Legislator Case Law & Legislation
1187/2016 AI generated

1187/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1187/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1187/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου είναι ήδη αμετάκλητη,- αφού, η ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1450/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνοντας ότι η απόφαση του Εφετείου, είχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση- απέρριψε τον από το άρθρο 510§1 Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, προβληθέντα από τον αιτούντα λόγο αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
criminal record certificate police officer criminal voluntary disclosure political offence criminal offense record in flagrante delicto
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1187/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και τoυ Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 27 Μαΐου 2016, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Σ. Γ. του Ι., κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αΐντα Κολοβού-Τζαβέλλα, για αναστολή εκτελέσεως ποινής καθείρξεως έξι (6) ετών, η οποία του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3270/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την αναστολή εκτελέσεως της ποινής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Απριλίου 2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 576/2016.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καραγιάννης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Μπόμπολη με αριθμό 80/27-4-2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "-Εισάγοντας, ενώπιον Σας, κατά τα άρθρα 527 § 3 εδ. β’ , 528 § 1 εδ.

α’ και 529 ΚΠΔ: α) τις -από 11/4/2016 (δια του διευθυντού του Καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού) και από 20/4/2016 (δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου)- υποβληθείσες αιτήσεις του Σ. Γ. του Ι. και Μ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού (και προσωρινά κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Φυλακών Κορυδαλλού), περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 3270/2011 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και β) την -από 20/4/2016-, αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας δια της ως άνω αποφάσεως, και εκτιόμενης απ’ αυτόν ποινής, εκθέτουμε τ’ ακόλουθα:

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ, "Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις εξής περιπτώσεις 1)....2) αν ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις τα οποία μόνα τους, ή σε συνδυασμό με εκείνα, που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος, ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο, που πραγματικά τέλεσε" (Α.Π. 1277/2008). "Νέα γεγονότα ή αποδείξεις", που είναι ταυτόσημες έννοιες, είναι εκείνα που, είτε προϋπήρχαν της καταδίκης, αλλά ήσαν άγνωστα, είτε ανακαλύφθηκαν μετά την καταδίκη.

Στην κατηγορία αυτή υπάγονται καταθέσεις νέων μαρτύρων ή συμπληρωματικές και διευκρινιστικές καταθέσεις όσων έχουν καταθέσει, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως τα οποία (νέα στοιχεία) είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με όσα προϋπήρχαν είναι βέβαιο, και όχι πιθανό, ότι οδηγούν στην αθώωση του κατ/νου.

Αν όμως τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις υποβλήθηκαν ρητά ή έμμεσα, στην κρίση του δικαστηρίου που καταδίκασε τον αιτούντα και απορρίφθηκαν από αυτό, έστω και εσφαλμένα, τότε δεν θεωρούνται νέα και κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποτελέσουν την βάση για επανάληψη της διαδικασίας [(ΑΠ 1300/2009, ΑΠ 444/2009, ΑΠ 263/2009, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1139/2003, Π.

Τσιρίδης: "Η επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασθέντος " Νοβ. 44. 778 και επ., Δαλακούρας: "Περί των νέων και άγνωστων γεγονότων ή αποδείξεων στην επανάληψη της διαδικασίας" Υπερ. 1995/673, Δαλακούρας: "Η επανάληψη διαδικασίας 2007, σελ. 214 και 215 )]. Είναι όμως, ανεπίτρεπτη -μέσω της διαδικασίας της επαναλήψεως της διαδικασίας- η επιδίωξη του καταδικασθέντος να υπάρξει απλά ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας (ΑΠ 2482/2008, ΑΠ 788/08).

ΙΙ. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο αιτών ζητεί την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 3270/2011 απόφαση αμετάκλητη του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, γιατί-κατά τα λεγόμενά του- μετά την καταδίκη του, αποκαλύφθηκαν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που καθιστούν φανερό ότι αυτός, είναι αθώος, είναι νόμιμη -σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, των άρθρων 527 § 3 και 528 § 1 του ΚΠΔ- αρμοδίως δε, εισάγεται ενώπιον Σας, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

ΙΙΙ. Η προσβαλλόμενη ως άνω καταδικαστική απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου είναι ήδη αμετάκλητη,- αφού, η ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 1450/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνοντας ότι η απόφαση του Εφετείου, είχε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και νόμιμη βάση- απέρριψε τον από το άρθρο 510§1 Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ, προβληθέντα από τον αιτούντα λόγο αναιρέσεως.

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του ανωτέρω Εφετείου, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος, σε δεύτερο βαθμό, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας (άρθρ.1, 13γ’ , 14, 26§1α, 27§§2α-1 και 216§§1-3α του ΠΚ) και τον καταδίκασε σε ποινή κάθειρξης 6 ετών. -Ειδικότερα το δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, όπως προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού και του διατακτικού της που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος προσδιορίζει ήτοι, από την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος στο ακροατήριο του μάρτυρα κατηγορίας και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν όπως αυτά αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της εκκαλουμένης αποφάσεως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: (Στο σκεπτικό-αιτιολογικό) [".....Ο κατηγορούμενος γνωριζόταν και είχε συνεργασία αρκετά χρόνια (προ του έτους 1990) με τον μηνυτή Κ.

Θ. Το έτος 1990 ο κατηγορούμενος γνώρισε και την τότε σύζυγο του μηνυτή, Ζ. Λ., ανέπτυξαν δε φιλικές σχέσεις. Ο κατηγορούμενος διατηρούσε γραφείο -επιχείρηση εισαγωγών κρεάτων και πολυτίμων μετάλλων με την επωνυμία ......Το έτος 1992 ο κατηγορούμενος αντιμετώπισε πρόβλημα, όταν η τράπεζα Κρήτης, στην οποία διατηρούσε λογαριασμό, του διέκοψε την πίστωση σε συνάλλαγμα.

Τότε ο κατηγορούμενος για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές αυτές δυσκολίες, ζήτησε τη βοήθεια του μηνυτή και της συζύγου του, καθόσον αυτοί, έχοντας εργαστεί επί χρόνια στο εξωτερικό, διατηρούσαν λογαριασμούς συναλλάγματος. Ο μηνυτής και η σύζυγος του δέχτηκαν να τον βοηθήσουν. Προς τούτο του κατέβαλαν τμηματικά, ο μεν μηνυτής το ποσό των 31.270 USD, (που ισούτο με 7.626.127 δρχ), η δε σύζυγός του το συνολικό ποσό των 421.500 USD, (που ισούτο με 102.795.420 δρχ).

Προς εξασφάλισή τους ο κατηγορούμενος, εκτός των άλλων, εξέδωσε στις 26-12-1994 δύο μεταχρονολογημένες επιταγές ποσού 31.270 και 421.500 USD, σε διαταγή του εγκαλούντος Κ. Θ. και της συζύγου του αντιστοίχως. Ειδικότερα σε διαταγή του μηνυτή εξέδωσε την με αριθμό ... επιταγή συρόμενη στον υπ’ αριθ.599361-0 λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα Κρήτης, ποσού 31.270 USD, (ή 7.626.127 δρχ), σε διαταγή δε της συζύγου του μηνυτή Ζ.

Λ. εξέδωσε την υπ’ αριθ. ... επιταγή, ποσού 421.500 USD, ή 102.795.420 δρχ, η οποία επίσης εσύρετο στον ίδιο λογαριασμό. Οι παραπάνω επιταγές εμφανίστηκαν προς πληρωμή, νομίμως και εμπροθέσμως, στις 27.12.94 στο υποκατάστημα της οδού ... της ανωτέρω πληρώτριας Τράπεζας, η οποία, όμως, αρνήθηκε τη πληρωμή τους λόγω ελλείψεως υπολοίπου, γεγονός που βεβαιώθηκε, αυθημερόν, στο σώμα τους από τον αρμόδιο υπάλληλο της πληρώτριας τράπεζας.

Κατόπιν αυτού, μετά από αναγγελία της πληρώτριας τράπεζας, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών σε βάρος του κατηγορουμένου, ποινική δίωξη για το αδίκημα της εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και παραπέμφθηκε για να δικαστεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Κατά τη δικάσιμο της 13.5.1997, εμφανίστηκε στο ακροατήριο του εν λόγω δικαστηρίου ο Δ. Μ., συνεταίρος του κατηγορουμένου και προσκόμισε τις από 24-1-1995 και 20-6-1995 δύο υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 3 ν. 1599/1986, στις οποίες φέρεται ο μηνυτής και η σύζυγος του, ως κομιστές των ως άνω ακάλυπτων επιταγών, να δηλώνουν υπεύθυνα και να υπογράφουν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από αστυνομικούς, ότι είχαν εξοφληθεί και ότι ουδεμία απαίτηση διατηρούν από τις επιταγές αυτές σε βάρος του εκδότου αυτών κατηγορουμένου.

Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών λαμβάνοντας υπόψη τις προσκομισθείσες υπεύθυνες δηλώσεις, με την υπ’ αριθ.59605/1997 απόφαση του κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο του εγκλήματος εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση. Ο μηνυτής και η σύζυγος του, που δεν είχαν παραστεί στο ως άνω δικαστήριο, όταν πληροφορήθηκαν την έκβαση της εν λόγω υποθέσεως, εξεπλάγησαν και έσπευσαν μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων τους να εξακριβώσουν τα στοιχεία βάσει των οποίων το Δικαστήριο ήχθη σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο.

Μετ’ εκπλήξεως διαπίστωσαν ότι στη δικογραφία, ευρίσκονταν οι προμνησθείσες υπεύθυνες δηλώσεις τους, οι οποίες μάλιστα, έφεραν βεβαίωση του γνησίου και ιδιόχειρου της υπογραφής τους. Η έκπληξη τους δε ήταν μεγάλη, καθόσον, ουδέποτε είχαν προβεί στη σύνταξη και υπογραφή τέτοιων υπευθύνων δηλώσεων, ουδέποτε είχαν εξοφληθεί για την απαίτηση τους από τις επιταγές, ουδέποτε είχαν εμφανισθεί σε Αστυνομικά Τμήματα (Πετραλώνων και Δ’ Τμήμα Αθηνών), για να προβούν σε θεώρηση του γνησίου της υπογραφής τους.

Όπως απεδείχθη, οι εν λόγω υπεύθυνες δηλώσεις είναι πλαστές, τις είχε δε καταρτίσει ο κατηγορούμενος, προκειμένου να επιτύχει την απαλλαγή του από την σοβαρή κατηγορία που αντιμετώπιζε και απειλούσε την μετά βεβαιότητος επιβολή σοβαρής σε ύψος στερητικής της ελευθερίας ποινής και ποινής σε χρήμα. Ειδικότερα, κατά το αμέσως προηγούμενο της 13ης Μαΐου 1997 χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να διακριβωθεί κατά τη διάρκεια της κυρίας ανακρίσεως με πρόθεση, προέβη στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, με σκοπό, όπως παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, επιπλέον δε, με σκοπό να προσπορίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ στη συνέχεια προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου.

Συγκεκριμένα, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος πάνω στο έντυπο μιας "ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΔΗΛΩΣΕΩΣ" του άρθρου 3 του ν. 1599/1986, που συντάσσεται επί ειδικού σφραγιστού, χάρτου, αξίας 100 δραχμών, αφού συμπλήρωσε, ιδιοχείρως, παραπλεύρως, των ενδείξεων, που αφορούν τα στοιχεία ταυτότητος του δηλούντος, τα στοιχεία ταυτότητος, της Ζ.

Λουιζίδου και ειδικότερα αφού ανέγραψε τα στοιχεία: "ΟΝΟΜΑ: Ζ., ΕΠΩΝΥΜΟ: Λ., ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ: Κ., ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ: Σ., ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: 10-8-1954, - ΤΟΠΟΣ. ΓΕΝΝΗΣΗΣ: ΠΕΙΡΑΙΑΣ, ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ: ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΟΔΟΣ: ... ΑΡΙΘΜ. ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ: ... στη συνέχεια ανέγραψε, κάτω από την έντυπη ένδειξη: "Με ατομική μου ευθύνη και γνωρίζοντας τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, δηλώνω ότι:

κείμενο, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: "η επιταγή με αριθμό ... Τραπέζης Κρήτης και ποσού "U.S.D. $ 421.500", που εξέδωσε ο Γ. Σ. στις 26/12/1994 στην Αθήνα σε διαταγή μου έχει εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία απαίτηση διατηρώ κατ’ αυτού, εξ’ αυτής της αιτίας. 24/1/1995 Η ΔΗΛΟΥΣΑ" και κάτωθι της ένδειξης "Η ΔΗΛΟΥΣΑ" έθεσε, ιδιοχείρως, δυσανάγνωστη μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Ζ.

Λ., ενώ, στη συνέχεια, αφού έθεσε, πάνω στο ίδιο το έντυπο της υπευθύνου δηλώσεως σφραγίδα, χρώματος μπλε, την οποία προηγουμένως κατασκεύασε και η οποία ανέγραφε: "ΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ Λ. Ζ. Α.Δ.Τ: ... ΑΘΗΝΑ 24/1/1995 Ο ΒΕΒΑΙΩΝΩΝ Κ. Χ. αστυφύλακας" στη συνέχεια ο ίδιος ενεργώντας δολίως, έθεσε ιδιοχείρως κάτω από το κείμενο της παραπάνω σφραγίδας, δυσανάγνωστη-μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Χ.

Κ., αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ, καθώς, και στρογγυλή μπλε σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου, την παραπάνω "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", ως υπογεγραμμένη και προερχόμενη, πράγματι, από την ανωτέρω Ζ. Λ. και ως φέρουσα για το λόγο αυτό και σχετική θεώρηση περί του γνησίου της υπογραφής αυτής, τον ίδιο δε (κατηγορούμενο) να έχει- εξοφλήσει ολοσχερώς την οικονομική απαίτηση, ύψους 421.500 δολαρίων ΗΠΑ (102.795.420 δραχμών), στην παραπάνω Ζ.

Λ., που προερχόταν από την υπ’ αριθμ.... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κρήτης, εκδόσεως του. Στη συνέχεια, την, δια του ως άνω τρόπου, καταρτισθείσα από τον ίδιο πλαστή "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, αφού την παρέδωσε με τον υπ’ αυτού προστηθέντα συνεταίρο του Δ. Μ., στις 13/5/1997,στον Πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο ασχολείτο με την εκδίκαση ποινικής υποθέσεως, με κατηγορούμενο τον ίδιο για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 (έκδοση ακαλύπτων επιταγών), υποβάλλοντας, ταυτόχρονα, ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, σχετικό αίτημα να απαλλαγεί κάθε κατηγορίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 79 & 3 του Ν. 5960/1993, όπως η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού είχε ήδη (4/6/1996) αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του Ν. 2408/1996 και πετυχαίνοντας έτσι στη συνέχεια να κηρυχθεί αθώος, με την υπ’ αριθμ. 59605/1997 απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, προσπορίζοντας δε στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 102.795.420 δραχμών και επιφέροντας ισόποση περιουσιακή βλάβη στην περιουσία της Ζ.

Λ.. Σημειωτέον ότι, όταν ο κατηγορούμενος αντελήφθη ότι ο μηνυτής και η σύζυγος του ερευνούν τις συνθήκες εκδόσεως της ως άνω αθωωτικής γι’ αυτόν αποφάσεως και ότι έχουν αντιληφθεί τις παράνομες ενέργειες του, αφαίρεσε παράνομα (υπεξήγαγε) από τη σχετική ποινική δικογραφία τα πρωτότυπα των παραπάνω δύο πλαστών υπευθύνων δηλώσεων προκειμένου να "σβήσει τα ίχνη" της πλαστογραφίας που ενήργησε.

Για την πράξη του αυτή ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη για υπεξαγωγή εγγράφων (άρθρο 222 ΠΚ) και με την υπ’ αριθ. 15.182/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη, αφού η κατ’ αυτής έφεση απερρίφθη με την υπ’ αριθ. 9764/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών.

Από τα περιστατικά που προεκτέθηκαν με σαφήνεια προκύπτει ότι: ο κατηγορούμενος κατάρτισε - (εξ υπαρχής συνέθεσε) με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα της και με τη θέση της υπογραφής της φερομένης ως συντάκτριας Ζ. Λ. και της βεβαιούσης το γνήσιο της υπογραφής ως άνω αστυνομικού το εν λόγω πλαστό έγγραφο, εμφανίζοντας το ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο, δηλαδή την Ζ.

Λ..). Στην πράξη του αυτή προέβη έχοντας ως αποκλειστικό σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Ότι δηλαδή ως εκδότης της επίμαχης επιταγής έχει πλήρως ικανοποιήσει την εξ αυτής (επιταγής) απαίτηση της κομίστριάς της Ζ. Λ. ανερχομένης σε 421.500 δολάρια ΗΠΑ ή 102.795.420 δρχ.

Σκόπευε δε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος 421.500 δολάρια ΗΠΑ ή 102.795.420 δρχ βλάπτοντας αντιστοίχως την περιουσία της εν λόγω κομίστριας Ζ. Λ., ήτοι κατά ποσό που υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ. Η ενσωματωμένη στο πλαστό αυτό έγγραφο δήλωση, ήταν πρόσφορη να αποδείξει το ως άνω με τις προεκτεθείσες έννομες συνέπειες γεγονός.

Ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλο, υπό την έννοια ότι γνώριζε και θέλησε τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την προπεριγραφόμενη πράξη της πλαστογραφίας και επεδίωξε να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού αυτού εγγράφου άλλον για το ως άνω γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην απόσβεση δικαιώματος - έννομης σχέσης ιδιωτικής φύσης.

Το όφελος του κατηγορουμένου και η αντίστοιχη ζημία της Ζ. Λ. είχαν ενταχθεί στο γενικό διά της πλαστογραφίας παραπλανητικό σχέδιο του κατηγορουμένου, με την επίμαχη δε πλαστογραφία μορφώθηκαν οι προϋποθέσεις για να υπάρχει στη συνέχεια, (στο πλαίσιο της ανοιγησόμενης πολιτικής δίκης), η δυνατότητα (ο κίνδυνος), έστω και με την παρεμβολή άλλων, μετά τη τέλεση της πράξεως της πλαστογραφίας, ενεργειών του δράστη, (επίκληση αθωωτικής αποφάσεως για έκδοση ακαλύπτου επιταγής), να επέλθει το επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η σκοπούμενη περιουσιακή βλάβη.

Ο κατηγορούμενος, δια του χρησιμοποιηθέντος συνεταίρου του Δ. Μ. έκανε χρήση του ως άνω πλαστού εγγράφου, αφού το προσκόμισε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και το επικαλέστηκε προς απόδειξη του ψευδούς ισχυρισμού του, ότι δηλαδή έχει εξοφλήσει την επίμαχη επιταγή και έχει ικανοποιήσει πλήρως την κομίστρια αυτής.

Επομένως πραγμάτωσε αντικειμενικά και υποκειμενικά το έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως υπό την κακουργηματική του μορφή, που του αποδόθηκε, τα δε υπ’ αυτού υποστηριζόμενα, ότι δηλαδή με την πράξη αυτή δεν επεδίωκε κανένα όφελος ή βλάβη σε βάρος της περιουσίας της κομίστριας της επίμαχης επιταγής Ζ.

Λ., αλλά αποκλειστικώς και μόνο επεδίωκε την αποφυγή επιβολής ποινής για το έγκλημα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, είναι ουσιαστικά αβάσιμα και απορριπτέα. Ο κατηγορούμενος επίσης ισχυρίστηκε, επικαλούμενος την από 22-10-2007 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., ότι την εν λόγω πλαστή υπεύθυνη δήλωση δεν την κατάρτισε αυτός, αλλά ο συνεταίρος του Δ.

Μ.. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχτηκε. Άλλωστε δεν έδωσε κάποια πειστική και λογική εξήγηση στο ερώτημα, ποίους λόγους είχε ο Δ. Μ. να προβεί στην τέλεση ενός τόσο σοβαρού εγκλήματος, αφού ουδεμία ανάμειξη είχε με την έκδοση των εν λόγω ακάλυπτων επιταγών. Εξάλλου δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι η ένορκη αυτή βεβαίωση συνετάγη, 13 έτη, αφότου τελέστηκε το έγκλημα για το οποίο γίνεται λόγος, όταν δηλαδή κάθε πλημμεληματική παράβαση έχει παραγραφεί, ενώ η κακουργηματική πράξη είναι εγγύτατα του χρόνου παραγραφής του αξιοποίνου της.........". (Στο διατακτικό) ".....

κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο (Σ. Γ.) του ότι : "Κατά το αμέσως προηγούμενο της 13ης Μαϊου 1997 χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί κατά τη διάρκεια τα κυρίας ανάκρισης, με πρόθεση προέβη στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, με σκοπό όπως παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, επί πλέον δε με σκοπό να προσπορίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων 25.000.000.

δρχ., με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ στη συνέχεια προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος πάνω στο έντυπο μιας υπευθύνου δηλώσεως του ν. 1599/1986, που συντάσσεται επί ειδικού σφραγιστού χάρτου αξίας 100 δρχ., αφού συμπλήρωσε, ιδιοχείρως παραπλεύρως των ενδείξεων, που αφορούν τα στοιχεία ταυτότητας του δηλούντος, τα στοιχεία της ταυτότητας της Ζ.

Λ. και ειδικότερα αφού ανέγραψε τα στοιχεία ""ΟΝΟΜΑ Ζ., ΕΠΩΝΥΜΟ Λ., ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ Κ. , ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ Σ., ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ : 10-8-1964, ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΟΔΟΣ ... ΑΡ. ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ...", στη συνέχεια ανέγραψε, κάτω από την ένδειξη "ΜΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 6 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22 ΤΟΥ Ν. 1599/1986, ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ" κείμενο, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου έχει ως έξης:

η επιταγή με αρ. ... Τραπέζης Κρήτης και ποσού USD$421.500 που εξέδωσε ο Γ. Σ. στις 26-12-1994 στην Αθήνα σε διαταγή μου έχει εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία απαίτηση διατηρώ κατ’ αυτού, εξ αυτής της αιτίας" 24-1-1995 Η ΔΗΛΟΥΣΑ και κάτωθι της ένδειξης Η ΔΗΛΟΥΣΑ έθεσε ιδιοχείρως δυσανάγνωστη μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Ζ.

Λ. ενώ στη συνέχεια, αφού έθεσε πάνω στο ίδιο έντυπο της υπευθύνου δηλώσεως σφραγίδα, χρώματος μπλε, την οποία προηγουμένως κατασκεύασε και η οποία ανέγραφε: "ΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ Λ. Ζ. Α.Δ.Τ. ... ΑΘΗΝΑ 24/1/1995 Ο ΒΕΒΑΙΩΝΩΝ Κ. Χ. ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ" στη συνέχεια, ο ίδιος ενεργώντας δολίως έθεσε ιδιοχείρως, κάτω από το κείμενο της παραπάνω σφραγίδας, δυσανάγνωστη μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Χ.

Κ., αστυφύλακος της ΕΛΑΣ καθώς και στρογγυλή μπλε σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου την παραπάνω "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", ως υπογεγραμμένη και προερχομένη .πράγματι από την ανωτέρω Ζ. Λ. και ως φέρουσα για το λόγο αυτό και σχετική θεώρηση περί του γνησίου της υπογραφής αυτής, τον ίδιο δε κατηγορούμενο να έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την οικονομική απαίτηση ύψους 421.500 δολαρίων ΗΠΑ (102.795.400δρχ), την παραπάνω Ζ.

Λ., που προερχόταν από την υπ’ αρ. ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κρήτης, εκδόσεως του. Στη συνέχεια, την δια του ως άνω τρόπου, καταρτισθείσα από τον ίδιο πλαστή "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, αφού την παρέδωσε στις 13-5-1997, στον Πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση του δικαστηρίου αυτού, το οποίο απασχολείτο με την εκδίκαση ποινικής υποθέσεως, με κατηγορούμενο τον ίδιο για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτων επιταγών), υποβάλλοντας ταυτόχρονα ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου σχετικό αίτημα να απαλλαγεί από την κατηγορία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου7 παρ. 3 του ν. 5960/1933, όπως η παρ.

αυτή είχε ήδη (4-6-1996) αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 2408/1996 και πετυχαίνοντας έτσι στη συνέχεια να κηρυχθεί αθώος, με την υπ’ αρ. 59605/1997 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, προσπορίζοντας δε στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 102.795.420 δρχ. και επιφέροντας ισόποση περιουσιακή βλάβη στην περιουσία της Ζ.

Λ........"]. V. -Ως "νέα δε απόδειξη" για την ευδοκίμηση της κρινόμενης αιτήσεώς του, προσκομίζει και επικαλείται ο αιτών την υπ’ αριθ. ...16-02-2016 ένορκη βεβαίωση του Κ. Θ. ενώπιον του κ. Ειρηνοδίκου Πειραιώς, στην οποία αυτός καταθέτει επί λέξει τα εξής: ".....έκανα μήνυση για μία επιταγή, που εκδόθηκε στο όνομα της πρώην γυναίκας μου Ζ.

Λ. στις 26/12/1994 για ποσό 421500 $ δολλάρια Η.Π.Α, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει από οποιαδήποτε αιτία οφειλή του Σ. Γ. προς αυτήν και βεβαίως χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικό η προαναφερόμενη πρώην γυναίκα μου, με την οποία έχω προ πολλού χωρίσει και βρίσκεται στην Αμερική. Παρόλο ότι ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να εμφανιστεί και να καταθέσει εάν υπάρχει οφειλή στο ακροατήριο του Εφετείου, η δίκη έγινε χωρίς την παρουσία της που σε αντίθετη περίπτωση (εάν ήταν παρούσα) θα κατέθετε την αλήθεια, ότι δηλαδή η με αριθμ. ...

επιταγή στο όνομά της παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 27-12-1994 είχε δοθεί προς αυτήν από τον Σ. Γ. όχι γιατί υπήρχε ΧΡΕΟΣ από αυτόν προς αυτήν, αλλά για εντελώς διαφορετική αιτία. Όπως τούτο γίνεται φανερό, αφού ο τηρούμενος στην τράπεζα λογαριασμός του Σ. Γ. υπήρξε δεσμευμένος από το έτος 1991 και αυτό ήταν γνωστό από την πρώην γυναίκα μου, η οποία άλλωστε ποτέ δεν επιδίωξε να εισπράξει δικαστικά αυτή την επιταγή για την οποία επαναλαμβάνω δεν υπήρξε ΟΦΕΙΛΗ....".

-Ειδικότερα και αναφορικά με την δοθείσα ως άνω ένορκη κατάθεση του Κ. Θ. ο αιτών ισχυρίζεται: α) ότι από αυτή, προκύπτει αβίαστα, ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το έγκλημα, για το οποίο αδίκως καταδικάσθηκε, διότι ο προαναφερθείς Κ. Θ., ο οποίος ήτο μηνυτής και παρών στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, απέκρυψε την αλήθεια και κατέθεσε ψευδώς εναντίον του, αν και γνώριζε ότι η αλήθεια ήταν εντελώς διαφορετική και δεν ήταν αυτός ο δράστης της κακουργηματικής πλαστογραφίας καθώς και ότι αυτός μεταμελήθηκε και θέλησε να άρει τις βαρύτατες σε βάρος του συνέπειες όταν έλαβε γνώση της αδίκου φυλακίσεως του β) ότι εξ αυτής προκύπτουν "νέα άγνωστα στοιχεία" και δη: 1) ότι δεν υπήρξε έννομη σχέση μεταξύ αυτού και της παθούσης Ζ.

Λ. γι’ αυτό και δεν υπέβαλεν εναντίον του έγκληση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπον δεν έδωσε εντολή και πληρεξουσιότητα να υποβληθεί εναντίον του έγκληση για έκδοση ακαλύπτου επιταγής 2) επειδή το δικαστήριο τον καταδίκασε χωρίς να είναι παρούσα η ανωτέρω Ζ. Λ., εάν αυτή είχε εμφανισθεί θα είχε καταθέσει, ότι δεν υπήρχε περίπτωση, να ζητήσει εξασφάλιση δι’ εκδόσεως επιταγής αποδοχής του εκ του τραπεζικού λογαριασμού, καθ όσον, λόγω των μεταξύ των σχέσεων, γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν αλυσιτελές εν όψει του ότι ο προσωπικός του σε δολάρια τραπεζικός λογαριασμός του ήτο δεσμευμένος και 3) ότι η φερόμενη ως παθούσα Ζ.

Λ. δεν γνώριζε ότι κινήθηκε ποινική διαδικασία εις βάρος του δι’ αδίκημα σε βάρος της διαπραχθέν. -Όμως ο ανωτέρω μάρτυς Κ. Θ., που ήταν μαζί με την τέως σύζυγο του, Ζ. Λ. παθόντες, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυς κατηγορίας, ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, κατέθεσε τα εξής: "...Ήταν δύο επιταγές, εκδότης ο κατηγορούμενος.

Τα ποσά ήταν μεγάλα. Τις υπεύθυνες δηλώσεις τις έκανε ο κατηγορούμενος, ότι εξοφλήθη. Είχε προσκομίσει ψεύτικες δηλώσεις. Είχε αφαιρέσει τα πρωτότυπα των επιταγών. Ο Μ. δεν μπορούσε να συντάξει αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις. Δεν είχε έννομο συμφέρον. Η σύζυγος μου δεν ξέρει κάτι περισσότερο να πει. Εγώ τις υπεύθυνες δηλώσεις τις είχα μέσα και μετά έκαναν φτερά.

Μετά ο κατηγορούμενος μου έκανε αγωγή με άλλη διεύθυνση και μου ζητάει αποζημίωση. Δεν ξέρω τι έχει γίνει η αγωγή. Αθωώθηκε για τις επιταγές, με αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις. Είπε ότι το έκανε άλλος. Εγώ δεν το πιστεύω. Ο κατηγορούμενος το έκανε για να αθωωθεί από τη κατηγορία.....". -Επίσης και κατά την δικάσιμο της 27/2/2004 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κατά την εκδίκαση της- σε βάρος του αιτούντος κατηγορίας- για υπεξαγωγή εγγράφων και δη των δύο πλαστών υπευθύνων δηλώσεων ο προαναφερόμενος εξεταζόμενος, ως πολιτικώς ενάγων, κατέθεσε τα εξής: "...Ο κατηγορούμενος είχε πλαστογραφήσει ότι είχε εξοφλήσει τις επιταγές με υπεύθυνες δηλώσεις και βρίσκονταν στο φάκελο της δικογραφίας.

Δεν τις είχαμε υπογράψει εμείς τις υπεύθυνες δηλώσεις. Η γυναίκα μου δεχόταν απειλητικά τηλεφωνήματα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χωρίσουμε και να φύγει για την Αμερική. Όταν αναζήτησα πάλι το φάκελο της δικογραφίας για να πάρω τις υπεύθυνες δηλώσεις λείπανε από μέσα. Δεν ξέρω ποιός τις αφήρεσε από το φάκελο αλλά έννομο συμφέρον είχε ο κατηγορούμενος από την ενέργεια αυτή.

Η πρώτη επιταγή ήταν 31000 δολάρια και η δεύτερη 421000 δολάρια....". -Θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως (σελ2) προκύπτει ότι η μάρτυς κατηγορίας και παθούσα Ζ. Λ. δια του Α. Γ. δήλωσε, ότι ήταν ασθενής και προσκόμισε και την από 21-11-2011 ιατρική γνωμάτευση που αναγνώστηκε, το δε δικαστήριο στηριχθέν στη κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα Κ.

Θ.,-(που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας)-ότι "...η σύζυγος του δεν ήξερε κάτι περισσότερο να πει..", απέρριψε το αίτημα της υπερασπίσεως και την θετική επ’ αυτού πρόταση της εισαγγελέως να αναβληθεί η δίκη για να προσέλθει η ανωτέρω, η οποία επομένως γνώριζε την σε βάρος του αιτούντος και τότε κατηγορουμένου κατηγορία. -Επομένως το περιεχόμενο της όψιμης καταθέσεως του ανωτέρω -που έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο προηγούμενων καταθέσεων-, διαφαίνεται ότι είναι απότοκο "μεθοδεύσεως" -εκ του ασφαλούς- και ουχί μεταμέλειας αυτού, όπως ισχυρίζεται ο αιτών, όλα δε τα σημειούμενα σ’ αυτήν, ως "νέα άγνωστα στοιχεία", δεν ήταν άγνωστα -κατά την έννοια του νόμου στους δικάσαντες δικαστές- αλλά απετέλεσαν αντικείμενα δικανικής επεξεργασίας. -Εξάλλου, κατά τη δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών, μέσω του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου κατέθεσε εγγράφως για καταχώρηση στα πρακτικά του δικαστηρίου και ανέπτυξε προφορικά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, κατά τον οποίο:

α) αρνείτο ότι ήταν αυτός το υποκείμενο του εγκλήματος για το οποίο στηρίχθηκε σε βάρος του δημόσια επ’ ακροατηρίω κατηγορία ισχυριζόμενος ότι τις επίμαχες πλαστές υπεύθυνες δηλώσεις, τις κατήρτισε ο Μ. και β) ο επιδιωκόμενος σκοπός για την κατάρτιση τους και τη χρήση τους ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά την εκδίκαση της εναντίον του κατηγορίας για έκδοση ακάλυπτων επιταγών ήταν να απαλλαγεί από την κατηγορία και όχι να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας των μηνυτών του.

Πλην όμως οι ισχυρισμοί του αυτοί, απορρίφθηκαν με ειδική αιτιολογία από το εν λόγω Δικαστήριο. -Περαιτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την υπ’ αριθ. 259/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε προηγούμενη αίτηση του αιτούντος. VΙ. Αναμφιβόλως όθεν, από το περιεχόμενο της εν λόγω αιτήσεως δεν προκύπτουν "νέα γεγονότα" ή "αποδείξεις", άγνωστες, στους δικαστές που δίκασαν, κατά την έννοια του άρθρου 525§2 του ΠΚ, και οι οποίες από μόνες τους ή σε συνδυασμό με τις αποδείξεις που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο - καθιστούν φανερό ότι ο αιτών, είναι αθώος για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε, αλλά στην αίτηση περιέχονται ισχυρισμοί και επιχειρήματα του, που, εστιάζονται γύρω, από την κριτική της απόφασης και τις παραδοχές του Εφετείου, και γενικά γύρω από την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων κατά την διάρκεια της δίκης, κατά την οποία καταδικάσθηκε, έτσι ώστε να καταφαίνεται η επιδίωξή του -δια της ως άνω διαδικασίας- να υπάρξει, ένας νέος ουσιαστικός επανέλεγχος της κατηγορίας, ο οποίος κατά τα προεκτεθέντα είναι ανεπίτρεπτος.

VIΙ. -Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί, η υπό κρίση αίτησή του για επανάληψη της διαδικασίας, -ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη-, και ως εκ τούτου, και η αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας και εκτιόμενης απ’ αυτόν ποινής, να επιβληθούν δε τα εκ διακοσίων πενήντα(250)€ δικαστικά έξοδα σε βάρος του (άρθ. 583 §1 ΚΠΔ, σε συνδ.

με το αρθρ. 3 §3 του Ν. 773/1977 και την 123827/23-12-2010 Απόφαση Υπουργών Οικονομικών& Δικαιοσύνης). ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνουμε: 1) Ν’ απορριφθούν κατ’ ουσία οι από 11/4/2016 (δια του διευθυντού του Καταστήματος κράτησης Κορυδαλλού) και από 20/4/2016 (δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου)- υποβληθείσες αιτήσεις του Σ.

Γ. του Ι. και Μ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού (και προσωρινά κρατουμένου στο Νοσοκομείο Κρατουμένων Φυλακών Κορυδαλλού), περί επαναλήψεως προς το συμφέρον αυτού της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ’ αριθ. 3270/2011 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, καθώς και 2) Η από 20/4/2016, αίτησή του για αναστολή εκτελέσεως της επιβληθείσας δια της ως άνω αποφάσεως, και εκτιόμενης απ’ αυτόν ποινής, 3) Να επιβληθούν τα εκ διακοσίων είκοσι (250) € δικαστικά έξοδα, σε βάρος του.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Μπόμπολης".

Αφού άκουσε

τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση και την πληρεξούσια του αιτούντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 529 ΚΠΔ, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, σε Συμβούλιο, με την υπ’ αριθμ. 80/27-4-2016 πρόταση του αρμόδιου Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την οποία προτείνεται η απόρριψή της, η από 20-4-2016 αίτηση του Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, η οποία υπεβλήθη στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ’ αριθμ. πρωτ: 21280/20-4-2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως του καταστήματος Κρατήσεως Κορυδαλλού και ενεχειρίσθη, επίσης στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 20-4-2016 από την πληρεξουσία δικηγόρο του, με την οποίαν ο τελευταίος ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι (6) ετών, την οποίαν εκτίει και η οποία του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3270/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, από την οποίαν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρ. 1, 13γ, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 2α-1 και 216 παρ. 1-3α του ΠΚ).

Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε, μετά την υπό αυτού (ανωτέρω αιτούντος) άσκηση της υπ’ αριθμ. πρωτ: .../11-4-2016 από 11-4-4016 αιτήσεως, με την οποίαν ζητεί, την προς το συμφέρον του επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, κατά την οποίαν εκδόθηκε η ως άνω καταδικαστική αυτού απόφαση, επειδή, όπως ισχυρίζεται, μεταγενεστέρως, αποκαλύφθηκαν τα, στην αίτηση αυτή και κατωτέρω αναφερόμενα, νέα και άγνωστα στο Δικαστήριο που τον καταδίκασε, γεγονότα και αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους και σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν τότε προσκομισθεί, καθιστούν φανερό πως είναι αθώος, όπως ισχυρίζεται.- Κατά το άρθρο 525 παρ.1 του Κ.Π.Δ, η ποινική διαδικασία, που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση, επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον εκείνου που καταδικάστηκε για κακούργημα ή πλημμέλημα, μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό.

Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση 2 της παραγράφου 1 του άνω άρθρου, κατά την οποία η διαδικασία επαναλαμβάνεται, αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως, κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, θεωρούνται εκείνες που δεν είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που δίκασε και έτσι ήταν άγνωστες στους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως. Νέες αποδείξεις ή γεγονότα μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως ένορκες βεβαιώσεις που περιέχουν την εκτός δικαστηρίου μαρτυρία κάποιου (ΑΠ 1769/2006, ΑΠ 1703/2005, ΑΠ 672/1995), καταθέσεις νέων μαρτύρων, ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου (ΑΠ 756/1993), νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υπόθεσης, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομιστεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, σε βαθμό που αγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή ότι καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Η ανάκληση, ωστόσο, της καταθέσεως μάρτυρα δεν αποτελεί αμάχητο λογικό τεκμήριο περί του ότι η παλαιά κατάθεση είναι ψευδής, διότι οι ανακλήσεις αυτές είναι προδήλως αναξιόπιστες και δεν καθιστούν φανερή την αθωότητα του κατηγορουμένου (ΑΠ 27/2013, ΑΠ 1931/2010, ΑΠ 1301/2007). Η αξιοπιστία όμως των νεότερων αυτών καταθέσεων θα κριθεί από την αξιολόγησή τους σε συνδυασμό με τις προηγούμενες, καθώς και τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 186/2001, Α.Π 816/1999, ΑΠ 226/1999).

Όμως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντίθετα ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν απ’ αυτούς, έστω και μετά από εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που τέθηκαν υπόψη τους, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς επανέλεγχος της προσβαλλομένης απόφασης, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι δικαστές που την εξέδωσαν, εφόσον η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης απόφασης, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π 1086/2009, Α.Π 1034/2009, Α.Π 746/2009, ΑΠ 444/2009). Την σχετική περί αυτού κρίση του σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας αρμόδιο δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της δίκης που προηγήθηκε και από τα έγγραφα που υπάρχουν στην δικογραφία.

Περαιτέρω, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 527 παρ.1, 3 και 528 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας, υποβάλλεται από τον ίδιο τον καταδικασθέντα ή ορισμένους συγγενείς του, τον συνήγορο του ή τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον καταδίκασε, στον εισαγγελέα εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο οποίος την εισάγει στο (αρμόδιο) Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο (σε Συμβούλιο) που υπηρετεί, που αποφαίνεται σχετικά, αφού ακούσει τον Εισαγγελέα και τον αιτούντα (καλούμενο προς τούτο). Κατά τις ίδιες διατάξεις η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, άλλως είναι απαράδεκτη. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 529 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι προϋπόθεση αναστολής της εκτελέσεως της ποινής, που εκτίεται δυνάμει αμετακλήτου καταδικαστικής αποφάσεως όταν αυτή ζητείται μετά την υποβολή αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας είναι η πιθανολόγηση ευδοκιμήσεως της τελευταίας (ΑΠ 151/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 3270/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών Σ. Γ. του Ι. κρίθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας μετά χρήσεως από την οποία σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας τρίτον, περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, την οποία τέλεσε σε βάρος της Ζ. Λ. και καταδικάσθηκε σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η σχετική αίτηση αναιρέσεως του αιτούντος απερρίφθη ως αβάσιμη στην ουσία της με την υπ’ αριθμ. 1450/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ακολούθως, ο αιτών με την από 24-9-2014 αίτησή του προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ζήτησε, για τους λόγους που εξέθετε σ’ αυτήν, αφ’ ενός μεν την επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την ως άνω απόφαση (υπ’ αριθμ. 3270/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών), αφ’ ετέρου δε την αναστολή εκτελέσεως της προαναφερομένης ποινής, που του επεβλήθη με την απόφαση αυτή. Επί των αιτήσεων αυτών εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 259/2016 απόφαση (σε συμβούλιο) του Δικαστηρίου αυτού, με τις οποίαν αμφότερες απερρίφθησαν ως ουσία αβάσιμες.

Σύμφωνα με το διατακτικό της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 3270/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αιτών κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Κατά το αμέσως προηγούμενο της 13ης Μαΐου 1997 χρονικό διάστημα και σε ημερομηνία που δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί κατά τη διάρκεια τα κυρίας ανάκρισης, με πρόθεση προέβη στην κατάρτιση πλαστού εγγράφου, με σκοπό όπως παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, επιπλέον δε με σκοπό να προσπορίσει ο ίδιος περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων 25.000.000.

δρχ., με αντίστοιχη βλάβη τρίτου, ενώ στη συνέχεια προέβη σε χρήση του ανωτέρω πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, κατά το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ο κατηγορούμενος πάνω στο έντυπο μιας υπευθύνου δηλώσεως του ν. 1599/1986, που συντάσσεται επί ειδικού σφραγιστού χάρτου αξίας 100 δρχ., αφού συμπλήρωσε, ιδιοχείρως παραπλεύρως των ενδείξεων, που αφορούν τα στοιχεία ταυτότητας του δηλούντος, τα στοιχεία της ταυτότητας της Ζ.

Λ. και ειδικότερα αφού ανέγραψε τα στοιχεία ""ΟΝΟΜΑ Ζ., ΕΠΩΝΥΜΟ Λ., ΟΝΟΜΑ ΠΑΤΕΡΑ Κ., ΟΝΟΜΑ ΜΗΤΕΡΑΣ Σ., ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: 10-8-1954 ΤΟΠΟΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ: ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΤΟΠΟΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ ΟΔΟΣ ... ΑΡΙΘΜ. ΔΕΛΤΙΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ ...", στη συνέχεια ανέγραψε, κάτω από την ένδειξη "ΜΕ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 6 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 22 ΤΟΥ Ν. 1599/1986, ΔΗΛΩΝΩ ΟΤΙ: "κείμενο, το ακριβές περιεχόμενο του οποίου έχει ως έξης: "η επιταγή με αρ. ...

Τραπέζης Κρήτης και ποσού USD $ 421.500 που εξέδωσε ο Γ. Σ. 26-12-1994 στην Αθήνα σε διαταγή μου έχει εξοφληθεί πλήρως και ουδεμία απαίτηση διατηρώ κατ’ αυτού, εξ αυτής της αιτίας" 24/1/1995 Η ΔΗΛΟΥΣΑ και κάτωθι της ένδειξης Η ΔΗΛΟΥΣΑ έθεσε ιδιοχείρως δυσανάγνωστη μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Ζ. Λ., ενώ στη συνέχεια, αφού έθεσε πάνω στο ίδιο έντυπο της υπευθύνου δηλώσεως σφραγίδα, χρώματος μπλε, την οποία προηγουμένως κατασκεύασε και η οποία ανέγραφε: "ΒΕΒΑΙΩΝΕΤΑΙ Η ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ Λ.

Ζ. Α.Δ.Τ. ... ΑΘΗΝΑ 24/1/1995 Ο ΒΕΒΑΙΩΝΩΝ Κ. Χ. ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ" στη συνέχεια, ο ίδιος ενεργώντας δολίως έθεσε ιδιοχείρως, κάτω από το κείμενο της παραπάνω σφραγίδας, δυσανάγνωστη μονογραφή, κατά κακή απομίμηση της υπογραφής της Χ. Κ., αστυφύλακος της ΕΛ.ΑΣ, καθώς και στρογγυλή μπλε σφραγίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας, εμφανίζοντας, δια του ως άνω τρόπου την παραπάνω "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", ως υπογεγραμμένη και προερχομένη πράγματι από την ανωτέρω Ζ.

Λ. και ως φέρουσα για το λόγο αυτό και σχετική θεώρηση περί του γνησίου της υπογραφής αυτής, τον ίδιο δε κατηγορούμενο να έχει εξοφλήσει ολοσχερώς την οικονομική απαίτηση ύψους 421.500 δολαρίων ΗΠΑ (102.795.400 δρχ), την παραπάνω Ζ. Λ., που προερχόταν από την υπ’ αρ. ... τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κρήτης, εκδόσεως του.

Στη συνέχεια, την δια του ως άνω τρόπου, καταρτισθείσα από τον ίδιο πλαστή "ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΔΗΛΩΣΗ", χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος, αφού την παρέδωσε στις 13-5-1997, στον Πρόεδρο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, κατά τη συνεδρίαση του δικαστηρίου αυτού, το οποίο ασχολείτο με την εκδίκαση ποινικής υποθέσεως, με κατηγορούμενο τον ίδιο για παράβαση της διατάξεως του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 (έκδοση ακάλυπτων επιταγών), υποβάλλοντας ταυτόχρονα ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου σχετικό αίτημα να απαλλαγεί από την κατηγορία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 5960/1933, όπως η παρ.

αυτή είχε ήδη (4-6-1996) αντικατασταθεί με το άρθρο 4 του ν. 2408/1996 και πετυχαίνοντας έτσι στη συνέχεια να κηρυχθεί αθώος, με την υπ’ αρ. 59605/1997 απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, προσπορίζοντας δε στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, συνολικού ύψους 102.795.420 δρχ. και επιφέροντας ισόποση περιουσιακή βλάβη στην περιουσία της Ζ.

Λ.." Με την ίδια δε αυτή απόφαση του επεβλήθη ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών. Ήδη ο αιτών, με την υπό κρίση υπ’ αριθμ. πρωτ: .../11-4-2016 από 11-4-4016 αίτησή του, ζητεί, την προς το συμφέρον του επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, ισχυριζόμενος, ότι δεν έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε αμετακλήτως, διότι ουδεμία σχέση χρέους εξ οιασδήποτε αιτίας τον συνέδεε με την παθούσα Ζ.

Λ., που να δικαιολογεί την υπ’ αυτού έκδοση της ανωτέρω υπ’ αρ. ... τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας Κρήτης ποσού 421.500 δολ. Η.Π.Α. σε διαταγή της (Ζ. Λ.), ότι η εν λόγω επιταγή είχε εκδοθεί σε διαταγή της παθούσης αυτής για άλλη, διάφορη, μη προσδιοριζόμενη, σημειωτέον, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, αιτία, ότι την επιταγή αυτή η ως άνω παθούσα δεν επεδίωξε ποτέ να την εισπράξει δικαστικά, γιατί εγνώριζε, αφ’ ενός μεν ότι δεν υπήρχε οφειλή του προς αυτήν, αφ’ ετέρου δε ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του (αιτούντος) στον οποίον εσύρετο η επιταγή αυτή ήταν δεσμευμένος από το έτος 1991, ότι τα γεγονότα αυτά η παθούσα θα τα κατέθετε εάν ήταν παρούσα στην δίκη κατά την διαδικασία, κατά την οποίαν εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, της οποίας διώκει την επανάληψη.

Προς στήριξη της αιτήσεως του αυτής ο αιτών, επικαλείται και προσκομίζει ως νέο στοιχείο την υπ’ αριθμ. ...16-2-2016 ένορκη βεβαίωση του μηνυτή της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως Κ. Θ., που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιά Ε. Λ., με την οποία αυτός βεβαιώνει ότι: "έκανα μήνυση για μία επιταγή που εκδόθηκε στο όνομα της πρώην γυναίκας μου Ζ.

Λ. στις 26/12/1994 για ποσό 421500 $ δολλάρια Η.Π.Α, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχει από οποιαδήποτε αιτία οφειλή του Σ. Γ. προς αυτήν και βεβαίως χωρίς να γνωρίζει τίποτα σχετικό η προαναφερόμενη πρώην γυναίκα μου, με την οποία έχω προ πολλού χωρίσει και βρίσκεται στην Αμερική. Παρόλο ότι ο εισαγγελέας της έδρας πρότεινε να εμφανιστεί και να καταθέσει εάν υπάρχει οφειλή στο ακροατήριο του Εφετείου, η δίκη έγινε χωρίς την παρουσία της που σε αντίθετη περίπτωση (εάν ήταν παρούσα) θα κατέθετε την αλήθεια, ότι δηλαδή η με αριθμ. ...

επιταγή στο όνομά της παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 27-12-1994 είχε δοθεί προς αυτήν από τον Σ. Γ. όχι γιατί υπήρχε ΧΡΕΟΣ από αυτόν προς αυτήν αλλά για εντελώς διαφορετική αιτία. Όπως τούτο γίνεται φανερό αφού ο τηρούμενος στην τράπεζα λογαριασμός του Σ. Γ. υπήρξε δεσμευμένος από το έτος 1991 και αυτό ήταν γνωστό από την πρώην γυναίκα μου, η οποία άλλωστε ποτέ δεν επιδίωξε να εισπράξει δικαστικά αυτή την επιταγή για την οποία επαναλαμβάνω δεν υπήρξε ΟΦΕΙΛΗ".

Περαιτέρω, από την ως άνω υπ’ αριθμ. 3270/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών προκύπτει, ότι κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας ο ανωτέρω μηνυτής, ο οποίος κατέθεσε επί λέξει τα εξής: "Ήταν δύο επιταγές, εκδότης ο κατηγορούμενος. Τα ποσά ήταν μεγάλα. Τις υπεύθυνες δηλώσεις τις έκανε ο κατηγορούμενος, ότι εξοφλήθη.

Ο δικηγόρος μου τις έφερε στο Δικαστήριο. Είχε προσκομίσει ψεύτικες δηλώσεις. Είχε αφαιρέσει τα πρωτότυπα των επιταγών. Ο Μ. δεν μπορούσε να συντάξει αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις, δεν είχε έννομο συμφέρον. Η σύζυγός μου δεν ξέρει κάτι περισσότερο να πει. Εγώ τις υπεύθυνες δηλώσεις τις είχα μέσα και μετά έκαναν φτερά, Μετά ο κατ/νος μου έκανε, αγωγή με άλλη διεύθυνση και μου ζητάει αποζημίωση.

Δεν ξέρω τι έχει γίνει η αγωγή. Αθωώθηκε για τις επιταγές, με αυτές τις υπεύθυνες δηλώσεις. Είπε ότι το έκανε άλλος. Εγώ δεν το πιστεύω. Ο κατηγορούμενος το έκανε για να αθωωθεί από την κατηγορία.".

Από την αντιπαραβολή των ως άνω ενόρκως υπ’ αυτού βεβαιουμένων και κατατεθέντων αντιστοίχως, προκύπτει, ότι τα περιστατικά της ενόρκου βεβαιώσεως, που προσκομίζεται ως νέο αποδεικτικό στοιχείο, δεν αναφέρονται στην πλαστογραφία και εν συνεχεία χρήση του ανωτέρω εγγράφου (υπευθύνου δηλώσεως του ν. 1599/1986), για την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, αλλά αναφέρονται στην μη ύπαρξη πράγματι οφειλής του τελευταίου προς την παθούσα, ενώ περαιτέρω εκτίθεται ότι η έκδοση από τον αιτούντα της προαναφερομένης επιταγής εγένετο από τον τελευταίο για "εντελώς διαφορετική αιτία", που δεν καθορίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

Περαιτέρω, εκθέτει ο εν λόγω ενόρκως εν προκειμένω βεβαιών μηνυτής, ότι η παθούσα σύζυγός του Ζ. Λ. εγνώριζε ότι ο τραπεζικός λογαριασμό τους αιτούντος ήταν δεσμευμένος από το 1991 και ότι δεν επεδίωξε ποτέ την είσπραξη της ανωτέρω επιταγής, θα βεβαίωνε δε τα περιστατικά αυτά εάν ήτο παρούσα στην δίκη ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Με την έκθεση όμως των περιστατικών αυτών ο μηνυτής στην ουσία ανακαλεί την ως άνω ένορκη κατάθεσή του στο ως άνω δικαστηρίου (Πενταμελές Εφετείο Αθηνών), ενώπιον του οποίου αντιθέτως είχε καταθέσει ότι η παθούσα σύζυγός του δεν είχε να πει τίποτα πέραν των όσων ο ίδιος κατέθεσε και ανωτέρω εκτίθενται.

Εξ άλλου, ο ίδιος αυτός μηνυτής, με την υπ’ αριθμ. .../7-7-2014 ένορκη βεβαίωσή του, που συντάχθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιά Μ. Η., την οποίαν ο αιτών προσκόμισε στο Δικαστήριο τούτο προς επιστήριξη της προηγουμένης υπ’ αριθμ. πρωτ: .../24-9-2014 αιτήσεώς του για της επανάληψη της ποινική διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της αυτής ως και εν προκειμένω υπ’ αριθμ. 3270/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, όπως προαναφέρεται, απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. 259/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία της, βεβαιώνει ότι: "Γνωρίσθηκα εγώ και η τέως σύζυγος μου Ζ.

Λ. με τον, αιτούντα και τον ξάδελφο του Δ. Μ. μέσω του κοινού φίλου μας Δ. Π.. Ο αιτών και ο Μ. διατηρούσαν ανώνυμη εταιρεία με αντικείμενο την εισαγωγή και εμπορία πολυτίμων μετάλλων η εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας ...εγώ και κυρίως τότε η σύζυγος μου είχαμε δολάρια Η.Π.Α. και ενδιαφερόμασταν να τα επενδύσουμε ..Σταδιακά χρηματοδοτούσαμε τις εισαγωγές της εταιρείας αποκομίζοντας τόκους μέχρι το 1992 και ποσοστό επί των κερδών μεταγενέστερα το έτος 1994 ο αιτών μετά από σύγκρουση με τον Μ.

αποχώρησε από την εταιρεία ...Ο Μ. ανέλαβε να καλύψει τις υποχρεώσεις της εταιρείας τις οποίες όμως δεν κάλυψε ... Το 1994 ο Μ.. πίεζε τη Λ. για χρηματοδότηση...προκειμένου να λάβουμε τα κέρδη μας που ανέρχονταν σε 15.000.000δρχ. ...Η υπ’ αρ. ... επιταγή ποσού 421.000 δολ. Η.Π.Α. που εκδόθηκε από τον αιτούντα σε διαταγή της Λ., με ημερομηνία εκδόσεως 26-12-1994, εκδόθηκε προκειμένου να την εμφανίσει η Λ.

στην πληρώτρια Τράπεζα Κρήτης, να την σφραγίσει και να εκδώσει εκτελεστό τίτλο με τον οποίο στη συνέχεια θα έκανε κατάσχεση στον τραπεζικό λογαριασμό του αιτούντος τον οποίο είχε δεσμεύσει παράνομα η Τράπεζα. ... Επειδή αρνείτο ο Μ. να εξοφλήσει την απαίτηση μας ποσού 15.000.000δρχ., από τη χρηματοδότηση αρχίσαμε να τον πιέζουμε μέσω του Γ.

και της επιταγής που αυτός είχε εκδώσει ....Ως προς την από 24-1-1995 πλαστή υπεύθυνη δήλωση, που προσκομίσθηκε το ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και με την οποία ο Γ. απαλλάχθηκε από την κατηγορία της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γνωρίζω πολύ καλά ότι την δήλωση αυτή συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος ο Μ., ο οποίος και την προσκόμισε στο δικαστήριο, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε ο Γ..

Αυτό το γεγονός το γνωρίζω πολύ καλά γιατί ο Μ. τηλεφωνούσε και σ’ εμένα και στην τέως σύζυγο μου και μας ζητούσε την επιταγή να την προσκομίσει στο δικαστήριο ...εμείς αρνιόμαστε ...Την παραμονή μας είπε ότι έφτιαξε μια υπεύθυνη δήλωση στο όνομα της συζύγου μου και θα την παρουσίαζε στο δικαστήριο για να μη πάθει ζημιά ο Γ..

Επειδή ο Μ. δεν είχε τακτοποιήσει την οφειλή αναγκαστικά στραφήκαμε κατά του Γ., αφού η επιταγή ήταν στο όνομα του ενώ δε μας χρώσταγε τίποτα....".

Από περιεχόμενο αυτό της ως άνω υπ’ αριθμ. .../7-7-2014 ενόρκου βεβαιώσεως του μηνυτή, σε συνδυασμό με τα σχετικώς προαναφερόμενα, προκύπτει, ότι η ανυπαρξία του χρέους του προς την Ζ. Λ., σε διαταγή της οποίας πράγματι εξέδωσε την εν λόγω επιταγή, την εξόφληση της οποίας επεδίωξε να αποδείξει με την πλαστογράφηση του ως άνω εγγράφου, είναι ένα από τα γεγονότα, που ο αιτών επικαλέσθηκε και για την απόδειξή του προσκόμισε την ανωτέρω ένορκη βεβαίωση του μηνυτή, προς επιστήριξη της υπ’ αριθμ.

πρωτ: .../24-9-2014 αιτήσεώς του για την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. 259/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Την αυτή ανυπαρξία του χρέους του αυτού προβάλλει και πάλι και το επικαλείται ως νέο γεγονός ο αιτών με την υπ’ αριθμ. πρωτ: .../11-4-2016 από 11-4-4016 αίτησή του, με την οποίαν και πάλι ζητεί, την προς το συμφέρον του επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, και προσκομίζει προς απόδειξη αυτού του γεγονότος την ανωτέρω υπ’ αριθμ. ...16-2-2016 ένορκη βεβαίωση του μηνυτή.

Ωστόσο από το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής ενόρκου βεβαιώσεως του μηνυτή, η οποία όπως προαναφέρεται δεν αποτελεί αμάχητο λογικό τεκμήριο περί του ότι η επ’ ακροατηρίω κατάθεσή του είναι ψευδής, διότι η ανωτέρω ανάκληση της είναι προδήλως αναξιόπιστη και δεν καθιστά φανερή την αθωότητα του αιτούντος, σε συνδυασμό και προς όλα τα έγγραφα της δικογραφίας καθίσταται προφανές ότι η περί της ενοχής του αιτούντος κρίση του Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς και μόνον στην προαναφερόμενη επ’ ακροατηρίου κατάθεση του μηνυτή, την οποίαν αυτός με την ανωτέρω ένορκη βεβαίωσή του ανακαλεί, αλλά στο σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η από 26-10-1995 ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Κ.

Κ. ενώπιον του 9ου Ειδικού Ανακριτή Αθηνών και η υπ’ αριθμ. .../22-10-2007 ένορκη βεβαίωση του Δ. Μ., από τα οποία δεν καθίσταται κατά πιθανολόγηση φανερό ότι ο αιτών είναι αθώος της ως πράξεως για την οποίαν καταδικάσθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά και επί πλέον ότι όλοι οι λοιποί ισχυρισμοί και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που περιέχονται στην αίτηση δεν συνιστούν νέα γεγονότα ή νέες αποδείξεις, που να μπορούν να θεμελιώσουν νόμιμο λόγο επανάληψης της διαδικασίας, αλλά με την επίκλησή τους επιδιώκεται απαράδεκτα ο ουσιαστικός επανέλεγχος της υπόθεσης με βάση το αποδεικτικό υλικό, που έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο που εξέδωσε τη σχετική απόφαση, κατά την κρίση του Συμβουλίου δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../11-4-2016 από 11-4-4016 αιτήσεως του αιτούντος περί επαναλήψεως της διαδικασίας και κατά συνέπεια δεν συντρέχει κατά νόμον περίπτωση αναστολής της εκτιομένης από τον αιτούντα ποινής μέχρις εκδόσεως αποφάσεως υπό του Συμβουλίου τούτου επί της εν λόγω αιτήσεως, πρέπει ν’ απορριφθεί το περί αναστολής αίτημά του και να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-4-2016 αίτηση του Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ... και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, η οποία υπεβλήθη στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με το υπ’ αριθμ. πρωτ: 21280/20-4-2016 έγγραφο του Προϊσταμένου της Διευθύνσεως του καταστήματος Κρατήσεως Κορυδαλλού και ενεχειρίσθη, επίσης στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την 20-4-2016 από την πληρεξουσία δικηγόρο του, με την οποίαν ο τελευταίος ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της ποινής καθείρξεως των έξι (6) ετών, την οποίαν εκτίει και η οποία του επιβλήθηκε με την υπ’ αριθμ. 3270/2011 αμετάκλητη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για την αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής πλαστογραφίας με χρήση, από την οποίαν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, βλάπτοντας άλλον, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρ. 1, 13γ, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ. 2α -1 και 216 παρ. 1-3α του ΠΚ), μέχρις της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως επί της υπ’ αριθμ. .../11-4-2016 από 11-4-4016 αιτήσεώς του για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε με την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως (υπ’ αριθμ. 3270/2011 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών).

Καταδικάζει τον αιτούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ