Legislator Case Law & Legislation
1187/2017 AI generated

1187/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1187/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1187/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1187/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Σ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπείται από τα τέκνα της: α) Α. Α. του Δ. και β) Γ. Α. του Δ., κατοίκων ..., με την ιδιότητά τους ως προσωρινών δικαστικών συμπαραστατών, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 707/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Πακιρτζίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με: την από 19-1-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, των ήδη προσωρινών δικαστικών συμπαραστατών της Β. Σ. και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, την από 23-2-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και την από 9-10-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 191/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης ανέγνωσε την από 19-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 217/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 191/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή (κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω τους διαδίκους) είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας ιατρικού σφάλματος του αναιρεσείοντος ιατρού. Η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 24 του ΑΝ 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ, ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της αποκτηθείσας πείρας τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για την διαφύλαξη των ασθενών και προστασίας των υγιών.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`, 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη ιατρού προς αποζημίωση ή και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης θεμελιώνεται και εάν ο ιατρός ενεργήσει από αμέλεια η οποία υπάρχει στις περιπτώσεις εκείνες, που το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα οφείλεται σε παράβαση των θεμελιωδών αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.

Δηλαδή θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πείρα και λογική και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ενώ ουδεμία ευθύνη φέρει ο ιατρός αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και ειδικότερα όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στην διάθεσή του μέσα συνετός και επιμελής ιατρός.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες και γι` αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεμελιώσει ή όχι υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) και να θεωρηθεί ή όχι πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε.

Η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού ρυθμίζεται ως προς ορισμένα ζητήματα και από το άρθρο 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 ν. 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.

Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο" (παρ. 1) ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητας της, η ελευθερία δράσης που αφήνεται στο πλαίσιο της υπηρεσίας, το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων" και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5).

Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Ενόψει δε της νόθου αντικειμενικής ευθύνης, που καθιερώνεται συναφώς, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 1067/2015, ΑΠ 657/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νομίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟΛ ΑΠ 24/1992, Ολ ΑΠ 1/1999).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενη απόφασης προκύπτει ότι, αναφορικά με την ιατρική ευθύνη του αναιρεσείοντος ιατρού, έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα η οποία έχει τεθεί σε δικαστική συμπαράσταση με δικαστικούς συμπαραστάτες τους γιους της Α. και Γ. Α. δυνάμει της 707/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, παρακολουθείτο γυναικολογικά από τον δεύτερο εναγόμενο ιατρό χειρουργό γυναικολόγο από το έτος 1986.

Είχε δε υποβληθεί από αυτόν μέχρι το έτος 2007 σε τέσσερις επιτυχείς χειρουργικές επεμβάσεις (αφαίρεση κύστης στη δεξιά ωοθήκη το έτος 1986, δύο για αφαίρεση ενδοτραχηλικού πολύποδα και διαγνωστική απόξεση ενδομητρίου, τα έτη 1994 και 1998 και μία για θεραπευτική απόξεση λόγω μητρορραγίας το έτος 1999). Την 17-9-2007 η εν λόγω ενάγουσα ηλικίας τότε 51 ετών επισκέφθηκε τον δεύτερο εναγόμενο στο ιατρείο του όπου διαπιστώθηκε και πάλι η ύπαρξη ενδοτραχηλικού πολύποδα και συμφωνήθηκε η αφαίρεσή του χειρουργικά.

Η επέμβαση αυτή συμφωνήθηκε να γίνει την 19-9-2007 στην κλινική που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στη Λάρισα όπου έπρεπε να μεταβεί η ενάγουσα στις 8:30 πμ. Κατά την ορισθείσα ημέρα η ενάγουσα προσήλθε στην κλινική με καθυστέρηση, συνοδευόμενη από την αδελφή της και υποβλήθηκε σε προεγχειρητικό έλεγχο (αιματολογικές εξετάσεις, καρδιογράφημα) κατά τον οποίο όλοι οι δείκτες ήσαν φυσιολογικοί.

Εν συνεχεία υποβλήθηκε σε γενική αναισθησία από τον τρίτο εναγόμενο, αναισθησιολόγο ιατρό, ο οποίος συνεργαζόταν με την κλινική και τον οποίο επέλεξε ο δεύτερος εναγόμενος (βλ. την κατάθεση της Γ. Κ., αναισθησιολόγου, μάρτυρα της πρώτης εναγομένης, στη σελίδα 218 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και την κατάθεση της Ρ.

Σ., αδελφής της ενάγουσας στο Μονομελές Πλημ/κείο Λάρισας που εξέδωσε την 2067/2013 σχετική απόφασή του). Η εγχείρηση διενεργήθηκε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στο χειρουργείο (σηπτικό χειρουργείο) που δεν ήταν οργανωμένο όπως το κανονικό χειρουργείο (βλ. και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων στο άνω Ποινικό Δικαστήριο ιατρού μαιευτήρα Π.

Γ.). Για την παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών της ασθενούς χρησιμοποιήθηκε δακτυλικό οξύμετρο, δηλαδή συσκευή που προσαρτάται στο δάκτυλο του ασθενούς και παράγει ηχητικό σήμα όταν οι καρδιακές σφύξεις του παρακολουθουμένου γίνουν λιγότερες από 50 και ο κορεσμός του αίματος σε οξυγόνο μειωθεί κάτω του 85% (βλ.

και την κατάθεση της μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων στο άνω ποινικό δικαστήριο αναισθησιολόγου ιατρού Γ. Κ.), ενώ δεν υπήρχε καταγραφή των ενδείξεων (βλ. την κατάθεση της ιδίας μάρτυρα- αναισθησιολόγου ιατρού στη σελίδα 228 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης). Το δακτυλικό αυτό οξύμετρο που χρησιμοποιήθηκε είναι μία φορητή συσκευή η οποία υπολείπεται του πλήρους συστήματος monitor καθόσον δεν μπορεί να ελεγχθεί με αυτό η συνεχής συμπεριφορά της καρδιάς ούτε η πίεση του ασθενούς (βλ.

και κατάθεση του ιατροδικαστή Χ. Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο). Η ασθενής κατά τον χρόνο της επέμβασης ήταν 60 κιλά και για να περιέλθει σε γενική αναισθησία ο τρίτος εναγόμενος της χορήγησε την πρώτη φορά προποφόλη 80 mg, στη συνέχεια δε και κατά τη διάρκεια της επέμβασης μετά από υπόδειξη του δευτέρου εναγομένου που έκρινε ότι δεν αρκούσε η πρώτη δόση νάρκωσης για να ολοκληρώσει την επέμβαση χορηγήθηκε από τον τρίτο εναγόμενο νέα δόση προποφόλης 40 mg (βλ.

και την απολογία του δευτέρου εναγομένου στο ποινικό δικαστήριο). Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η πρώτη δόση των 80 mg της προποφόλης που δόθηκε στην ασθενή άμεσα, θεωρήθηκε μεγάλη από τον ιατροδικαστή μάρτυρα της ενάγουσας Χ. Κ. αλλά και από τον μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων-εναγομένων, γυναικολόγο Π.

Γ., ενώ η μάρτυρας υπεράσπισης αυτών αναισθησιολόγος Γ. Κ. κατέθεσε ότι η χορήγηση προποφόλης σε μεγαλύτερες από τις ενδεικνυόμενες δόσεις μπορεί να οδηγήσει σε υποξυγοναιμία (βλ. τις καταθέσεις των ως άνω στο ποινικό δικαστήριο). Η επέμβαση διήρκεσε περί τα δέκα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων ο δεύτερος εναγόμενος αφαίρεσε τον πολύποδα και προέβη σε διαγνωστική απόξεση του ενδομητρίου προκειμένου να επακολουθήσει ιστολογικός έλεγχος του ξέσματος.

Στη συνέχεια και ενώ η ασθενής έπρεπε να ανανήψει σε πέντε περίπου λεπτά (βλ. κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων-εναγομένων στο ποινικό δικαστήριο αναισθησιολόγου Γ. Κ.) αυτή δεν ανένηψε στον προβλεπόμενο χρόνο, οπότε διασωληνώθηκε από τον τρίτο εναγόμενο προκειμένου να παρασχεθεί οξυγόνο στους πνεύμονες και επιχειρήθηκαν τρεις προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης (ΚΑΡΠΑ) για να ενεργοποιηθεί η καρδιά να ωθήσει το αίμα στα όργανα.

Προς τούτο κλήθηκε από την προϊσταμένη της κλινικής κ. Β. ο καρδιολόγος ιατρός Σ. Κ. που συνεργάζεται με την πρώτη εναγομένη, ο οποίος έσπευσε να μεταβεί εκεί από το ιατρείο του που είναι κοντά στην κλινική και διενήργησε τις προσπάθειες αναζωογόνησης, καθώς η ασθενής παρουσίαζε βραδύ ιδιοκοιλιακό ρυθμό (διαφυγής) και δεν ανιχνευόταν η αρτηριακή πίεση (βλ.

το σχετικό σημείωμα του εν λόγω καρδιολόγου). Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το …/20-52008 έγγραφο του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ) η πρώτη ενάγουσα παραλήφθηκε με ασθενοφόρο από την κλινική μετά από σχετική κλήση που έγινε την 10:04' ώρα και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Όπως προκύπτει από το σχετικό πληροφοριακό σημείωμα του εν λόγω Νοσοκομείου αυτή εισήχθη στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Νοσοκομείου όπου διαγνώσθηκε "κώμα αγνώστου αιτιολογίας (πιθανή ανακοπή μετά από απόξεση)" (βλ.

το από 19-9-07 έγγραφο του Τμήματος Αναισθησιολογίας του Νοσοκομείου Λάρισας). Εκεί παρέμεινε τρεις ώρες για ανάνηψη που δεν επιτεύχθηκε και κατόπιν εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας όπου νοσηλεύθηκε έως 16-10-2007 σε κωματώδη κατάσταση, εξαιτίας εγκεφαλικής ανοξαιμικής βλάβης. Στη συνέχεια η εν λόγω ενάγουσα διακομίσθηκε στο Κέντρο Αποκατάστασης … στη … όπου νοσηλεύεται έκτοτε λόγω των "παραμενόντων σοβαρών νευρολογικών ευρημάτων - βαριά κωματώδης κατάσταση - και κινητικών διαταραχών - τετραπληγία Συνυπαίτιοι για την μη αναστρέψιμη ως άνω βλάβη στην υγεία της πρώτης ενάγουσας είναι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι ιατροί καθόσον αυτοί κατά τη διάρκεια της επέμβασης δεν προέβαιναν σε συνεχή, ενδελεχή και επισταμένο έλεγχο των ζωτικών λειτουργιών αυτής (κορεσμός οξυγόνου στο αίμα, παλμούς, πίεση) χρησιμοποιώντας προς τούτο και απαιτώντας την ύπαρξη στο χώρο του χειρουργείου και πλήρους monitoring που παρέχει συνεχή και αξιόπιστο ηλεκτροκαρδιογραφικό έλεγχο απαραίτητο σε περιπτώσεις γενικής αναισθησίας όπως στην προκειμένη περίπτωση, πράγμα που άλλωστε - συμβαίνει στα δημόσια νοσοκομεία (βλ.

και την κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ειδικού ιατροδικαστή Χ. Κ. στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς και την κατάθεση στο ως άνω ποινικό Δικαστήριο του μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων-εναγομένων καρδιολόγου-ιατρού Σ. Κ. που είπε ότι επί γενικής αναισθησίας που αποτελεί πλήρη νάρκωση απαιτείται διασωλήνωση από την αρχή και μηχανική υποστήριξη).

Αντίθετα οι εναγόμενοι ιατροί αρκέσθηκαν στην προκειμένη περίπτωση για να υποβοηθούνται στην παρακολούθηση της ασθενούς στη χρήση δακτυλικού οξυμέτρου χωρίς σύστημα καταγραφής των ενδείξεων παραβλέποντας και υποτιμώντας τους κινδύνους της γενικής νάρκωσης, τις αυξημένες πιθανότητες υποξυγοναιμίας που έχει αυτή (βλ.

κατάθεση μάρτυρα υπεράσπισης των κατηγορουμένων-εναγομένων στο ποινικό Δικαστήριο Καρδιολόγου Χ. Κ.) τις ενδεχόμενες παρενέργειες του αναισθητικού φαρμάκου που δόθηκε στον ασθενή (προποφόλη) η χορήγηση του οποίου μπορεί να οδηγήσει προοδευτικά σε βραδυκαρδία, υπόταση και ασυστολία (βλ. κατάθεση μάρτυρα της πρώτης εναγομένης αναισθησιολόγου Γ.

Κ., στη σελίδα 230 των πρακτικών του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) αλλά και το γεγονός ότι ο χρόνος για πρόκληση εγκεφαλικής ανοξαιμίας στην ένδικη περίπτωση είναι ελάχιστος (όπως κατέθεσε στο ποινικό Δικαστήριο ο ως άνω καρδιολόγος Χ. Κ.: και ένα λεπτό αρκεί προς τούτο). Την ανεπάρκεια άλλωστε του χρησιμοποιηθέντος παλμικού οξυμέτρου έναντι του πλήρους συστήματος monitoring ομολόγησε στην απολογία του στο ποινικό Δικαστήριο ο τρίτος εναγόμενος λέγοντας ότι αυτό ηχεί μόνο στις μη φυσιολογικές τιμές των σφυγμών οι οποίοι όπως ο ίδιος λέει μπορεί να πέσουν απότομα ενώ ομολόγησε επίσης ότι αν είχε monitor θα είχε εικόνα πως έπεσαν οι σφυγμοί.

Η πρώτη φορά που οι εναγόμενοι γιατροί αντελήφθησαν ότι υπήρχε πρόβλημα στην ασθενή, ήταν μετά το τέλος της γυναικολογικής επέμβασης, στο στάδιο της ανάνηψης όπου, ενώ η ασθενής έπρεπε να "ξυπνήσει" σε πέντε λεπτά (βλ. κατάθεση στο ποινικό Δικαστήριο της ως άνω αναισθησιολόγου Γ. Κ.) αυτή δεν ανένηψε, με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν για πρώτη φορά αυτοί και να ακολουθήσει η διασωλήνωση και οι προσπάθειες αναζωογόνησης που προεκτέθηκαν.

Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με σχετικούς ισχυρισμούς που επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο ότι αιτία της ανοξαιμικής εγκεφαλικής βλάβης της ενάγουσας ήταν η καρδιακή ανακοπή την οποία έπαθε αυτή αιφνιδίως και η οποία (κατά τον δεύτερο εναγόμενο) κατά καιρούς συμβαίνει στις χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς να έχει διερευνηθεί απολύτως ο ακριβής μηχανισμός της, ενώ κατά τον τρίτο εναγόμενο οφείλεται πιθανότατα σε αντανακλαστικό αίτιο απρόβλεπτο και αναπόφευκτο, και δεν οφείλεται στην πλημμελή επιτήρηση της ασθενούς.

Οι ισχυρισμοί αυτοί και σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προέκυψε η ενάγουσα δεν παρουσίαζε κανένα καρδιολογικό πρόβλημα όπως έδειξε και ο προεγχειρητικός έλεγχος είχε υποβληθεί στο παρελθόν επανειλημμένα και επιτυχώς σε παρόμοιες γυναικολογικές επεμβάσεις όπως προεκτέθηκε, ασχολείτο με τον αθλητισμό, δεν είχε βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό, ενώ όπως κατέθεσε στο άνω ποινικό Δικαστήριο ο μάρτυρας υπεράσπισης καρδιολόγος Δ.

Γ. ο οποίος έκανε και τον προεγχειρητικό καρδιολογικό έλεγχο της ενάγουσας "το αίτιο της ανακοπής στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι καρδιακής φύσης". Ισχυρίζεται επίσης - ο δεύτερος εναγόμενος - γυναικολόγος ιατρός ότι δεν έχει ευθύνη για την βλάβη της υγείας της ενάγουσας διότι αυτός είχε ως αποκλειστικό έργο τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης και δεν είχε δυνατότητα ούτε ειδικότητα να παρακολουθεί την εξέλιξη των ζωτικών λειτουργιών της ασθενούς πλην εκείνων που συνδέονται άμεσα με την πραγματοποιούμενη επέμβαση.

Ο ισχυρισμός αυτός που αποτελεί λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε, και οι δύο γιατροί συνέπραξαν ως ομάδα στο πλαίσιο μιας ενιαίας και συλλογικής πράξης (της ένδικης επέμβασης), ο δεύτερος επέλεξε κατά τα προεκτεθέντα τον τρίτο ως συνεργάτη του στην επέμβαση που του είχε αναθέσει η ενάγουσα προσβλέποντας στις δικές του ικανότητες και εμπειρία, προχώρησε δε σε αυτήν (την επέμβαση) παρότι ο τρόπος παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών της ασθενούς δεν ήταν επαρκής και δεν διασφαλιζόταν στο έπακρο αυτή, πράγμα που είχε ως συνέπεια την ανάγκη προσεκτικότερης από μέρους του εποπτείας της ασθενούς για να αντιμετωπισθούν έγκαιρα ενδεχόμενες επιπλοκές με τραγική κατάληξη οι οποίες και πράγματι παρουσιάσθηκαν εν προκειμένω." Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε σε βάρος του αναιρεσείοντος χειρουργού ιατρού, ως εις ολόκληρον ενεχομένου με τον άλλο αναισθησιολόγο ιατρό, και υπέρ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ ποσού 100.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 400.000 ευρώ, απορρίπτοντας ακολούθως την έφεσή του.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 24 ν. 1565/1939, 298, 330 εδ. β', 914, 932 ΑΚ ως προς την ύπαρξη υπαιτιότητας αυτού για την προκληθείσα στην αναιρεσίβλητη βλάβη της υγείας της κατά την ένδικη χειρουργική επέμβαση, διότι α) " το ιατρικό συμβάν που προκάλεσε το ζημιογόνο αποτέλεσμα υπάγεται στον τομέα ευθύνης του αναισθησιολόγου, ο οποίος έχει την ευθύνη του είδους της αναισθησίας που θα χορηγήσει και του φαρμάκου που θα χρησιμοποιήσει, τον τρόπο παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών του ασθενούς κατά την επέμβαση και την επιμέλεια ανάνηψης αυτού" και β) "ενεργώντας lege artis δικαιούται να έχει την εμπιστοσύνη ότι ο αναισθησιολόγος επιλέγει και διεκπεραιώνει σωστά τη διαδικασία αναισθησίας και παρακολουθεί τον ασθενή όπως πρέπει και δεν υποχρεούται ούτε έχει την επιστημονική δυνατότητα να ελέγξει την ορθότητα των χειρισμών του".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο την κρίση του για την εις ολόκληρον ενοχή του αναιρεσείοντος θεμελίωσε στις προαναφερόμενες από αμέλεια παραλείψεις του που -κατά την ανέλεγκτη κρίση του- συνετέλεσαν, παράλληλα με τις παραλείψεις του αναισθησιολόγου, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα και συγκεκριμένα στο ότι "...

οι δύο γιατροί συνέπραξαν ως ομάδα στο πλαίσιο μιας ενιαίας και συλλογικής πράξης (της ένδικης επέμβασης), ο δεύτερος (χειρουργός) επέλεξε κατά τα προεκτεθέντα τον τρίτο (αναισθησιολόγο) ως συνεργάτη του στην επέμβαση που του είχε αναθέσει η ενάγουσα προσβλέποντας στις δικές του ικανότητες και εμπειρία, προχώρησε δε σε αυτήν (την επέμβαση) παρότι ο τρόπος παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών της ασθενούς δεν ήταν επαρκής και δεν διασφαλιζόταν στο έπακρο αυτή, πράγμα που είχε ως συνέπεια την ανάγκη προσεκτικότερης από μέρους του εποπτείας της ασθενούς για να αντιμετωπισθούν έγκαιρα ενδεχόμενες επιπλοκές με τραγική κατάληξη οι οποίες και πράγματι παρουσιάσθηκαν εν προκειμένω." Επομένως, δεν θεμελίωσε την ενοχή του σε αμελή συμπεριφορά αναφορικά με τον τρόπο που δόθηκε η αναισθησία από τον συνεργάτη του αναισθησιολόγο ιατρό, ζήτημα που φυσικά ανάγεται στην ιατρική ειδικότητα εκείνου, αλλά στο ότι, αν και αντιλήφθηκε ότι η από τον αναισθησιολόγο παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών δεν ήταν επαρκής, πάρα ταύτα συνέχισε την επέμβαση χωρίς να λάβει πρόσθετα μέτρα εποπτείας του ασθενούς για την αποφυγή των επιπλοκών που τελικά προκλήθηκαν.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 24 ν. 1565/1939, 298, 330 εδ. β', 914, 932 ΑΚ και έκρινε ότι η πρόκληση της ιατρικής βλάβης στην παθούσα ενάγουσα οφείλεται στη συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο ιατρών.

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με το να δεχθεί ότι "στην προκειμένη περίπτωση, όπως προέκυψε, και οι δύο γιατροί συνέπραξαν ως ομάδα στο πλαίσιο μιας ενιαίας και συλλογικής πράξης (της ένδικης επέμβασης), ο δεύτερος επέλεξε κατά τα προεκτεθέντα τον τρίτο ως συνεργάτη του στην επέμβαση που του είχε αναθέσει η ενάγουσα προσβλέποντας στις δικές του ικανότητες και εμπειρία, προχώρησε δε σε αυτήν (την επέμβαση) παρότι ο τρόπος παρακολούθησης των ζωτικών λειτουργιών της ασθενούς δεν ήταν επαρκής και δεν διασφαλιζόταν στο έπακρο αυτή, πράγμα που είχε ως συνέπεια την ανάγκη προσεκτικότερης από μέρους του εποπτείας της ασθενούς για να αντιμετωπισθούν έγκαιρα ενδεχόμενες επιπλοκές με τραγική κατάληξη οι οποίες και πράγματι παρουσιάσθηκαν εν προκειμένω." Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι, όπως προαναφέρθηκε κατά την έρευνα του πρώτου λόγου αναιρέσεως, οι παραδοχές αυτές θεμελιώνουν επαρκώς την εις ολόκληρον με τον αναισθησιολόγο ιατρό ενοχή του αναιρεσείοντος, αφού η ευθύνη του έγκειται στο ότι, αν και αντιλήφθηκε ότι η από τον αναισθησιολόγο παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών δεν ήταν επαρκής, πάρα ταύτα συνέχισε την επέμβαση χωρίς να λάβει πρόσθετα μέτρα εποπτείας του ασθενούς για την αποφυγή των επιπλοκών που τελικά προκλήθηκαν.

Επομένως, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, αφού από την απόφαση του Εφετείου προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού που εφαρμόσθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι απαράδεκτος διότι εμμέσως ο αναιρεσείων με το λόγο αυτό βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικά επί της ουσίας κρίσης του Δικαστηρίου αναφερόμενος σε ελλείψεις του Δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (561 ΚΠολΔ) ή παραπονείται για ελλιπείς αιτιολογίες, που στηρίζονται σε πραγματικά περιστατικά που δεν έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα - κατ'είδος αναφερόμενα και κατά το νόμο επιτρεπτά- αποδεικτικά μέσα.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο της αίτησής του, ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. 2067/2013 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος της κατηγορίας που του αποδόθηκε για σωματική βλάβη της αναιρεσίβλητης από αμέλεια και την οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, είχε δε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης με την έννοια ότι συνιστούσε ένα ισχυρό υπέρ αυτού τεκμήριο.

Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό με το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, όπου ρητά γίνεται παραπομπή σε πολλές μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της ποινικής αυτής δίκης, καθώς και στην απολογία του αναισθησιολόγου ιατρού ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και την ανωτέρω ποινική απόφαση.

Επομένως, και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2014 αίτηση του Ι. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 217/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ