Legislator Case Law & Legislation
1187/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against labor dismissal, remanding case to correct procedural defect regarding defendant's participation.

Case Number 1187/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a labor court judgment regarding an employee's dismissal. The defendant, an individual, failed to appear or be represented by a lawyer at the retrial, while the State was present. The Court found the lower court erred by accepting the appeal without verifying the defendant's legal summons, leading to a remand for proper proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 495, 498, 568, 576, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; If a defendant fails to appear at a retrial without valid legal representation, the court must verify the summons; if the summons was invalid, the retrial is inadmissible, otherwise the court proceeds.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Retrial Procedure Legal Representation Procedural Defect Labor Dismissal Supreme Court Remand for Trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 106, 108, 110, 74, 75, 98, 96, 104, 495, 498, 568, 576, 580, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Law 1738/1987
Law 2579/1998

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1187/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευστράτιο Ηλιαδέλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Κ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 491/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 20/1/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

(I).- Από τα άρθρα 106, 108, 110 παρ.2, 74, 75, 98, 96 παράγραφοι 1 και 3, 104, 495, 498 παρ.1, 568 παράγραφοι 1, 2 και 4, 576 παράγραφοι 1, 2 και 3 ΚΠολΔ -και όπως το άρθρο 96 ΚΠολΔ ισχύει από 22.12.2017, κατά τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α. 201 / 22.12.2017) - προκύπτουν (και) τα εξής: Αν, κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί διάδικος ή δεν μετάσχει, σε αυτή, κανονικά, δηλ. με δικηγόρο, που να έχει πληρεξουσιότητα και να έχει χορηγηθεί, η πληρεξουσιότητα, με τον τύπο, που ο νόμος ορίζει, το δικαστήριο ερευνά, αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους έχει επισπεύσει τη συζήτηση (ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 1395/2017). Ειδικότερα, επί δίκης αναιρέσεως, στην οποία δεν μετέχουν περισσότεροι, αν ο αντίδικος του διαδίκου, που επέσπευσε, εγκύρως, τη συζήτηση, δεν εμφανισθεί ή δεν εκπροσωπηθεί, κατά νόμο, από δικηγόρο, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν νομίμως κλητεύθηκε. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση, με νέα κλήτευση (κλήση). Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου, που νομίμως έχει κλητευθεί. Την κλήτευση επικαλείται ο διάδικος, που παρίσταται (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ 1374/2017).

Υπόκειται προς κρίση, η από 20.11.2017 [Γ.Α.Κ. 8733/Ε.Α.Κ. 837/21.11.2017 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, το οποίο νομίμως εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών κατά του αναιρεσίβλητου Ι. Κ. του Η. φέρεται δε, προς συζήτηση, κατά νόμο, με την από 11.9.2019 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά από ματαίωση στη νόμιμη δικάσιμο της 13.11.2018 [άρθρα 260, 230 παρ.2, 573 παρ.1, 568 παρ.4 εδ. (α) ΚΠολΔ], Με την αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 37/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε, την 12.1.2016, αντιμωλία των διαδίκων, επί των αντιθέτων εφέσεων (i).- από 12.11.2012 του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου και (ii).- από 2.3.2015 του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος.

Εκκαλούμενη ήταν η 491/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε, την 6.3.2012, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 29.12.2009 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Η αγωγή αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος κατά του εναγομένου από παροχή εργασίας, στα έτη 2008 και 2009, με διαδοχικές συμβάσεις.

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, στη σειρά της, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Τη συζήτηση της αναιρέσεως επισπεύδει το αναιρεσείον. Από τις 5913/26.11.2019 και 5914/26.11.2019 εκθέσεις επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε.

Γ. Α., τις οποίες το αναιρεσείον, προσκομίζει και επικαλείται, κατά νόμο, με τις έγγραφες προτάσεις του, προκύπτει, αντιστοίχως ότι ακριβές αντίγραφο της από 20.11.2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου για την 13.11.2018, οπότε η συζήτησή της ματαιώθηκε καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 11.9.2019 κλήσεως προς συζήτησή της στη νόμιμη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (11.2.2020), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, στον αναιρεσίβλητο [άρθρα 122, 123, 124 παρ.2, 568 παρ.4, 127 παρ.1, 139 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο 6 Α κ.δ.

της 26.6. - 10.7.1944 (ΦΕΚ Α. 139), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ.3 ν. 4305/2014 (ΦΕΚ Α. 237/31.10.2014)]. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, ως να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες, ήτοι παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου, που, ως άνω, νομίμως κλητεύθηκε.

Περαιτέρω, με την 491/2012 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και μερικώς βάσιμη στην ουσία, μόνο, ως προς την επικουρική της βάση, κατά το κεφάλαιο της αποζημιώσεως καταγγελίας, ενώ, ως προς την κυρία βάση της, καθ' όλα τα κεφάλαια, απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη. Έτσι, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (1.199,97 ευρώ Χ 1 μήνα + 1/6 =) 1.399,97 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, κατ7 εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό προς το άρθρο 55 παράγραφοι 2 και 1 εδ. (α) περίπτωση (1) π.δ. 410/1988.

Με την 37/2016 απόφαση, που προσβάλλεται, (α).- οι αντίθετες εφέσεις συνεκδικάσθηκαν, (β).- έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία, η από 2.3.2015 έφεση, επίσης, καταδικάσθηκε το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσίβλητου) Ι. Κ. για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, (γ).- έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, η από 12.11.2012 έφεση, (δ).- εξαφανίσθηκε η 941/2012 απόφαση, μόνο, καθ' όσον η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και μερικώς βάσιμη στην ουσία, ως προς την επικουρική της βάση, κατά το κεφάλαιο της αποζημιώσεως καταγγελίας, (δ).- κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, κατά το κεφάλαιο αυτό, κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη στην ουσία, ενώ συμψηφίσθηκε η δικαστική δαπάνη στο σύνολο της μεταξύ των διαδίκων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Ειδικότερα, υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (1.199,97 ευρώ Χ 2 μήνες + 1/6 =) 2.799,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως αποζημίωση καταγγελίας των επίδικων συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 4 ν. 3198/1955 και 1, 3 ν. 2112/1920 (η πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, ως προς την κυρία βάση, καθ' όλα τα κεφάλαια, επικυρώθηκε).

Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.11.2017, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση στο αναιρεσείον, την 24.10.2017, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της 37/2016 αποφάσεως [άρθρα 122, 123, 139 παρ.3, 552, 553, 556, 558, 566 παρ.1, 564 παρ.1, 144, 145 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 5, 6, 10, 1 παρ.1 κ.δ.

της 26.6. / 10.7.1944]. Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].

(II).- Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).

Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ' ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή, αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.

Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019).

(III).- Το άρθρο 7 π.δ. 164/2004 (ΦΕΚ Α. 134 / 19.7.2004 - διορθώσεις σφαλμάτων στο ΦΕΚ Α. 135 / 19.7.2004) ορίζει (και) ότι: "Οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 και 6 του παρόντος διατάγματος, είναι, αυτοδικαίως, άκυρη" [παρ. 1]. "Σε περίπτωση, που η άκυρη σύμβαση εκτελέσθηκε, εν όλω ή εν μέρει, καταβάλλονται στον εργαζόμενο τα οφειλόμενα, βάσει αυτής, χρηματικά ποσά, τυχόν δε, καταβληθέντα, δεν αναζητούνται.

Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα για το χρόνο, που εκτελέσθηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας, να λάβει, ως αποζημίωση, το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του. Εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης, με βάση τις άκυρες συμβάσεις" [παρ. 2 εδάφια (α), (β) και (γ)].

Τα άρθρα 5 και 6 π.δ. 164/2004 αφορούν, αντιστοίχως, στις συμβάσεις και στην ανώτατη χρονική τους διάρκεια, που καταρτίζονται, διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας. Εξ άλλου, η αποζημίωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου διέπεται από την ειδική ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 55 (κεφάλαιο Β') π.δ. 410/1988 (ΦΕΚ Α. 191 / 30.8.1988), στο οποίο (π.δ.) περιλαμβάνεται και ο ν. 993/1979 (ΦΕΚ Α. 281 / 21.12.1979), ενώ, κατά το άρθρο 89 π.δ. 410/1988, εφαρμόζονται, συμπληρωματικά, όπου δεν ορίζεται, διαφορετικά, στο π.δ. 410/1988, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Η αποζημίωση καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικού, το οποίο έχει συνεχή υπηρεσία στο Δημόσιο, από ένα έτος μέχρι τρία έτη, καθορίζεται στο ποσό των αποδοχών ενός μηνός [άρθρο 55 παρ.1 εδ. (α) περίπτωση (1) π.δ. 410/1988], ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως [άρθρο 55 παρ.2 εδ. (α) π.δ. 410/1988], τακτικές αποδοχές αποτελούν ο μισθός και κάθε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, που χορηγείται, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και τα επιδόματα αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα αποτελούν προσαύξηση των τακτικών αποδοχών, ίση προς το 1/6 της όλης αποζημιώσεως [άρθρο 55 παράγραφοι 1 εδ.(α) περίπτωση (1) και 2 εδ. (α) π.δ. 410/1988].

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η αποζημίωση καταγγελίας, χωρίς προειδοποίηση, ειδικότερα, της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου, ο οποίος έχει χρόνο υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, από ένα έτος συμπληρωμένο μέχρι τέσσερα έτη, καθορίζεται στο ποσό των αποδοχών δύο μηνών, ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται, με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, τακτικές αποδοχές αποτελούν ο μισθός και κάθε άλλη παροχή σε χρήμα ή σε είδος, που χορηγείται, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και τα επιδόματα αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα αποτελούν προσαύξηση των τακτικών αποδοχών, ίση προς το 1/6 της όλης αποζημιώσεως [άρθρα 4 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98), 1, 3 παράγραφοι 2 και 1 εδ. (α) ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57), 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 (ΦΕΚ Α 57), 1 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250), 95/1949 Δ.Σ. 'περί προστασίας του ημερομισθίου' - κύρωση με το άρθρο 'πρώτον' ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138), 28 παρ.1 Σ, Κοινές Αποφάσεις Υπ.

Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981 (ΦΕΚ Β. 742) και 12921/1981 (ΦΕΚ Β. 212)]. Έτσι, στην περίπτωση άκυρης συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας του επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, κατά το άρθρο 7 παρ.1 π.δ. 164/2004, η αποζημίωση καταγγελίας, που δικαιούται το προσωπικό αυτό, κατά το άρθρο 7 παρ.2 εδ. (β) π.δ. 164/2004, διέπεται από την ειδική ρύθμιση των διατάξεων του άρθρου 55 π.δ. 410/1988 (ΑΠ 1711/2018).

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην 37/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 410/1988, σε συνδυασμό προς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 ν. 3198/1955 και 1, 3 ν. 2112/1920, που εφήρμοσε και, έτσι, η αγωγή, κατά την επικουρική βάση, έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη' ενώ έπρεπε να εφαρμόσει την ουσιαστικού διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 55 παράγραφοι 1 εδ. (α) περίπτωση (1) και 2 εδ. (α) π.δ. 410/1988, με την προσαύξηση (1/6) της όλης αποζημιώσεως για τα επιδόματα αδείας καθώς και εορτών Χριστουγέννων - Νέου Έτους και Πάσχα.

Κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχείο (II) μείζονα σκέψη, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός (ορισμένος). Περαιτέρω, από την με ημερομηνία 29.12.2009 ένδικη αγωγή και την 37/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, τις οποίες ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας του λόγου αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα εξής:

Στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθετε ότι με διαδοχικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (από 9.6.2008 μέχρι 15.10.2008, από 24.10.2008 μέχρι 31.12.2008 και από 2.1.2009 μέχρι 30.9.2009), απασχολήθηκε στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) και, συγκεκριμένα, σε διάφορες Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, ως αρχαιοφύλακας και ότι οι (μικτές) τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, κατά τον τελευταίο μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των 1.199,97 ευρώ. Ζήτησε, στη συνέχεια (κατά την επικουρική βάση της αγωγής) να υποχρεωθεί το εναγόμενο, σε περίπτωση ακυρότητας των επίμαχων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, να του καταβάλει το ποσό των (1.199,97 ευρώ Χ 2 μήνες + 1/6 =) 2.799,92 ευρώ, ως αποζημίωση του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 164/2004.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 37/2016 απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], τα εξής ουσιώδη: "Την 9.6.2008, ο ενάγων προσλήφθηκε από την Α' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, ως ημερήσιος φύλακας των αρχαιοτήτων της ….

Η σύμβαση αυτή έληξε, την 15.10.2008. Ακολούθως, την 24.10.2008, ο ενάγων προσλήφθηκε εκ νέου από την ίδια Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του, ως ημερήσιος φύλακας του Αρχαιολογικού χώρου της … υπό τους ίδιους όρους και καθήκοντα. Η σύμβαση αυτή έληξε, την 31.12.2008. Την 2.1.2009, ο ενάγων επαναπροσλήφθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, με την ίδια ειδικότητα και παρεμφερείς όρους και τοποθετήθηκε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, όπου εργάσθηκε μέχρι την 30.9.2009, οπότε έληξε η σύμβασή του.

Οι (μικτές) τακτικές μηνιαίες αποδοχές του, κατά τον τελευταίο, πριν από την απόλυσή του, μήνα, ανέρχονταν στο ποσό των (1.199,97) ευρώ. Οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν, μετά την 19.7.2004, υπό το κράτος ισχύος της διατάξεως του άρθρου 5 π.δ. 164/2004, μεταξύ των οποίων μεσολαβούσε χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών και η σύναψη των οποίων δεν δικαιολογείται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, συναπτόμενο με την εξυπηρέτηση των ειδικών ομοειδών αναγκών, που σχετίζονται, αμέσως και ευθέως, με τη μορφή, το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης του εργοδότη, είναι, αυτοδικαίως, άκυρες.

Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει, ως αποζημίωση, το ποσό, που θα ελάμβανε και ο αντιστοίχως απασχολούμενος, με έγκυρη σύμβαση αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, που, στην προκειμένη περίπτωση, ανέρχεται σε (1.199,97 ευρώ Χ 2 μήνες = 2.399,94 ευρώ + 1/6 =) 2.799,92 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται αποζημίωση, ανερχόμενη στις αποδοχές ενός μηνός, ήτοι 1.399,96 ευρώ, έσφαλε στην εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 ν. 31198/1955 και 1, 3 ν. 2112/1920, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, με τον δεύτερο λόγο της από 12.11.2012 έφεσης του" [οι λοιποί λόγοι της από 12.11.2012 εφέσεως απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι].

Με την κρίση αυτή, το εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδ. (β) και (γ) π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό προς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 ν. 3198/1955 και 1, 3 ν. 2112/1920, που εφήρμοσε ενώ, έπρεπε να εφαρμοσθεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 εδάφια (β) και (γ) π.δ. 164/2004, σε συνδυασμό προς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 55 παράγραφοι 1 εδ. (α) περίπτωση (1) και 2 εδ. (α) π.δ. 410/1988.

Τούτο διότι, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές, πρόκειται για περισσότερες άκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, επί σχέσει ιδιωτικού δικαίου, του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος), εργαζομένου - προσωπικού του αναιρεσείοντος (εναγομένου) ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, που εκτελέσθηκαν. Δικαιούται, συνεπώς, τελευταίος (αναιρεσίβλητος) να λάβει την αποζημίωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αντίστοιχου, με σχέση ιδιωτικού δικαίου, προσωπικού του Δημοσίου.

Επομένως, το εφετείο και, όπως εκτέθηκε στις υπό στοιχεία (II) και (III) νομικές σκέψεις, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Πρέπει, ως εκ τούτου, με την παραδοχή του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ως . βάσιμου, να αναιρεθεί μερικώς η 37/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ήτοι καθ' όσον έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, η από 12.11.2012 έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφανίσθηκε η 941/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως καταγγελίας, κατά την επικουρική βάση της αγωγής, κρατήθηκε η υπόθεση και η από 29.12.2009 αγωγή, ως προς την επικουρική βάση, κατά το κεφάλαιο αυτό, κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη στην ουσία και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (2.799,92) ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση? και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το ποσό των 1.399,97 ευρώ (1199,97 Χ 1 μήνα + 1/6), με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επίσης, συναναιρείται η 37/2016 απόφαση, κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, τα οποία συμψηφίσθηκαν, ως άνω, αφού το κεφάλαιο αυτό των δικαστικών εξόδων έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα [άρθρο 579 παρ.1 ΚΠολΔ].

Κατά το ισχύον άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα. Πρέπει, συνεπώς, κατά το πιο πάνω άρθρο 580 παρ.3 εδ. (α) ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση, να δικάσει επί της από 12.11.2012 εφέσεως στην έκταση του δευτέρου λόγου της, να γίνει τυπικά δεκτή η από 12.11.2012 έφεση και να απορριφθεί αυτή (στην έκταση του δευτέρου λόγου της) κατ' ουσία.

Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει, μειωμένη, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ [άρθρα 176, 183, 106, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957 (ΦΕΚ Α. 79), σε συνδυασμό προς τα άρθρα 52 αριθμός 18 ΚΠολΔ, 5 παρ.12 ν. 1738/1987 (ΦΕΚ Α. 200), 28 παρ.5 v. 2579/1998 (ΦΕΚ Α. 31) και την 134423 / 8.12.1992 (ΦΕΚ Β. 11/20.1.1993) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 37/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 12.11.2012 εφέσεως, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, κατά την έκταση του δευτέρου λόγου της.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ στην ουσία την από 12.11.2012 έφεση, κατά την έκταση του δευτέρου λόγου της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24 Νοεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ