Legislator Case Law & Legislation
1187/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence and factual assertions in property dispute.

Case Number 1187/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision regarding a property ownership dispute. The court found the appeal arguments inadmissible because they relied on factual assertions rather than legal principles or undisputed evidence. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(10) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence or denies the factual basis of a defense rather than asserting a new legal matter.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal grounds factual assertions evidence evaluation property ownership legal costs dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 953, 954, 1002 and 1117 of the Civil Code
Articles 1 and 14 of Law 3741/1929
Articles 1 and 2 of Law 1024/1971
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1187/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη, Προεδρεύoντα (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π. του Β., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Γεωρτζόγλου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Α. του Χ., 2)Γ. Π. του Κ. και 3)Χ. Α. του Σ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καυκόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του αρχικού διαδίκου Βασιλείου Παγώνη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22140/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1635/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2013 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 7/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 ΑΚ, 1 και 14 του ν. 3741/1929 και 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επί ενιαίου οικοπέδου" προκύπτει, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης οροφοκτησίας με βάση τη διάταξη του άρθρου 480 Α του Κ.Πολ.Δ, που προστέθηκε με το άρθρο 11 του ν.1562/1985 ή τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 του τελευταίου νόμου, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυρίων του όλου ακινήτου, δηλαδή, είτε με σύμβαση του κυρίου και του αποκτώντος, είτε με σύμβαση μεταξύ των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με διάταξη τελευταίας δήλωσης, όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος.

Η σύσταση, εξάλλου, της οροφοκτησίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογράφου εγγράφου και της μεταγραφής. Δεν μπορεί, επομένως, κατά νόμο να αποκτηθεί κυριότητα με χρησικτησία, τακτική ή έκτακτη, σε τμήμα, όροφο ή δωμάτιο του όλου ακινήτου, ακόμη και αν το τμήμα αυτό είναι αυτοτελές και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση, εφόσον το εν λόγω τμήμα δεν αποτελεί συνεστημένη ήδη οριζόντια ιδιοκτησία.

Μπορεί όμως κατ’ άρθρο 993 ΑΚ, από λόγους πρακτικής σκοπιμότητας, να αποκτηθεί νομή επί συστατικού μέρους πράγματος, κινητού ή ακινήτου, με την προϋπόθεση, αφ’ ενός το συστατικό μέρος του πράγματος στο οποίο ασκείται η νομή, να είναι εξωτερικά χωριστό και διακριτό, όπως είναι το διαμέρισμα πολυώροφης οικοδομής και αφετέρου να είναι επί του συστατικού αυτού μέρους δυνατή, κατά τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου, η άσκηση χωριστής νομής.

Η νομή όμως αυτή επί συστατικού δεν μπορεί να οδηγήσει στην κτήση χωριστής κυριότητας με χρησικτησία επί αυτού (συστατικού), γιατί θα ήταν αντίθετο με τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 953 ΑΚ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άρθρα 249, 251, 1094 και 1095 ΑΚ η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής είναι εικοσαετής και αρχίζει από την κατάληψη του πράγματος, με την οποία και προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με τη δημιουργία πραγματικής καταστάσεως αντιτιθεμένης σ’ αυτό, οπότε και γεννάται η σχετική αξίωση και είναι αυτή επιδιώξιμη.

Η παραγραφή επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του επί μία εικοσαετία, χωρίς να ερευνάται τι είδους νομή ή κατοχή ασκεί ο προσβολέας και αν αυτή η νομή ή κατοχή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία η κατάληψη και κατοχή έγινε δυνάμει έννομης σχέσης η οποία παρέχει έναντι του ενάγοντος ιδιοκτήτη ή του δικαιοπαρόχου του δικαίωμα νομής ή κατοχής, οπότε η προς παραγραφή προσβολή δεν υφίσταται παρά μόνον από τη λήξη της σχέσης αυτής ή και προ του χρόνου τούτου, από τότε που ο κατέχων επ’ ονόματι και για λογαριασμό άλλου αντιποιηθεί τη νομή αυτού, νεμόμενος πλέον καθ’ υπέρβαση του δικαιώματος που του παραχωρήθηκε για δικό του λογαριασμό.

Μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής δικαιούται ο υπόχρεος να προβάλει την ένσταση παραγραφής και να αρνηθεί την απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νομού. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε τα εξής:

Δυνάμει του υπ’ αριθμ. ...19-6-1987 προσυμφώνου πωλήσεως υπογείου χώρου κατά τις διατάξεις της οριζόντιας ιδιοκτησίας του Ν. 3741/1929 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αρτέμιδος Αντωνιάδου-Καστρινού, ο εργολάβος Θ. Σ., πριν κηρυχθεί έκπτωτος, είχε αναλάβει την υποχρέωση να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, στους πρώτο και δεύτερο εναγομένους, κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία, έναντι τιμήματος 8.000.000 δραχμών, μία οριζόντια ιδιοκτησία, από αυτές που βάσει του ανωτέρω προσυμφώνου και εργολαβικού ελάμβανε ως εργολαβικό αντάλλαγμα, ήτοι έναν αυτοτελή και διηρημένο χώρο, ευρισκόμενο στο υπόγειο της οικοδομής, που καταλαμβάνει ολόκληρο το υπόγειο της, συνολικού εμβαδού 930 τ.μ.

περίπου, μετά του αναλογούντος σ’ αυτό ποσοστού συγκυριότητας επί του όλου οικοπέδου και των λοιπών κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων, μερών, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της όλης οικοδομής 25/1000 εξ αδιαιρέτου. Το συμφωνηθέν ως άνω τίμημα εξοφλήθηκε ολοσχερώς, καθόσον καταβλήθηκε από τους αγοραστές κατά την ημέρα της υπογραφής του προσυμφώνου (19- 6-1987) ως αρραβώνας το ποσό των 2.000.000 δραχμών και στις 3-11-1988 το υπόλοιπο του τιμήματος, ύψους 6.000.000 δραχμών.

Το ως άνω προσύμφωνο δεν τράπηκε σε οριστικό συμβόλαιο, λόγω της έκπτωσης του ανωτέρω εργολάβου και της αναδρομικής κατάργησης της παραπάνω εργολαβικής σύμβασης. Κατά το χρόνο που κηρύχθηκε έκπτωτος ο εργολάβος, η οικοδομή βρίσκονταν στο στάδιο διάστρωσης της πλάκας οροφής του τρίτου υπέρ το ισόγειο (πυλωτής) ορόφου.

Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, εκ προσυμφώνου αγοραστές, αλλά και ο τρίτος εναγόμενος, γιος του πρώτου εναγομένου, μόλις πληροφορήθηκαν ότι κηρύχθηκε έκπτωτος ο εργολάβος, κατά τα μέσα Φεβρουαρίου του 1989, κατέλαβαν τον παραπάνω υπόγειο χώρο, παρά το ότι ήταν ημιτελής, και συγκεκριμένα, μετέφεραν εντός αυτού διάφορα αντικείμενα, όπως αυτοκίνητα προς επισκευή, μηχανήματα και εργαλεία, αφού προηγουμένως κατασκεύασαν ράμπα καθόδου των οχημάτων, έκλεισαν την είσοδο του με σιδερένιες πόρτες και άρχισαν να εκτελούν διάφορες εργασίες σ’ αυτό.

Για το λόγο αυτό οι τότε οικοπεδούχοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος ενάγων καθώς και η σύζυγος του Μ., άσκησαν εναντίον των δύο πρώτων εναγομένων αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, επικαλούμενοι τα άνω περιστατικά, ήτοι την έκπτωση του εργολάβου και την κατά τα άνω αυθαίρετη κατάληψη του υπογείου από τους δύο πρώτους εναγομένους, που επικαλούνταν ότι είχαν αγοράσει το επίδικο από τον έκπτωτο εργολάβο με προσύμφωνο, ζητούσαν την απόδοση σ’ αυτούς της νομής του παραπάνω υπογείου.

Η αίτηση αυτή, όπως συνομολογείται, δεν συζητήθηκε τελικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 7-4-1989 (δεν προκύπτει αν οι αιτούντες παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της, όπως επικαλούνται οι νυν εναγόμενοι, ή αν ματαιώθηκε η συζήτηση της). Επίσης, οι τότε οικοπεδούχοι άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την από 24-3-1989 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του έκπτωτου εργολάβου, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθεί η συννομή τους στο επίδικο οικόπεδο με την κατασκευαζόμενη τότε σ’ αυτό οικοδομή και να υποχρεωθεί ο καθού η αίτηση να τους αποδώσει τη συννομή του.

Το άνω Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμ. 560/3-5-1989 απόφαση του, έκανε δεκτή την αίτηση και υποχρέωσε τον καθού η αίτηση, εργολάβο, να αποδώσει στους αιτούντες τη νομή του ακινήτου. Από κανένα στοιχείο όμως δεν αποδείχθηκε ότι η απόφαση αυτή εκτελέστηκε κατά του άνω εργολάβου ή των εναγομένων, ή ότι οι τελευταίοι, εγκατέλειψαν το επίδικο υπόγειο μετά την έκδοση της άνω απόφασης ή οποτεδήποτε.

Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, ο εργολάβος αποδέχθηκε την έκπτωση του με την από 6-12-1989 δήλωση του που επιδόθηκε την ίδια ημέρα στους οικοπεδούχους. Έτσι, οι εναγόμενοι παρέμειναν στην κατοχή του επιδίκου υπογείου και μετά την σύναψη της άνω εργολαβικής σύμβασης με το νέο εργολάβο (6-12-1989), στον οποίο, βάσει της άνω σύμβασης, θα περιέρχονταν το υπόγειο, ως εργολαβικό αντάλλαγμα.

Ο άνω εργολάβος, όχι μόνο δεν προέβαλε αξιώσεις αναφορικά με τον επίδικο υπόγειο χώρο, αλλά αντίθετα επέτρεψε στους εναγόμενους να προβούν σε εργασίες αποπεράτωσης του, με δικές τους δαπάνες, ενόψει του ότι αυτοί δεν δέχθηκαν να του καταβάλουν το ποσό που τους ζήτησε για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών αποπεράτωσης από μέρους του.

Ακολούθως, οι εναγόμενοι προέβησαν σε εργασίες αποπεράτωσης του υπογείου και συγκεκριμένα κατασκεύασαν διάδρομο για τον έλεγχο των οχημάτων, χώρο αναμονής πελατών, γραφείο και τουαλέτα, τοποθέτησαν κουφώματα και τζάμια και εγκατέστησαν υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και αφού το διαμόρφωσαν κατάλληλα, άρχισαν να το χρησιμοποιούν ως συνεργείο επισκευής αυτοκινήτων, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν ή να αμφισβητηθεί το δικαίωμα της νομής και κατοχής τους στο ως άνω επίδικο από οποιονδήποτε, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι ετών μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (επίδοση αυτής στους εναγομένους 2-7-2010).

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη κατά παραδοχή της ένστασης παραγραφής των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το κρίσιμο ζήτημα της παραγραφής της ένδικης διεκδικητικής αγωγής διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και επομένως οι περί του αντιθέτου τρίτος και έκτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το επίδικο υπόγειο κατά το χρόνο της κατάληψης του περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1989 ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας εξωτερικά διακριτό και χωριστό και μπορούσε να καταστεί αντικείμενο χωριστής νομής και κατοχής, ενώ κάτι τέτοιο δε συνέβαινε.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού το Εφετείο δε χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά για την εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε τέτοια, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη. Οι ομολογίες που γίνονται ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο, αποτελούν εξώδικες ομολογίες που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι ενώ υπήρχε δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων ότι η κατάληψη του επιδίκου χώρου έγινε μετά τις 6-12-1989 εσφαλμένα δέχθηκε το Εφετείο ότι η κατάληψη έγινε τον Φεβρουάριο 1989, όπως προέκυπτε από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής της αναιρεσείουσας, προσδίδοντας έτσι στην εξώδικη ομολογία υπέρτερη αποδεικτική δύναμη από την δικαστική ομολογία των αντιδίκων - αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού η εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελευθέρως ενώ το Εφετείο δεν εκτίμησε δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων με το ως άνω περιεχόμενο, άλλωστε από τον ακολουθούντα δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ως άνω δικαστική ομολογία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ1 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ’ είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ" του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντα τα ακόλουθα έγγραφα προκειμένου να αποδείξει η αναιρεσείουσα τον ισχυρισμό της ότι τον Φεβρουάριο του 1989 δεν είχε ολοκληρωθεί καν ο σκελετός της οικοδομής, πόσο περισσότερο η τοιχοποιία αυτής και ως εκ τούτου δεν υπήρχε καν το επίδικο ακίνητο αλλά μόνο ο σκελετός αυτού, ότι δεν είχε οικοδομηθεί και ολοκληρωθεί το επίδικο ακίνητο, ώστε να είναι επιδεκτικό εξουσιασμού, εκμεταλλεύσεως και κατάληψης, με αποτέλεσμα να καταδεικνύεται ότι η κατάληψη αυτού έλαβε χώρα σαφώς μετά το έτος 1989 και δη το έτος 1993.

1.Το υπ’ αριθμ....6-12-1989 προσύμφωνο εργολαβικό του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Καραμάνου, σύμφωνα με το οποίο στις 06-12-1989 ημερομηνίας δηλαδή υπογραφής του προσυμφώνου εργολαβικού των οικοπεδούχων με τον εργολάβο Π. Τ. του Π. και της Αθήνας η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης του εκ σιδηροπαγούς σκυροδέματος σκελετού, 2. το υπ’ αριθμ....1990 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεώργιου Καραμάνου, σύμφωνα με το οποίο κατά τον μήνα Οκτώβριο του έτους 1990 η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο της εφαρμογής των επιχρισμάτων.

3. την υπ’ αριθμ....1986 άδεια ανοικοδόμησης της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης 4. την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...09-12-2012 βεβαίωση της Ε.Υ.Α.Θ., σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο συνδέθηκε με το δίκτυο νερού και αποχέτευσης το έτος 1993 και συγκεκριμένα στις 14-05-1993, 5. την υπ’ αριθμ. πρωτ....14-02-2013 βεβαίωση της ΔΕΗ (ΔΕΔΔΗΕ), από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο και δη το υπόγειο συνεργείο αυτοκινήτων επί της οδού ... αριθμός … (πρώην ...) έχει την υπ’ αριθμ. ...- παροχή ρεύματος και η αίτηση της αρχικής ηλεκτροδότησης κατατέθηκε στις 15-01-1992 και η ηλεκτροδότηση ξεκίνησε για πρώτη φορά στις 08-03-1993 στο όνομα του πρώτου αντίδικο Σ. Α., …. Την υπ’ αριθμ.πρωτ....04-06-1991 αίτηση ενώπιον της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης του εργολάβου Π. Τ. από το φάκελο της υπ’ αριθμ....1986 άδειας οικοδομής της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με την οποία αιτήθηκε την διενέργεια αυτοψίας από την Πολεοδομία Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παραταθεί η εργοταξιακή παροχή ρεύματος, από την οποία προκύπτει ότι ακόμα και στις 04-06-1991 η οικοδομή είχε εργοταξιακό ρεύμα και σαφώς δεν ήταν δυνατόν οι αντίδικοι να διατηρούσαν ήδη από το έτος 1989 σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος, απαραίτητη για την εκμετάλλευση του συνεργείου.

7. -Την ηλεκτρολογική μελέτη και την μελέτη θέρμανσης του επίδικου υπογείου ακινήτου της υπ’ αριθμ....1986 άδειας ανοικοδόμησης της Πολεοδομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτές έλαβαν χώρα μόλις στο έτος 1991 και ελέγχθηκαν από την Πολεοδομία μόλις στις 08-04-1992, Επίσης δεν έλαβε υπόψη την δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι στις προτάσεις τους σε αμφότερους τους βαθμούς ομολογούν αφενός ότι κατά την κήρυξη του εργολάβου Θ.

Σ. έκπτωτου στις 08-03-1989 η οικοδομή βρισκόταν στο στάδιο της διάστρωσης της πλάκας του τρίτου ορόφου, με αποτέλεσμα να καταδεικνύεται ότι αφού στις 08-03-1989 δεν είχε ολοκληρωθεί καν ο σκελετός της οικοδομής, πόσο περισσότερο η τοιχοποιία αυτής, το επίδικο ακίνητο τον Φεβρουάριο του έτους 1989 δεν ήταν διακριτό και ξεχωριστό και δεν ήταν επιδεκτικό εξουσιασμού και εκμεταλλεύσεως από τους αντιδίκους και αφετέρου ότι κατά την ημερομηνία που ανέλαβε την αποπεράτωση της οικοδομής ο εργολάβος Π.

Τ. ήτοι στης 06-12-1989, όταν δήθεν ο τελευταίος απαίτησε την καταβολή του ποσού των δέκα εκατομμυρίων δραχμών για την οικοδόμηση του επίδικου ακινήτου, απαίτηση την οποία αρνήθηκαν οι αντίδικοι μετά την εξέλιξη αυτή αρχίσανε να εκτελούνε όλες εκείνες τις εργασίες που ήταν αναγκαίες για την διαμόρφωση του επίδικου ακίνητου ώστε να καταστεί κατάλληλο για την λειτουργία σ’ αυτό επιχείρησης στάθμευσης οχημάτων και συνεργείο αυτοκινήτων ούτως ώστε να προκύπτει ότι κατά την κατάληψη, που κατά την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε χώρα τον Φεβρουάριου του 1989 το επίδικο ακίνητο δεν ήταν κατά τις αντιλήψεις του πρακτικού οικονομικού βίου κατάλληλο και προορισμένο για αυτοτελή χρήση και εκμετάλλευση.

Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα προαναφερόμενα έγγραφα και επομένως ο εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που αποδίδεται η αιτίαση στη δικαστική ομολογία, είναι απαράδεκτος γιατί η φερόμενη ως αγνοηθείσα δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων δεν είναι σαφής και συγκεκριμένη. Η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο, μέρος δεύτερο, αιτίαση από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στα ως άνω 1-5 δημόσια έγγραφα και στην ως άνω δικαστική ομολογία την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που αυτά είχαν πέραν της αντιφατικότητας της με την προηγούμενη αιτίαση είναι απαράδεκτη, διότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν προς έμμεση απόδειξη και ως τέτοια δεν είχαν αυξημένη αποδεικτική δύναμη ενώ η φερόμενη ως δικαστική ομολογία δεν είχε τον χαρακτήρα αυτό.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, επειδή το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι η κατάληψη του επιδίκου υπογείου έγινε το Φεβρουάριο 1989. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής δεχόμενο την ένσταση παραγραφής μετ’ εκτίμηση των καταθέσεων μαρτύρων, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση, των ομολογιών των διαδίκων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και δεν ήταν απαραίτητο να αξιολογεί τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 8, 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης απ’ αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε και ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης προβάλλεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που προτάθηκε και ως λόγος έφεσης, ότι σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 560/1989 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων νομής, με την οποία οι ανωτέρω οικοπεδούχοι κατόπιν της έκπτωσης του εργολάβου Θ.

Σ. αναγνωρίστηκαν συννομείς του ανωτέρω οικοπέδου, ο δε εργολάβος αποβλήθηκε, αποξενώθηκε κι εγκατέλειψε την οικοδομή ημιτελή, αναγνωρίστηκε ότι τουλάχιστον μέχρι το μήνα Απρίλιο του έτους 1989 ο έκπτωτος εργολάβος Θ. Σ. είχε αποβάλει παράνομα τους συννομείς οικοπεδούχους από τη νομή του επίμαχου οικοπέδου τους, καθώς είχε περιφράξει με συρματόπλεγμα την είσοδο στο οικόπεδο, είχε τοποθετήσει κλειδαριά στην οικοδομή και απαγόρευε την είσοδο σ’ αυτήν και ως εκ τούτου προκύπτει αναντίλεκτα ότι ήταν αδύνατον οι αντίδικοι να έχουν καταλάβει το επίδικο ακίνητο και να ασκούσαν πράξεις νομής και κατοχής επ’ αυτού από τον Φεβρουάριο του 1989, όταν το μήνα Απρίλιο του έτους 1989 ο Θ.

Σ. είχε περιφραγμένο και αποκλεισμένο το οικόπεδο. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφού τα ανωτέρω δεν συνιστούν "πράγματα" αλλά άρνηση της ιστορικής βάσης της ένστασης παραγραφής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.12.2013 αίτηση της Ε. Π. για αναίρεση της 1635/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Σεπτεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ