρέστησαν οι εναγόμενοι στον Κ.
Α., ότι είναι συνιδιοκτήτες, ενώ στην πραγµατικότητα ήταν ατομική επιχείρηση του δευτέρου εναγομένου, µε σκοπό να του αποσπάσουν το ποσό των 74.000 ευρώ, χωρίς να αγοράσουν τα οκτώ αυτοκίνητα στο όνοµα της ενάγουσας εταιρίας, που αυτός εκπροσωπούσε αλλά προκειμένου να τα χρησιµοποιήσουν για την κάλυψη δικών τους αναγκών, όπως και τελικά έπραξαν...
Προβάλλεται ...και από τον πρώτο εναγόμενο με τον όγδοο λόγο της Α' έφεσης, η ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, άλλως εννόμου συμφέροντος αυτής, για τον λόγο ότι, το ποσό των 59.500 ευρώ, που εκταμίευσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Κ. Κ.ς ήταν από λογαριασμό, που τηρεί ο ίδιος στην Άλφα τράπεζα με συνδικαιούχους την μητέρα του, Θ.
Α. και την Δ. Α. και όχι από λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας. Η ένσταση αυτή αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον το γεγονός της προέλευσης των χρημάτων αφορά τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ της ενάγουσας (που τυγχάνει οικογενειακή επιχείρηση) και του νομίμου εκπροσώπου της και όχι τους εναγομένους, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν για λογαριασμό της ενάγουσας και προς το σκοπό αγοράς των επίδικων αυτοκινήτων από τους εναγόμενους.
Αλλά και ο πέμπτος και ο συναφής ένατος λόγος έφεσης του Κ. Κ., με τους οποίους αρνείται την γνώση του και την συμμετοχή του στην κατάθεση του ποσού των 14.500 ευρώ από τον Κ. Α. σε λογαριασμό του Α. Α. στην ΑΤΕ, ισχυριζόμενος ότι η σχετική εντολή κατάθεσης της ΑΤΕ πλαστογραφήθηκε, διότι ενώ στο ένα αντίγραφο αυτής υπάρχει το ποσό των 14.500 ευρώ, το όνομα του καταθέτη Κ.
Α. και τα στοιχεία του πελάτη, στον λογαριασμό του οποίου κατατίθενται τα χρήματα, Α. Α., στο δεύτερο αντίγραφο της ίδιας εντολής, υπάρχει και η χειρόγραφη προσθήκη των λέξεων: "κατατίθενται με εντολή σύμφωνη γνώμη και για λογαριασμό Κ. Κ. του Θ. και αφορά προεξόφληση υπολοίπου συμφωνίας 74.000 ευρώ", προσθήκη, που βεβαιώθηκε από υπάλληλο της τράπεζας, κατόπιν υπόδειξης του καταθέτη, για να τον εμπλέξουν, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Και τούτο διότι, τα μόνα στοιχεία της εντολής αυτής είναι αυτά, που αποδεικνύουν την κατάθεση του ως άνω συγκεκριμένου ποσού, τον καταθέτη και τον πελάτη, στο λογαριασμό του οποίου κατατίθενται, ενώ είναι άνευ εννόμου επιρροής τα ανωτέρω αναφερόμενα στην χειρόγραφη προσθήκη, δεδομένου ότι οι λοιπές συμφωνίες της υπόθεσης και η εμπλοκή και ευθύνη του Κ.
Κ. στην υπόθεση αυτή αποδείχθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα και όχι από τα αναγραφόμενα στην εντολή αυτή. Κατ' ακολουθίαν, αλυσιτελώς προβάλλεται µε τους πρόσθετους λόγους της έφεσής του από τον εκκαλούντα Κ. Κ. και το αίτημα διενέργειας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ως άνω εντολής της ΑΤΕ, προκειμένου να διαγνωσθεί από ποιον ετέθη η παραπάνω προσθήκη.
Αλλά και το αίτημα που προβάλλει µε τους πρόσθετους λόγους ο ίδιος ως άνω εκκαλών, δηλαδή να προσκομιστούν από την αντίδικό του αντίγραφα των κινήσεων του λογαριασμού του Κ. Α., για να αποδειχθεί, εάν ανέλαβε το ποσό των 59.500 ευρώ και στη συνέχεια το επανακατέθεσε, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον προκύπτει από τις µε ημερομηνία 2-10-2010 και 21-3-2018 βεβαιώσεις της Άλφα τράπεζας Νέων Μουδανιών ότι ο Κ.
Α.ς την 16-6-2010 έκανε ανάληψη του ποσού των 59.500 ευρώ και στη συνέχεια δεν έγινε καμία άλλη συναλλαγή, ενώ και το επιπρόσθετο αίτημα , να προσκομίσει η αντίδικός του το αποδεικτικό ανάληψης των χρημάτων αυτών, ώστε να φανεί αν έλαβε το ποσό αυτό σε πεντακοσάρικα, όπως κατέθεσε ο παραπάνω αυτόπτης μάρτυρας , αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού από την από 25-6-2018 βεβαίωση της ίδιας τράπεζας, που ελήφθη κατόπιν αιτήματος του Κ.
Α. για να του χορηγηθούν αναλυτικά οι κινήσεις όλων των λογαριασμών, που αυτός τηρεί για συναλλαγές, που πραγματοποίησε σε μετρητά από την 1-1-2006 μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι η τράπεζα δεν τηρεί τα αιτούμενα αρχεία. Τέλος, µε τους πρόσθετους λόγους της έφεσης ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών Κ. Κ.ς, αρνούμενος την ευθύνη του, διατείνεται ότι οι εναγόμενοι αθωώθηκαν για το αδίκημα της απάτης µε την µε αριθµ..../5-2-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, ότι στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση από την Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία όμως απορρίφθηκε, µε την µε αριθµ. .../2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσ/νίκης, ως απαράδεκτη, µη περιέχουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο παραπάνω ποινικό δικαστήριο, ενώ προσκομίστηκε το ανωτέρω τιμολόγιο της Γερμανικής εταιρίας για την αγορά του παραπάνω τρακαρισμένου αυτοκινήτου, επιμελώς δεν προσκομίστηκε από τους εναγομένους η ακύρωση του τιμολογίου αυτού, που έγινε την επόμενη της έκδοσής του ημέρα, κατά τα προαναφερόμενα και που ήλθε στα χέρια της ενάγουσας, μετά την δίκη εκείνη, ήτοι την 18-3-2015.
Σε κάθε περίπτωση οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων εκτιμώνται ελεύθερα, ως δικαστικά τεκμήρια και δεν δεσμεύουν τα πολιτικά δικαστήρια... Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, οι εναγόμενοι με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις έπεισαν τον νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, Κ. Α., να τους καταβάλει αρχικά το συνολικό ποσό των 74.000 ευρώ και μετά την καταβολή σ' αυτήν των1.300 ευρώ, κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των 72.700 (59.500 +14.500 -1.300) ευρώ, με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της (ενάγουσας), προκαλώντας σ' αυτήν αντίστοιχη ζημία.
Περαιτέρω, εξαιτίας της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των εναγομένων η ενάγουσα δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις δικές της υποχρεώσεις απέναντι στους πελάτες, συνεργάτες και προμηθευτές της, με αποτέλεσμα να πληγεί η εμπορική της πίστη και η επαγγελματική της υπόληψη έναντι αυτών.
Συνεπώς, η ενάγουσα έχει υποστεί ηθική βλάβη, για την ανόρθωση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας του δεύτερου εναγομένου, το είδος και την έκταση της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος αυτού, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, καθορίζει στο εύλογο κατά την κρίση του ποσό, των 1.000 ευρώ...Σημειωτέον ότι ο εκκαλών της Α' έφεσης και πρώτος εναγόμενος δεν προσβάλλει με λόγο έφεσης τα κονδύλια της ηθικής βλάβης και της προσωπικής κράτησης.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε τα ίδια και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο αλλά και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και έβδομος λόγοι της έφεσης (ενώ από παραδρομή παραλείφθηκε ο έκτος λόγος), με τους οποίους ο εκκαλών- πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε ως προς αυτόν την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την με αριθμό καταθ. 53/10-3-2011 αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), εις ολόκληρον (με έτερο συνυπόχρεο μη διάδικο στην παρούσα δίκη), να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ως αποζημίωση το ποσό των 72.700 ευρώ, πλέον 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, με τον νόμιμο τόκο από επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικώς, διότι ζημιωθείς και δικαιούχος αποζημίωσης είναι ο νόμιμος εκπρόσωπός της Κ. Α., στον οποίο ανήκε η κυριότητα των χρημάτων, ποσού 59.500 ευρώ, που εκταμίευσε και παρέδωσε στον εναγόμενο αναιρεσείοντα και ποσού 14.500 ευρώ, που ενέβασε στον έτερο εναγόμενο, προέρχονταν από δικό του τραπεζικό λογαριασμό, με συνδικαιούχους την μητέρα του Θ.
Α. και τη Δ. Α., και όχι από λογαριασμό της ενάγουσας εταιρίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ. Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι παρά το νόμο δέχτηκε ότι η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικώς, είναι αβάσιμος.
Με τις ίδιες ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ως προς το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, αλλά με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα για το ότι η ένδικη σύμβαση αγοράς καταρτίστηκε μεταξύ της αναιρεσίβλητης, δια του νομίμου εκπροσώπου της και του αναιρεσείοντος (και του ετέρου συνυποχρέου) και η καταβολή των χρηματικών ποσών στους τελευταίους έλαβε χώρα ενόψει της προαναφερόμενης συμφωνίας αγοράς μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, η οποία ουδέποτε συντελέστηκε, με συνέπεια να υποστεί αντίστοιχη των καταβληθέντων χρηματικών ποσών ζημία.
Με τα δεδομένα αυτά και κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η αναιρεσίβλητη νομιμοποιείται ενεργητικά στην ένδικη υπόθεση, που αφορά στην άσκηση της αξίωσής της από την αναφερόμενη αδικοπραξία και της εξ αυτής ζημίας της, από κοινή πράξη του αναιρεσείοντος (και του ετέρου συνυποχρέου).
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Περαιτέρω, έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914, 932 και 298 του ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, καθόσον στοιχειοθετούν αδικοπραξία και δη παράνομη και υπαίτια (υπό τη μορφή του δόλου) συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία, καθόσον ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω επιζήμιο αποτέλεσμα, και, συνεπώς, θεμελιώνει την ένδικη αξίωση της τελευταίας προς αποζημίωση.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος), ενεργώντας με πρόθεση, ζημίωσε την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία α) ότι η διαβεβαίωση του εναγομένου (από κοινού με τον έτερο εναγόμενο Α.
Α.) προς το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης εταιρίας, που έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την εμπορία καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων ότι τυγχάνουν κύριοι του ομίλου επιχειρήσεων µε την επωνυμία "ALFA GROUP e.k.", με έδρα τη Γερμανία, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προς μεταπώληση και η πρότασή του προς αυτόν για συνεργασία και εξεύρεση για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης μεταχειρισμένων αυτοκινήτων τα οποία θα πωλούσαν στην τελευταία και θα μετέφεραν στην Ελλάδα, ήταν μια επινόηση του εναγομένου (και του Α.
Α.) προς εξυπηρέτηση του σχεδίου τους για εξαπάτηση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας και, ειδικότερα, προκειμένου να πείσουν τον τελευταίο να τους καταβάλει το ποσό των 74.000 ευρώ συνολικά, από το οποίο ποσό 59.500 ευρώ αφορούσε δήθεν το τίμημα των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων τα οποία θα πωλούσαν στην αναιρεσίβλητη και ποσό 14.500 ευρώ αφορούσε δήθεν τα έξοδα μεταφοράς αυτών στην Ελλάδα, χωρίς να έχουν πρόθεση να προβούν στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, αλλά να χρησιμοποιήσουν τα χρηματικά ποσά για την κάλυψη δικών τους αναγκών, με σκοπό δε την παραπλάνηση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας του επέδειξαν ασυμπλήρωτο έντυπο φορτωτικής CMR, που έφερε τυπωμένη µόνο την επωνυμία του ως άνω ομίλου, καθώς και το από 6-6-2010 συμπληρωμένο έντυπο φορτωτικής για μεταφορά εκ μέρους της "ALFA GROUP e.k." για λογαριασμό της εταιρίας "K.
Co Olive Exporters", της οποίας μέλος είναι ο εναγόμενος-αναιρεσείων, προϊόντων αυτής προς παράδοση στην εταιρία "ANSOLΙVE SPRL" στο Βέλγιο, ενώ το αληθές ήταν ότι η "ALFA GROUP e.k." ήταν ατομική επιχείρηση του Α. Α., β) ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας αναιρεσίβλητης πείστηκε στις διαβεβαιώσεις αυτές του εναγομένου και του Α.
Α. και δέχθηκε να συνεργασθεί μαζί τους και να παραγγείλει, μέσω του ομίλου "ALFA GROUP e.k.", για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, μεταχειρισμένα επαγγελματικά αυτοκίνητα, ειδικότερα δε, στις 16-6-2010 συμφώνησε, να εξεύρουν αυτοί για λογαριασμό της τελευταίας, οκτώ (8) μεταχειρισμένα επαγγελματικά Ι.Χ. αυτοκίνητα, εργοστασίου κατασκευής MITSUBISHI, μοντέλου L200, έτους κατασκευής 2006, εκ των οποίων το ένα μόνο είχε εξωτερικό ελάττωμα, μάλιστα δε, ο Α.Α., προς ενίσχυση της παραπλάνησης του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, την ίδια ημέρα (16-6-2010) το μεσημέρι, του απέστειλε µέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και φωτογραφίες µε τεχνικά χαρακτηριστικά του ενός αυτοκινήτου, που κατά τις διαβεβαιώσεις του είχε εξωτερικό ελάττωμα, ενώ τα υπόλοιπα επτά (7) όχι, πεισθείς δε ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, ότι όντως ο άνω όμιλος "ALFA GROUP e.k.", που αναγραφόταν στα ως άνω έγγραφα, θα αγόραζε προς μεταπώληση στην αναιρεσίβλητη τα άνω μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 59.500 ευρώ, πλέον εξόδων φόρτωσης και μεταφοράς στην Ελλάδα, ποσού 14.500 ευρώ, κατέβαλε για το σκοπό αυτό στον εναγόμενο-αναιρεσείοντα στις 16-6-2010 το ποσό των 59.500 ευρώ σε μετρητά, που αντιστοιχούσε στο συμφωνηθέν τίμημα, γ) ότι στις 17-6-2010 ο εναγόμενος-αναιρεσείων ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας να προβεί η τελευταία στην άμεση εξόφληση και του ποσού των 14.500 ευρώ, που αφορούσε τη φόρτωση και μεταφορά των αυτοκινήτων πριν αυτά φθάσουν στην Ελλάδα, ισχυριζόμενος ότι ο Α.Α.
δεν εμπιστευόταν την ενάγουσα και απαιτούσε την άμεση καταβολή του εν λόγω ποσού, πεισθείς δε ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, ότι όντως επίκειται η αποστολή των αυτοκινήτων στην Ελλάδα, κατέθεσε αυθημερόν και το άνω ποσό των 14.500 ευρώ σε λογαριασμό, που διατηρούσε ο Α. Α. στην "ΑΓΡΟTΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", δ) ότι, στη συνέχεια ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας, αντιλαμβανόμενος ότι τα χρήματα που είχε καταβάλει η τελευταία, δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για το σκοπό για τον οποίο τα είχε καταβάλει, ζήτησε από τον εναγόμενο και τον Α.
Α. να τα επιστρέψουν στην ενάγουσα, ο εναγόμενος-αναιρεσείων δε επέστρεψε το ποσό των 1.300 ευρώ στις 18-9-2010, αρνούμενος να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των 72.700 ευρώ και έτσι κατέστη συνυπαίτιος ισόποσης ζημίας, την οποία υπέστη η ενάγουσα, με παράλληλη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του αναιρεσείοντος και του Α.Α. , αφού η συμφωνηθείσα αγοραπωλησία ουδέποτε συντελέστηκε, ευθυνόμενος ως εκ τούτου σε αποκατάσταση αυτής, η παραδοχή δε αυτή αιτιολογεί την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας αδικαιοπρακτικής συμπεριφοράς (και) του εναγομένου-αναιρεσείοντος και της επελθούσας ζημίας της ενάγουσας.
Επομένως, οι δεύτερος και έβδομος κύριοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξάλλου, οι ίδιος (έβδομος) λόγος της αναίρεσης κατά την σ' αυτόν, κατά το οικείο μέρος του, περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι υπάρχει ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα των από κοινού ψευδών διαβεβαιώσεων του αναιρεσείοντος και του Α.Α.
ότι τυγχάνουν κύριοι του ομίλου επιχειρήσεων µε την επωνυμία "ALFA GROUP e.k.", με έδρα τη Γερμανία, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα στην αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προς μεταπώληση και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το γεγονός ότι ενώ ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης διατηρούσε στενές σχέσεις με αυτόν αγνοούσε (ο πρώτος) ότι η εταιρία με την επωνυμία "ALFA GROUP e.k." ήταν ατομική επιχείρηση (του Α.Α.) και ότι ουδέποτε αυτός υπήρξε συνιδιοκτήτης αυτής, β) ότι ενώ υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ο τελευταίος συμπλήρωσε εκ των υστέρων και μόνο στο δικό του αντίγραφο της εντολής κατάθεσης στην ΑΤΕ ποσού 14.500 ευρώ, χειρόγραφη προσθήκη ότι το ποσό αυτό καταβάλλεται στον Α.Α., αλλά με σύμφωνη γνώμη και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος και γ) η συμπεριφορά αυτού δεν ήταν αιτία της ζημίας της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και χωρίς αντιφάσεις, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερόμενων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου του δικογράφου της με αριθμό κατάθεσης 53/10-3-2011 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθενται, κατά νομικά ορισμένο τρόπο και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πιο πάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, το δε Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά προς τους προαναφερθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298 330 του ΑΚ, 27 και 386 του ΠΚ, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζουν οι κανόνες αυτοί για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματός της.
Επομένως, ο δεύτερος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνεται αβάσιμος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης κατά νόμο προϋποθέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς". Κατά την έννοια αυτής της διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης κατέβαλε σ' αυτόν στις 16-6-2010 το ποσό των 59.500 ευρώ σε μετρητά, που είχε αναλάβει από την Άλφα Τράπεζα, χωρίς να αποδεικνύεται η καταβολή έστω και από απλή χειρόγραφη απόδειξη, στηριζόμενο αποκλειστικά και μόνο τη μαρτυρία, του Λ.Ν., παραβιάζοντας και μη λαμβάνοντας υπόψη τα οικεία διδάγματα της κοινής πείρας και συγκεκριμένα ότι οι καταβολές χρημάτων πραγματοποιούνται με κατάθεση σε τραπεζικά ιδρύματα καθώς και ότι η καταβολή μικρότερου ποσού ύψους 14.500 ευρώ πραγματοποιήθηκε με κατάθεση των χρημάτων σε λογαριασμό που διατηρούσε ο Α.Α.
στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση δεν αναφέρεται σε διδάγματα της κοινής πείρας, με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) Με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 ορίζεται ότι "1.
Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...... 2.
Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι, τεκμαίρεται αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", το οποίο σε ενωσιακό επίπεδο ισχύει βάσει του άρθρου 6 παρ. 2 Σ.Ε.Ε., σύμφωνα με το οποίο "Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών".
Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997, κατά το οποίο "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε., που ορίζει ότι "Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, το οποίο αποτελεί, κατ' αρχήν, τη δικονομική έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδεόμενο άμεσα με την αρχή της ενοχής (άρθρα 7.1 Συντ. και 14 Π.Κ.). Συνιστά ταυτόχρονα έκφραση της συνταγματικής αρχής του κράτους δικαίου, με την έννοια ότι καθιερώνει υποχρέωση της Πολιτείας και αντίστοιχο δικαίωμα του κάθε εμπλεκομένου στην ποινική διαδικασία προσώπου να αξιώνει την ποιότητα της μεταχειρίσεως που θα επιφυλασσόταν σε έναν αθώο, μέχρις ότου να κηρυχθεί η ενοχή του.
Η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. προκρίνει την κατοχύρωση της γενικής αρχής της δίκαιης δίκης, η οποία αξιώνει να τύχει εφαρμογής τόσο στην ποινική, όσο και στην αστική δίκη. Η τυποποίηση του τεκμηρίου αθωότητας ακολουθεί αμέσως μετά στην παράγραφο 2 αυτού, ενώ έπονται οι λοιπές διαδικαστικές εγγυήσεις υπέρ του κατηγορουμένου.
Η τοιαύτη νομική θεμελίωση του τεκμηρίου συνεπιφέρει τη δικαιοδοσία του Ε.Δ.Δ.Α. επί της αυθεντικής ερμηνείας του άρθρου 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. με σειρά δε αποφάσεών του (το Ε.Δ.Δ.Α.) παγιώνει τη νομολογία του προς την κατεύθυνση μιας διασταλτικής ερμηνείας της προαναφερθείσας διατάξεως και, συνεπώς, μιας διευρυμένης λειτουργίας του τεκμηρίου αθωότητας.
Έτσι, το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου.
Το τεκμήριο αθωότητας, δηλαδή, πέραν της παραδοσιακής διαδικαστικής - δικονομικής εγγυήσεως που παρέχει, κατοχυρώνει παράλληλα το σεβασμό της τιμής και της αξιοπρέπειας του κατηγορουμένου, επεκτείνοντας το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως και εκτός του στενού πλαισίου της ποινικής δίκης, θεωρώντας ότι η μη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης ή πολύ περισσότερο η αθώωση του κατηγορουμένου αποτελεί αυτοτελές στοιχείο της προσωπικότητάς του, που τον συνοδεύει εσαεί και πρέπει να γίνεται σεβαστό από τις κρατικές αρχές πέρα από τα στενά όρια της ποινικής δίκης, δηλαδή και σε κάθε άλλο δικαστήριο, είτε ποινικό, είτε πολιτικό.
Αθωωτική δε ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικές υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως ή απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο "λόγω αμφιβολιών" ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιοδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση "μη διαπιστωμένης ενοχής".
Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
του ΑΚ, η άσκηση της οποίας (αποζημιωτικής αγωγής) δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επί πλέον "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 914 επ.
ΑΚ), αποζημίωση, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, δεν έχει το χαρακτήρα ποινής, αλλά, σε αντίθεση με την ποινική δίκη, της οποίας σκοπός είναι η διάγνωση της αλήθειας και η τιμωρία του δράστη, ο σκοπός της επιδικάσεως αποζημιώσεως είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα - ενάγοντα.
Επομένως, ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών, ανεξάρτητα, μάλιστα, από το εάν έληξε ή όχι η ποινική διαδικασία με αθώωση ή παύση της ποινικής διώξεως, δοθέντος ότι μόνο το γεγονός ότι τα αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής διαδικασίας θα χρησιμοποιηθούν στην αστική δίκη, καθώς και ότι βάση της αστικής αξιώσεως για αποζημίωση είναι τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος, δεν είναι αρκετά για να χαρακτηρισθεί η συναφής (πολιτική) δίκη ως (δεύτερη) ποινική διαδικασία, που απαγορεύεται, βάσει της αρχής ne bis in idem.
To πολιτικό δικαστήριο, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το ποινικό δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του, πολύ δε περισσότερο διότι ο εναγόμενος, κατά τα προεκτεθέντα, δεν δικάζεται δις για την ίδια πράξη.
Το πολιτικό, δηλαδή, δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο αυτό (πολιτικό δικαστήριο) καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο.
Τελικώς, η παραβίαση του ως άνω τεκμηρίου θα πρέπει να κρίνεται πάντα in concreto, εν όψει των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως και του τρόπου διατυπώσεως των αιτιολογιών, που θέτουν ενδεχομένως σε αμφιβολία το διατακτικό της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου και υφίσταται, εντεύθεν, θέμα παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ ΑΠ 4/2020).
Στη προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο κύριο και τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ισχυρίζεται ότι για το ποινικό αδίκημα της απάτης, που ταυτίζεται απόλυτα κατά τα πραγματικά περιστατικά του με το αστικό αδίκημα επί του οποίου θεμελιώθηκε η ευθύνη του για την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποιήσεως στην αναιρεσίβλητη, κηρύχθηκε αμετάκλητα αθώος, δυνάμει της υπ' αριθ. 96/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής.
Ότι, αν και πρόβαλε νόμιμα το γεγονός αυτό, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, αλλά αντίθετα έκανε δεκτή την αγωγή δεχόμενη την αστική του ευθύνη, με αποτέλεσμα η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής του ευθύνης να δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του κατά τρόπο αντίθετο προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.
Ότι επί πλέον, αν και η προσβαλλόμενη απόφαση για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη την ως άνω αθωωτική απόφαση, ωστόσο προέβη σε ερμηνεία της απόφασης και επαναξιολόγηση της ποινικής δικογραφίας, αμφισβητώντας ευθέως τους λόγους της απαλλαγής του με την πλήρη απαξίωσή της έναντι του διαφορετικά ερμηνευόμενου από αυτήν αποδεικτικού υλικού της ποινικής διαδικασίας.
Ότι κατόπιν αυτών, η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ και 14παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, παραβιάζοντας το υπέρ αυτού τεκμήριο αθωότητας. Οι λόγοι όμως αυτοί, κύριος και πρώτος πρόσθετος, της αναίρεσης, ως προς το οικείο μέρος τους, δηλαδή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εναρμόνισε τις πραγματικές παραδοχές της με τις αθωωτικές παραδοχές της ποινικής απόφασης αποκλείοντας ως εκ τούτου την αστική του ευθύνη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο, μη εναρμονίζοντας τις πραγματικές παραδοχές του με τις (αθωωτικές) παραδοχές της ποινικής απόφασης, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου, αφού σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει -μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα- σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Και ναι μεν το πολιτικό δικαστήριο έχει υποχρέωση συνεκτίμησης των αθωωτικών αποφάσεων χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, όμως, η υποχρέωση συνεκτίμησης δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με δέσμευση του πολιτικού δικαστή από την αθωωτική ποινική απόφαση. Περαιτέρω, με τον πρώτο κύριο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Εφετείο, κρίνοντας τον ισχυρισμό του περί αθωώσεώς του από το ποινικό δικαστήριο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...
Τέλος, µε τους πρόσθετους λόγους της έφεσης ο πρώτος εναγόμενος-εκκαλών Κ. Κ.ς, αρνούμενος την ευθύνη του, διατείνεται ότι οι εναγόμενοι αθωώθηκαν για το αδίκημα της απάτης µε την µε αριθ. 96/5-2-2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, ότι στη συνέχεια ασκήθηκε έφεση από την Αντεισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία όμως απορρίφθηκε, µε την µε αριθµ. 4137/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσ/νίκης, ως απαράδεκτη, µη περιέχουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο παραπάνω ποινικό δικαστήριο, ενώ προσκομίστηκε το ανωτέρω τιμολόγιο της Γερμανικής εταιρίας για την αγορά του παραπάνω τρακαρισμένου αυτοκινήτου, επιμελώς δεν προσκομίστηκε από τους εναγομένους η ακύρωση του τιμολογίου αυτού, που έγινε την επόμενη της έκδοσής του ημέρα ...και που ήλθε στα χέρια της ενάγουσας, μετά την δίκη εκείνη, ήτοι την 18-3-2015...".
Ισχυρίζεται δε ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο με τις παραδοχές του αυτές προέβη σε ερμηνεία της αθωωτικής απόφασης και αμφισβήτησε ευθέως τους λόγους της απαλλαγής του, παραβιάζοντας το τεκμήριο αθωότητάς του. Όμως, και αυτός ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία επίδραση είχε η προβαλλόμενη παράβαση (σφάλμα) στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του συνόλου των παραδοχών της, δεν στηρίχθηκε στην ως άνω διηγηματική αναφορά για την εξέλιξη της ποινικής δίκης.
Σε κάθε περίπτωση, από την πληττόμενη παραδοχή του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του εναγομένου και τότε κατηγορούμενου, ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, από δε την παράθεση των προσθέτων αποδεικτικών στοιχείων, πέραν αυτών που είχε λάβει υπόψη της η ποινική απόφαση που ήχθη σε απαλλακτική κρίση και δη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, του ακυρωθέντος τιμολογίου της γερμανικής εταιρίας "BURGERMOBILE (Μπυργκερµόµπιλε)" με ημερομηνία 18-6-2010 και του από 18-3-2015 εγγράφου της ως άνω γερμανικής εταιρίας, το οποίο περιήλθε στην αναιρεσίβλητη, μετά την ποινική δίκη) δεν συνάγεται πρόθεση ερμηνείας ή αμφισβήτησης των λόγων αθωώσεως, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος, για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε και αθωώθηκε.
Οι περιεχόμενες δε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές ότι "... οι εναγόμενοι με τις παραπάνω ψευδείς διαβεβαιώσεις έπεισαν..." δεν αποτελούν δήλωση σχετικά με την ποινική ενοχή του εναγομένου - τότε κατηγορούμενου και ήδη αναιρεσείοντος. Ειδικότερα από το σύνολο των προεκτεθεισών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο, το μεν αξιολόγησε μόνον τα στοιχεία της σχετικής ποινικής διάταξης, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση τόσο της ποινικής, όσο και της αστικής ευθύνης, το δε περιορίστηκε ρητώς μόνον σ' αυτά, χωρίς να διαλάβει δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα τότε εναγόμενο - κατηγορούμενο.
Επομένως, οι πιο πάνω λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει, επικουρικά, ότι το Εφετείο με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (των άρθρων 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα). Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν αναφέρονται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμος, καθόσον με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, συνεκτιμώντας τις προαναφερόμενες νέες αποδείξεις, που δεν είχαν τεθεί υπόψη του ποινικού δικαστηρίου, η προσβαλλόμενη προέβη στη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν ήταν δε απαραίτητο, για την πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν στην προσβαλλομένη πρόσθετες αιτιολογίες.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ 1777/2011). Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα όπως είχε δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ) μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την υπ' αριθ. 96/2015 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής την αθωωτική κρίση της οποίας δεν αξιολόγησε. Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο συνεκτιμώντας ελεύθερα την ανωτέρω ποινική απόφαση, η οποία δεν έχει κατά νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υπό την επίκληση της διάταξης αυτής υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 903/2019, ΑΠ 876/2012, ΑΠ 176/2011).
Στην ένδικη περίπτωση, στην αναιρεσιβαλλομένη, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: "...οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διαδικασία επ' ακροατηρίου, η ένορκη βεβαίωση, τα έγγραφα, που προσκομίσθηκαν νόμιμα υπό των διαδίκων με επίκληση, αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα...", τα οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του, αποδεικτικού του πορίσματος περί παραδοχής της ένδικης αγωγής.
Επομένως, ο έκτος κύριος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ως αληθές το γεγονός ότι η κατάθεση του ποσού των 14.500 ευρώ από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης σε λογαριασμό που τηρούσε ο Α.Αγαπητός στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, έγινε με εντολή, σύμφωνη γνώμη και για λογαριασμό του αναιρεσείοντος για την προεξόφληση του υπολοίπου της συμφωνίας αυτού με την αναιρεσίβλητη, αναφορικά με το αιτούμενο, από αυτήν, ποσό, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, παρεκτός ότι είναι απαράδεκτος, αφού, με τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο, για την θεμελίωσή του, με το πρόσχημα της επικαλουμένης παράβασης πλήττεται, απαραδέκτως, η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1δ του ΚΠολΔ, όπως η πρώτη ίσχυε πριν την αντικ. με άρθρο 1 άρθρο 2 παρ 2 ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι είναι επιτρεπτή η απόδειξη με μάρτυρες συμβάσεων το αντικείμενο των οποίων υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ στην περίπτωση που, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 487/1982, ΑΠ 403/2020, ΑΠ 394/2011), αυτή δικαιολογείται από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές (ΑΠ 524/2002). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 903/2019, ΑΠ 835/2008). Με τον τέταρτο κύριο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (μάρτυρα) που ο νόμος δεν επιτρέπει (προς απόδειξη της καταβολής του ποσού των 59.500 ευρώ για την κατάρτισης της σύμβασης αγοραπωλησίας). Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση, μεταξύ άλλων, και αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές (άρθρο 394 παρ. 1δ ΚΠολΔ), και η τέλεση αδικοπραξίας και η εξ αυτής ζημία, όπως στην προκείμενη υπόθεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ , υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον κύριο πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτός νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών περί της αποδιδόμενης σ' αυτόν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς (απάτη).
Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την από 19-7-2010 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς την "ALFA GROUP", στην οποία εμφανίζεται ως εγγυητής της μεταξύ αυτών συναλλαγής και όχι συνέταιρος και συνιδιοκτήτης αυτής, β) τις φωτογραφίες του ενός και μόνον οχήματος που παρήγγειλε ο Κ. Α. από την "ALFA GROUP" και απεστάλησαν από την ηλεκτρονική διεύθυνση του Α.Α.
στην αναιρεσίβλητη, γ) την από 20-7-2011 έγκληση που υπέβαλε εναντίον της αναιρεσίβλητης για τη χειρόγραφη προσθήκη επί της εντολής κατάθεσης της ΑΤΕ ποσού 14.500 ευρώ, βάσει της οποίας ο Κ. Α. παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκιδικής για να δικασθεί για τις πράξεις της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και εν τέλει κηρύχθηκε αθώος, δ) το τιμολόγιο ποσού 1.800 ευρώ εκδόσεως της "ALFA GROUP" προς την " Ε.
Κ. & ΣΙΑ Ο.Ε" και την από 17-9-2010 απόδειξη καταβολής ποσού 1.300 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, γίνεται μνεία σ' αυτήν ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα ως προς τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας και την εξ αυτής ζημία της αναιρεσίβλητης έλαβε υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μάλιστα δε γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών και ειδικότερα της από 19-7-2010 επιστολής (υπό στοιχείο α'), των φωτογραφιών του οχήματος (υπό στοιχείο β'), του τιμολογίου ποσού 1.800 ευρώ εκδόσεως της "ALFA GROUP" και της από 17-9-2010 απόδειξης ποσού 1.300 ευρώ (υπό στοιχείο δ') στις σελίδες 14,10,16 και 17 αντίστοιχα της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκλησή τους ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των εγγράφων, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.
Ο ίδιος λόγος, καθ' όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Από τα άρθρα 298, 299 και 932 του ΑΚ προκύπτει, ότι τα νομικά πρόσωπα δικαιούνται να αξιώσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν υπέστησαν προσβολή που αναφέρεται στην πίστη, την υπόληψη, το μέλλον και γενικά στα αναγνωριζόμενα σε αυτά αγαθά από αδικοπραξία, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ. Κατά την έννοια δε του άρθρου τούτου, προς θεμελίωση ευθύνης από αδικοπραξία απαιτείται, εκτός των άλλων, να προξενηθεί σε άλλον ζημία από υπαίτια ενέργεια ή παράλειψη του δράστη και η ζημία να είναι παράνομη.
Παράνομη είναι η ζημία, όταν με την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη προσβάλλεται δικαίωμα εκείνου που υπέστη τη βλάβη το οποίο προστατεύεται από το νόμο ή και συμφέρον αυτού (ΑΠ 1303/2012). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.- Ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της εφέσεως πρέπει να περιέχει, πλην άλλων, και τους λόγους της εφέσεως, δηλαδή τις αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι συνεπεία του σφάλματος αυτού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, αφού το Εφετείο, λόγω του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως και όχι βάσει των τυχόν αποδιδομένων ειδικότερων σφαλμάτων εκτιμήσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υποθέσεως που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτά. Τέτοια υπέρβαση, όμως, η οποία να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει, όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόλα τα κεφάλαιά της, γιατί έκανε δεκτή την αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και το Εφετείο, το οποίο έχει την εξουσία λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία ζητείται η καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής, ερευνά αυτεπαγγέλτως, δηλαδή χωρίς την προβολή ειδικού παραπόνου, τη βασιμότητα της αγωγής και αφού εξαφανίσει την εκκαλουμένη απορρίψει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή (ΑΠ 1588/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο αναιρετήριο, το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, από την οποία η επίκληση του δεδικασμένου, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, οι παραδοχές του εφετείου και τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης (εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της κρίσιμης διάταξης) (ΑΠ 265/2011, ΑΠ 1591/2007).
Ακόμη, το δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι' αυτό για να θεμελιωθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο ρητά στο αναιρετήριο (1229/2011, ΑΠ 1054/2010).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1796/2013).Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρότι με την έφεσή του έπληξε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της, ως προς την υπαιτιότητά του και την εν γένει υποχρέωσή του προς αποζημίωση, και ενώ το Εφετείο εξαφάνισε αυτήν και έκρινε την υπόθεση επί της ουσίας στο σύνολό της, δέχθηκε ότι με την ασκηθείσα έφεση δεν προβάλλεται ειδικό παράπονο ως τα κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης και έτσι δεν διέλαβε δική του ουσιαστική κρίση και αποδεικτικό πόρισμα όσον αφορά το ζήτημα αν δικαιούται ή όχι η ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση και ποιου ποσού, ούτε αν η απαίτησή της πρέπει να εξοπλιστεί με μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης την προσωπική κράτηση, παρότι αμφισβήτησε τις αξιώσεις αυτές πρωτοδίκως και στο Εφετείο.
Αντιθέτως στηρίχθηκε σε ανύπαρκτο δεδικασμένο της πρωτόδικης απόφασης, δήθεν στηριζόμενο στο γεγονός ότι δεν προσέβαλε τις αντίστοιχες κρίσεις με λόγο έφεσης και δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο ως προς τις κρίσεις αυτές. Ο παραπάνω πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος εκτιμάται ως πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 16 του ιδίου άρθρου, καθόσον στην απόφαση του Δικαστηρίου της ουσίας όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της δεν περιέχεται οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δεδικασμένου), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τούτο, διότι, ο εναγόμενος δεν προσέβαλε με ειδικό λόγο έφεσης το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και το κεφάλαιο περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης, και κατά τη ρητή περί τούτου μνεία της προσβαλλομένης και, επομένως, κατά τα άνω κεφάλαια η πρωτόδικη απόφαση δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο, το οποίο δεν είχε λόγο να ερευνήσει τα παραπάνω μη μεταβιβασθέντα κεφάλαια και να διαλάβει ως προς αυτά αιτιολογίες, σημειουμένου ότι, τα υποστηριζόμενα από τον αναιρρεσείοντα, ότι το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και έκρινε την υπόθεση επί της ουσίας στο σύνολό της, είναι αβάσιμα, αφού, όπως προεκτέθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής του αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του τελευταίου.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2019 αίτηση και τους από 3-12-2020 πρόσθετους λόγους του Κωνσταντίνου Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 739/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ