Legislator Case Law & Legislation
1187/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against employer's dismissal due to repeated misconduct and lack of justification.

Case Number 1187/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employee's appeal against his termination, upholding the lower court's decision that the dismissal was justified. The court found the employer's actions were not arbitrary but a necessary response to the employee's repeated misconduct and breach of trust. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the employee was ordered to pay the employer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 167, 168, 648, 669 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code; Article 25 of the Constitution: The employer's right to terminate an indefinite-term contract is not unlimited and is subject to the limits of good faith and social purpose; termination is justified when the employee's conduct creates a situation that cannot be effectively addressed by milder disciplinary measures.

Keywords

AI generated
termination of employment justified dismissal good faith principle repeated misconduct breach of trust proportionality test legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 167, 168, 648, 669 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Article 3 of Law 2112/1920
Article 5 of Law 3198/1955
Article 2 of Law 2556/1997
Article 281 of the Civil Code
Article 25 of the Constitution
Article 30 of Law 4359/2016
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1187/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Περπατάρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... AE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γιάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος ανακάλεσε την κατ' άρθρο 242 παρ.1 ΚΠολΔ δήλωση και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν η 987/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1260/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3 παρ.1, 5 του β.δ. από 16/7/1920 και 5 παρ.3 του ν. 3198/1955, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.4 του ν. 2556/1997, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και είτε έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα μισθολόγια που τηρούνται για το ΙΚΑ είτε αυτός έχει ασφαλισθεί προσηκόντως.

Σε περίπτωση, που δεν τηρηθεί έστω και μία από τις ανωτέρω διατυπώσεις, λ.χ εάν η καταγγελία γίνει προφορικά ή δεν καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, η απόλυση θεωρείται άκυρη. Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι καταρχήν ελεύθερη και χωρεί οποτεδήποτε, εκτός εάν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου.

Πλην, όμως, το δικαίωμα αυτό του εργοδότη δεν είναι απεριόριστο, αλλά υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, κατά το οποίο "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται όταν αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος".

Ως εκ τούτου, το δικαίωμα του εργοδότη να προβαίνει μονομερώς σε απόλυση των μισθωτών του, δεν είναι ανεξέλεγκτο και απεριόριστο, αλλά υπόκειται στην κρίση των δικαστηρίων. Δηλαδή, εξετάζεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εάν η απόλυση έγινε σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης ή τα χρηστά ήθη, καθώς επίσης και εάν τυχόν αντίκειται στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Η προφανής δε υπέρβαση των ανωτέρω ορίων έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα της γενομένης απόλυσης, οπότε ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται να του καταβάλλει τις προσήκουσες αποδοχές (ΑΠ 1683/ 2012, ΑΠ 958/2007). Εξάλλου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει όταν η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, εξαιτίας προηγηθείσας νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι η διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εργασιακή σχέση.

Δεν θεωρείται, όμως, καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους του ή προς συναλλασσόμενους με την επιχείρηση του εργοδότη, εξαιτίας της οποίας διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία και τάξη της επιχείρησης ή πλήττεται σοβαρά το όνομα, η φήμη και η αξιοπιστία της προς τους συναλλασσόμενους με αυτήν και γενικότερα προς τον κόσμο των συναλλαγών (ΑΠ 1683/2012, ΑΠ 869/2009, ΑΠ 414/2008).

2.Στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.

Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Σύμφωνα με την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, όπως αποτυπώθηκε ερμηνευτικά στην πρόσφατη ΟλΑΠ 9/2015, στην "αρχή της αναλογικότητας" προσδόθηκε ρητώς "συνταγματική υφή" έτσι, ώστε στο πλαίσιο του κράτους δικαίου η απόλαυση των ατομικών δικαιωμάτων ενός προσώπου να μην περιορίζεται, ούτε από την κρατική εξουσία ούτε από τη δικαιοδοτική λειτουργία, περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία είτε των δημοσίων συμφερόντων είτε των ατομικών δικαιωμάτων άλλου προσώπου.

Ειδικότερα, όταν τα δικαστήρια επιλαμβάνονται ιδιωτικών διαφορών, πρέπει να εφαρμόζουν τις προσήκουσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Με άλλα λόγια, πρέπει να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές με τρόπο που να εξασφαλίζει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, χάριν αποτελεσματικής προστασίας των εκατέρωθεν θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Πράγμα που σημαίνει ότι το είδος ή τα μέσα του δικαστικού καταναγκασμού και οι έννομες συνέπειες, που από αυτόν επέρχονται υπέρ του δικαιούχου ή σε βάρος του υποχρέου, πρέπει να είναι α) πρόσφορα, ήτοι απολύτως κατάλληλα για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαία, ήτοι να τηρούν το μέτρο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέσα δικαστικού καταναγκασμού, το οποίο επιφέρει τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό των δικαιωμάτων του διαδίκου σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και γ) αναλογικά, ήτοι να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η ωφέλεια που επιφέρουν στο δικαιούχο να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν στον υπόχρεο.

Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που εκδηλώνεται και με την εκ μέρους αυτού υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή προβλέπεται, ελέγχεται ευθέως ως αναιρετική πλημμέλεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 ή/και αρ.19 ΚΠολΔ (ΑΠ 371/2018).

Ενόψει όλων αυτών, είναι άκυρη, ως καταχρηστική και αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, όταν, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι, σε συγκεκριμένη περίπτωση, αντί της επιλογής της καταγγελίας, η αποκατάσταση της εργασιακής ειρήνης στην επιχείρηση και η ικανοποίηση των συμφερόντων του εργοδότη θα μπορούσαν αποτελεσματικά να εξασφαλιστούν με τη λήψη ηπιότερων μέτρων, όπως τυχόν η επιβολή ανάλογης πειθαρχικής ποινής στον εργαζόμενο, η μετάθεσή του, η ανάθεση άλλων καθηκόντων κλπ, ώστε να διαφυλάσσεται παράλληλα και το συμφέρον αυτού για διατήρηση της θέσεως εργασίας, ως μέσου βιοπορισμού και ανάπτυξης της επαγγελματικής και προσωπικής υπόστασής του (ΑΠ 902/98, ΑΠ 97/91, ΑΠ 1915/90, ΣτΕ 2112/1984).

3.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, προσλήφθηκε την 3-4-2006 από την εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρεί τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, στο τμήμα παραλαβών του καταστήματός της, στο ..., όπου εργάσθηκε μέχρι την 8-10-2013, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση.

Ότι μέχρι και το έτος 2010 ο ενάγων συμμετείχε στη διαδικασία αξιολόγησης της απόδοσης των υπαλλήλων, αλλά από το έτος 2011 και εντεύθεν αρνιόταν να συνυπογράφει τα σχετικά έντυπα, καθόσον το επιχειρησιακό συνδικαλιστικό σωματείο του οποίου ήταν μέλος, είχε συστήσει στα μέλη του να μην υπογράφουν σ' αυτό.

Ότι η αξιολόγηση προβλέπει κλίμακα από 1 έως 5, όπου το 1 σημαίνει ότι ο κρινόμενος υπολείπεται κατά πολύ από τα προσδοκώμενα, το 2 ότι υπολείπεται από τα προσδοκώμενα, το 3 ότι απέδωσε τα προσδοκώμενα, το 4 ότι ξεπέρασε τα προσδοκώμενα και το 5 ότι ξεπέρασε κατά πολύ τα προσδοκώμενα. 'Ότι το έτος 2010 ο ενάγων βαθμολογήθηκε όσον αφορά τη συνολική αξιολόγηση των στόχων με 2,3 και ρητή αναφορά ότι "δεν δείχνει ενδιαφέρον για προσωπική ανάπτυξη", όσο δε αφορά τη συνολική αξιολόγηση της απόδοσης του με 2,7 και ρητή αναφορά ότι "δεν προσαρμόζεται εύκολα" και "δεν ενδιαφέρεται για προσωπική ανάπτυξη".

Το έτος 2011 ο ενάγων βαθμολογήθηκε όσον αφορά τη συνολική αξιολόγηση των στόχων με 2,3 όσο δε αφορά τη συνολική αξιολόγηση της απόδοσης του με 2,3 και ρητή αναφορά ότι "πρέπει να είναι πιο τυπικός στην τήρηση του ωραρίου", ότι "χρειάζεται προσπάθεια για βελτίωση της προσαρμοστικότητας στις οργανωτικές αλλαγές" και "δεν ενδιαφέρεται για την προσωπική εξέλιξη".

Ότι το έτος 2012 ο ενάγων βαθμολογήθηκε όσον αφορά την αξιολόγηση των στόχων με 2,5 και ρητή αναφορά ότι "χρειάζεται μεγαλύτερη προσπάθεια χωρίς προτροπή", όσο δε αφορά την αξιολόγηση των ικανοτήτων με 2,8 με ρητή αναφορά ότι "υπάρχει η ποιότητα στην εργασία του, αλλά όχι η αναμενόμενη ποσότητα" και ότι "είναι ομαδικός και κοινωνικός, μπορεί και καλύτερα" και η συνολική αξιολόγηση της απόδοσης του βαθμολογήθηκε με 2,7.

Ότι από τις προαναφερόμενες αξιολογήσεις ο ενάγων έχει συνυπογράψει αυτή του έτους 2010. Ότι με αφορμή τη μη υπογραφή του εντύπου αξιολόγησης του έτους 2012, τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τον συνάδελφο του Λ. Κ., στον οποίο έγινε έγγραφη επίπληξη από την εναγομένη και προκειμένου να διαλευκανθεί το θέμα, οι εν λόγω εργαζόμενοι μετέβησαν στο τηρούμενο αρχείο του υποκαταστήματος, όπου εντοπίστηκε μεταξύ άλλων και το έντυπο αξιολόγησης του έτους 2011 το οποίο φαινόταν ότι είναι υπογεγραμμένο στη θέση υπογραφής του αξιολογούμενου και πάνω από την πλήρη αναγραφή του ονόματος του ενάγοντος, χωρίς όμως ο τελευταίος να το έχει στην πραγματικότητα υπογράψει.

Ότι μετά ταύτα οι δύο εργαζόμενοι απευθύνθηκαν εγγράφως προς το διευθυντή του καταστήματος όπου εργάζονταν, Ε. Χ., με το από 1-4-2013 έγγραφό τους, το οποίο παρελήφθη από την εναγόμενη την 12-4-2013, με το οποίο ανέφεραν ότι εντόπισαν έντυπα αξιολόγησης του έτους 2011 υπογεγραμμένα με τα ονόματα τους, χωρίς ωστόσο να τα έχουν υπογράψει οι ίδιοι, καθόσον αυτοί εκ πεποιθήσεως δεν τα υπογράφουν και ζήτησαν να διασαφηνισθεί το ζήτημα.

Ότι επειδή δεν έλαβαν καμιά απάντηση, ο ενάγων επανήλθε με την από 5-7-2013 νεότερη αίτησή του και, διαμαρτυρόμενος για την εκκρεμότητα, ζητούσε την έγγραφη απάντηση της εναγόμενης και τη χορήγηση σε αυτόν ακριβούς αντιγράφου του εντύπου αξιολόγησήης του για το έτος 2011. Ότι ο ως άνω διευθυντής αρνήθηκε να παραλάβει την αίτηση και ζήτησε από τον ενάγοντα να αλλάξει μία παράγραφο.

Ότι, μετά ταύτα, ο ενάγων απέστειλε την αίτηση του με δικαστικό επιμελητή, ο οποίος την επέδωσε την 16-7-2013 στον υποδιευθυντή του καταστήματος Β. Ζ., που την παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Ότι κατόπιν τούτων η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 20-7-2013 απαντητική επιστολή της, η οποία υπογραφόταν από το διευθυντή του καταστήματος και στην οποία αναφερόταν ότι η εναγομένη, αμέσως μόλις έλαβε γνώση του ως άνω περιστατικού, είχε διερευνήσει την υπόθεση και περί το τέλος Μαρτίου 2013 είχε διαπίστωσε ότι ο τότε προϊστάμενος του ενάγοντος (Δ.

Μ.) είχε θέσει στη θέση του αξιολογούμενου στο έντυπο της αξιολόγησης του έτους 2011 την υπογραφή του ενάγοντος (όπως, αντιστοίχως, και τις υπογραφές άλλων δέκα εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του συναδέλφου του ενάγοντος Λ. Κ.), γεγονός το οποίο ομολόγησε ο προαναφερόμενος προϊστάμενος και είχε ως συνέπεια την απόλυσή του.

Ότι, ανεξάρτητα από το ως άνω περιστατικό, την 24-1-2012 και κατά την ετήσια ενημερωτική συνάντηση του προσωπικού του καταστήματος με τη διοίκηση της εταιρίας, ο ενάγων συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο ανάρμοστο έναντι των παρευρισκομένων προϊσταμένων του και συγκεκριμένα με φωνασκίες αλλά και προκλητικό ύφος (απειλητική όρθια στάση, πρόταση άνω άκρων προς τους συνομιλητές και προσβλητικός ενικός) δημιούργησε ένα περιβάλλον ακατάλληλο για κάθε είδους συζήτηση και επικοινωνία που σε καμία περίπτωση δεν άρμοζε στον απόλυτα επαγγελματικό χαρακτήρα της συνάντησης, ταυτόχρονα δε επιτέθηκε λεκτικά στο διευθυντή του καταστήματος, προσβάλλοντάς τον παρουσία όλων των συνεργατών και δημιουργώντας λανθασμένες εντυπώσεις, μολονότι κατά τον πρόλογο της συνάντησης είχε γίνει ειδική αναφορά στην επαγγελματική στάση που θα έπρεπε να υπάρχει κατά τη συνάντηση, καθόσον και παλαιότερα είχαν γίνει υποδείξεις στον ενάγοντα για τη συμπεριφορά του που είχε ξεπεράσει τα επαγγελματικά πλαίσια.

Ότι η εναγομένη θεωρώντας ότι αυτή η συμπεριφορά του ενάγοντος υποδήλωνε ασέβεια απέναντι στο διευθυντή και σαν συνάδελφο και ότι παραβίαζε το άρθρο 10 παρ.3 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας, εφιστώντας του την προσοχή στο μέλλον να δείχνει τον απαραίτητο σεβασμό, επέβαλε στον ενάγοντα με το από 26-1-2012 έγγραφο της την ποινή της επίπληξης.

Ότι ο ενάγων, όταν κλήθηκε να λάβει γνώση του εγγράφου και να το υπογράψει, αρνήθηκε, παρουσία των Ε. Χ., διευθυντή καταστήματος, Δ. Μ., προϊστάμενου τμήματος και Δ. Μ., υποδιευθυντή καταστήματος και για το λόγο αυτό το έγγραφο υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι στα πλαίσια της διαδικασίας στοχοθέτησης και αξιολόγησης που ισχύει για όλους τους εργαζόμενους στην εναγομένη εταιρία, ο ενάγων, ο οποίος προσκλήθηκε για κατ' ιδίαν συνάντηση με τον προϊστάμενο του, Δ.

Μ., προκειμένου να συζητήσουν σχετικά, παρέστη στη συνάντηση, πλην όμως αρνήθηκε, παρά το ότι του ζητήθηκε επανειλημμένα, να υπογράψει ότι έλαβε γνώση της αξιολόγησής του και παρέλαβε το σχετικό έντυπο, όπως προβλέπεται από τη σχετική διαδικασία. Ότι λόγω της μη συμμετοχής του στην ανωτέρω διαδικασία, η οποία συνιστά παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων και συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα (άρθρο 14 παρ.2 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας), η εναγομένη με το από 21-3-2013 έγγραφό της του επέβαλε και πάλι την ποινή της επίπληξης.

Ότι ο ενάγων, μολονότι κλήθηκε να λάβει γνώση του εγγράφου αυτού και να υπογράψει, αρνήθηκε, παρουσία των Ε. Χ., διευθυντή καταστήματος, Δ. Μ., προϊστάμενου τμήματος και Β. Ζ., β' υποδιευθυντή καταστήματος και για το λόγο αυτό το έγγραφο υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι εν συνεχεία την 15-5-2013 ο υποδιευθυντής του καταστήματος Δ.

Μ. παρατήρησε προφορικά τον ενάγοντα για το ότι δεν φορούσε τα προβλεπόμενα για τη θέση του υποδήματα ασφαλείας, γεγονός που συνέβη και την επόμενη ημέρα και ήταν επικίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα, ενώ η τήρηση όλων των ατομικών μέτρων προστασίας είναι υποχρεωτική, καθόσον αυτά προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία.

Ότι με το από 21-5-2013 έγγραφο επιβλήθηκε και πάλι στον ενάγοντα η ποινή της επίπληξης και του επιστήθηκε η προσοχή να είναι στο μέλλον απόλυτα συνεπής με την τήρηση όλων των μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται για να μην τεθεί σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα τόσο του ιδίου όσο και των λοιπών συνεργατών ή πελατών της εναγομένης.

Ότι ο ενάγων, μολονότι κλήθηκε να λάβει γνώση του εγγράφου αυτού και να το υπογράψει, αρνήθηκε, παρουσία των Ε. Χ., διευθυντή καταστήματος, Δ. Μ., υποδιευθυντή καταστήματος και Β. Ζ., β' υποδιευθυντή καταστήματος και για το λόγο αυτό υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι ο ενάγων την 9-7-2013 και περί ώρα 10:35 συμπεριφέρθηκε ανάρμοστα στο διευθυντή του καταστήματος, Ε.

Χ. και συγκεκριμένα, ενώ προσήλθε στο γραφείο του τελευταίου προκειμένου να του παραδώσει την προαναφερθείσα αίτηση και επειδή ο τελευταίος δεν την παραλάμβανε ζητώντας του να αλλάξει μία παράγραφο από το κείμενο, άρχισε να φωνάζει, παρουσία της γραμματέως του, μη επιδεικνύοντας σεβασμό απέναντι σ' αυτόν, τόσο ως προϊστάμενο όσο και ως συνάδελφο, παραβιάζοντας το άρθρο 10 παρ.3 του εσωτερικού κανονισμού εργασίας, σύμφωνα με το οποίο η συμπεριφορά του εργαζομένου πρέπει να είναι ευπρεπής απέναντι σε κάθε συνάδελφο του.

Ότι με το από 9-7-2013 έγγραφο επιβλήθηκε στον ενάγοντα η ποινή της επίπληξης και του επιστήθηκε η προσοχή στο μέλλον να επιδεικνύει τον απαραίτητο σεβασμό προς τους συνεργάτες της εναγομένης. Ότι και πάλι ο ενάγων, μολονότι κλήθηκε να λάβει γνώση του εγγράφου αυτού και να το υπογράψει, αρνήθηκε, παρουσία των Ε.

Χ., διευθυντή καταστήματος, Β. Ζ., β' υποδιευθυντή καταστήματος και Μ. Λ., β' προϊσταμένης τμήματος να το υπογράψει και για το λόγο αυτό το έγγραφο υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι περαιτέρω την 2-10-2013 παρατηρήθηκε από την Μ. Π., β' προϊσταμένη τμήματος, επειδή δεν φορούσε τα προβλεπόμενα για τη θέση του υποδήματα ασφαλείας, στη σύσταση δε που του έγινε απάντησε απαξιωτικά ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τα ξαναφορέσει, προφασιζόμενος ότι μυρίζουν άσχημα, γεγονός που συνέβη και την επόμενη ημέρα, πράγμα επικίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα.

Ότι με το από 3-10-2013 έγγραφο επιβλήθηκε και πάλι στον ενάγοντα η ποινή της επίπληξης και του επιστήθηκε η προσοχή να είναι απόλυτα συνεπής στο μέλλον με την τήρηση όλων των μέτρων που προβλέπονται για να μην τεθεί σε κίνδυνο τόσο η δική του σωματική ακεραιότητα όσο και των λοιπών συνεργατών και πελατών της εναγομένης.

Ότι και πάλι ο ενάγων, όταν κλήθηκε να λάβει γνώση του εγγράφου αυτού και να το υπογράψει, αρνήθηκε, παρουσία των Ε. Χ., διευθυντή καταστήματος, Δ. Μ., υποδιευθυντή καταστήματος και Μ. Π., Β' προϊσταμένης τμήματος, και για το λόγο αυτό το έγγραφο υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι εν συνεχεία ο ενάγων τον Οκτώβριο 2013 παραβίασε το ωράριο εργασίας, εκτελώντας διάλειμμα μεγαλύτερο των 45', αντί των 20' που προβλέπεται από το κανονισμό εργασίας, ενώ ταυτόχρονα την ίδια ημέρα απουσίαζε αρκετές ώρες από τη θέση εργασίας του, όπως αυτό βεβαιώθηκε στο από 8-10-2013 έγγραφο της εναγομένης υπογεγραμμένο από τους Ε.

Χ., διευθυντή καταστήματος, Δ. Μ., υποδιευθυντή καταστήματος και Μ. Π., β' προϊσταμένη τμήματος, το οποίο ο ενάγων, όταν κλήθηκε να λάβει γνώση και να υπογράψει, αρνήθηκε και για το λόγο αυτό το έγγραφο υπογράφεται μόνον από τους προαναφερόμενους. Ότι μετά από όλα αυτά η εναγομένη την 8-10-2013 προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, το έγγραφο της οποίας του επέδωσε αυθημερόν.

Ότι την επόμενη ημέρα ο ενάγων προέβη σε σχετική καταγγελία ενώπιον του τμήματος κοινωνικής επιθεώρησης εργασίας …, ενώ την 4-11-2013 προέβη σε υποβολή μηνύσεως κατά παντός υπευθύνου για την πλαστογραφία της υπογραφής του και τη χρήση αυτής στο έντυπο αξιολόγησης του έτους 2011. Ότι κατά τη συζήτηση της εν λόγω καταγγελίας του ενάγοντος ενώπιον του … την 4-11-2013, η εναγομένη προσκόμισε το από 14-11-2013 υπόμνημά της, στο οποίο ανέφερε ότι προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, καθόσον κατά τα έτη 2012-2013 υπέπεσε στα πειθαρχικά παραπτώματα, που αναφέρθηκαν ανωτέρω για τα οποία του επιβλήθηκαν ποινές επίπληξης.

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών έκρινε ότι η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε από την εναγομένη ως συνέπεια της προαναφερόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς αυτού, η οποία δεν ήταν συμπτωματική, αλλά επανειλημμένη και η οποία δεν στάθηκε δυνατό να αποτραπεί με το ηπιότερο μέσο των παραινέσεων και των εγγράφων επιπλήξεων.

Ως εκ τούτου, το εφετείο έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί του ότι η καταγγελία έγινε από λόγους εκδικήσεως, επειδή [δήθεν] είχε αντιδράσει μετά τη διαπίστωση ότι στο έντυπο αξιολόγησης του έτους 2011 είχε τεθεί η υπογραφή του χωρίς δικαίωμα από τον τότε προϊστάμενο Δ. Μ.. Κατόπιν αυτού, το εφετείο αποφάνθηκε ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική και για το λόγο αυτό εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 987/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δίκασε εκ νέου την από 12-6-2014 αγωγή και την απέρριψε στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

4.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της αναλογικότητας. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, τόσο ως προς το δικαιολογημένο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όσο και ως προς το ότι αυτή αποτελούσε το αναγκαίο μέτρο προς αντιμετώπιση της δημιουργηθείσας κατάστασης, δεχόμενο ότι τα συνεχή παραπτώματα και η μονίμως αντιδραστική συμπεριφορά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν μπορούσαν αποτελεσματικά να αντιμετωπιστούν με ηπιότερα πειθαρχικά μέτρα, που προβλέπει ο κανονισμός εργασίας της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αφενός διότι είχε κλονιστεί η εμπιστοσύνη αυτής ως προς το πρόσωπο του ενάγοντος και αφετέρου διότι μόνο με την απόλυσή του θα αποκαθίστατο η ηρεμία στους κόλπους της επιχείρησης.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ μοναδικός αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται ότι το εφετείο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4359/2016, σύμφωνα με την οποία "κάθε εργαζόμενος έχει δικαίωμα προστασίας έναντι κάθε αδικαιολόγητης απόλυσης, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές", ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η απόλυση του αναιρεσείοντος ήταν δικαιολογημένη από την αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού του ιδίου.

5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1260/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 5η Ιουνίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ