Legislator Case Law & Legislation
1187/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and non-justiciable property rights.

Case Number 1187/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding property rights. The appellant argued the lower court distorted evidence, but the Court found the appeal inadmissible because the appellate court relied on multiple pieces of evidence, not just the disputed documents. Consequently, the Court ruled that the appellant's claims regarding the evaluation of specific evidence and the nature of property rights fell outside the scope of Supreme Court review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 288 of the Code of Civil Procedure; Article 559(20) and Article 561(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision relies on a holistic evaluation of evidence where the specific weight of a disputed document cannot be isolated, or if the appeal concerns matters of fact and property rights that are not subject to Supreme Court review.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal evidence evaluation property rights holistic assessment scope of review Code of Civil Procedure appellate decision

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287 and 288 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 290 and 291 of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 413/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1187 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1187/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Γ. Μ. του Σ. κατοίκου ... ο οποίος δήλωσε την βίαιη διακοπή λόγω θανάτου την 15/3/2013, της Α. χας Σ. Μ., θυγατέρας Γ. Δ., επιικαρπώτριας επό του υπό στοιχείο α επιδίκου ακινήτου, και συνέχιση της δίκης από τον ίδιο (1ου αναιρεσείοντα), στο πρόσωπο του οποίου με την ιδιότητα του ψιλού κυρίου του ιδίου πιο πάνω επιδίκου ακινήτου συνενώθηκε κατόπιν του θανάτου της επικαρπώτριας το αντίστοιχο δικαίωμα της επικαρπίας, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Σκόπα-Ζαγγανά η οποία ανακάλεσε την δήλωσή της και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Π., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Δήμητρας Πέππα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2284/ΤΜ 165/5-6-2006 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:137/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2012 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-9-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 12-3-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286, 287 και 288 Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, προκύπτει ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της αναιρετικής δίκης, αποβιώσει όμως πριν από την αμετάκλητη αποπεράτωση της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, η δίκη διακόπτεται.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτού προς τον αντίδικο, η οποία μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πληρεξούσιου δικηγόρου του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε ο λόγος της διακοπής, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 290 και 291 του Κ.Πολ.Δ. με την προαναφερθείσα δήλωση διακοπής μπορεί να γίνει συγχρόνως και δήλωση επανάληψης δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι από την ίδια δικάσιμο της 22-3-2013 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ο πρώτος των αναιρεσειόντων Γ. Μ., μετά την εκφώνηση της υπόθεσης, με την πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελένη Σκόπα-Ζαγγανά, και η τελευταία αφού ανακάλεσε την κατατεθείσα σε προγενέστερο χρόνο έγγραφη δήλωσή της από το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., γνωστοποίησε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου κατά την 15-3-2013 της δεύτερης αναιρεσείουσας Α.

χήρας Σ. Μ., θυγατέρας Γ. Δ., επικαρπώτριας επί του α'επιδίκου ακινήτου (υπ'αριθμ. .../2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δημάρχου Λοκρών), στη συνέχεια δε δήλωσε ότι επαναλαμβάνει και συνεχίζει τη δίκη εκουσίως για λογαριασμό του πρώτου αναιρεσείοντος Γ. Μ., ως αποκλειστικού κυρίου, στο πρόσωπο του οποίου ως ψιλού κυρίου του ιδίου α' επιδίκου ακινήτου, συνενώθηκε κατόπιν του θανάτου της επικαρπώτριας, το δικαίωμα της επικαρπίας.

Επομένως παραδεκτά ήδη η δίκη συνεχίζεται στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσείοντος ως αποκλειστικού κυρίου του υπό στοιχ.α' ακινήτου.

ΙΙ.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφόρά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: " Ο εναγόμενος είναι κύριος ενός οικοπέδου, μετά της επ' αυτού οικίας, το οποίο βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης ... και περιήλθε σ' αυτόν, λόγω δωρεάς, από τον πατέρα του Π.

Π., δυνάμει του υπ'αριθμ. .../1979 συμβολαίου του συμ/φου Θερμοπυλών Γ. Τσώνου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Ο πρώτος ενάγουν είναι αφενός ψιλός κύριος ενός γειτονικού οικοπέδου, μετά της επ' αυτού οικίας, την επικαρπία του οποίου εφόρου ζωής έχει η δεύτερη ενάγουσα, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν (πρώτο ενάγοντα),λόγω γονικής παροχής από τη δεύτερη ενάγουσα μητέρα του δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου της συμ/φου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια-Σαρακιώτη, που νόμιμα μεταγράφηκε και αφετέρου μόνος κύριος ενός άλλου οικοπέδου (βορειοανατολικά του προαναφερόμενου) που περιήλθε σ' αυτόν, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ'αριθμ..../1997 συμβολαίου της παραπάνω συμ/φου, που νόμιμα μεταγράφηκε.

Η δεύτερη ενάγουσα είχε αποκτήσει την κυριότητα του άνω πρώτου οικοπέδου (όπου και οικία) με έκτακτη χρησικτησία, ασκούσα σ' αυτό πράξεις νομής με διάνοια κυρίας από το έτος 1953 (οπότε μεταβίβασε σ' αυτή άτυπα ο πατέρας της Γ. Δ.) μέχρι το έτος 1992, ενώ το άνω δεύτερο οικόπεδο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στη δικαιοπάροχο του πρώτου ενάγοντος Α.

συζ. Ι.Ζ. (πωλήτρια) με το υπ'αριθμ..../1963 προικοσυμβόλαιο του τότε συμ/φου Αταλάντης Θεοδ.Σουλτανόπουλου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Το επίδικο τμήμα αποτελεί μια εδαφική λωρίδα, συνολικού εμβαδού 59,50 τ.μ., η οποία αποτελούμενη από δύο συνεχόμενα τμήματα, εμβαδού 48,50 τ.μ. και 11 τ.μ, έχει σχήμα τραπεζίου και βρίσκεται μεταξύ των άνω οικοπέδων.

Συγκεκριμένα, εκ του άνω επιδίκου οικοπέδου (συνολικού εμβαδού 59,50 τ.μ.), το μεν τμήμα αυτού, εμβαδού 48,50 τ.μ. περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του άνω πρώτου ακινήτου (οικοπέδου, όπου και η οικία) των εναγόντων, όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Γ' Δ' Δ Γ Γ' στο από 23-5-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Γ.

Α., συνορευόμενο νοτιοδυτικά σε πλευρά μήκους Γ'Γ μήκους 4,80 μ. εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Κ. και εν μέρει με κοινόχρηστη οδό, ανατολικά-νότιοανατολικά σε πλευρά ΓΔ μήκους 9,35 μ. με το ως άνω ακίνητο (οικόπεδο μετά της επ' αυτού οικίας) του εναγομένου και βορειοανατολικά σε πλευρά Δ'Δ μήκους 5,20 μ. με το παραπάνω συνεχόμενο δεύτερο επίδικο τμήμα (των 11 τ.μ.), το δε τμήμα αυτού, εμβαδού 11 τ.μ., περιλαμβάνεται μέσα στα όρια του άνω δεύτερου ακινήτου (οικοπέδου) του πρώτου ενάγοντος, όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Δ'Δ 53 Δ' στο τοπογραφικό διάγραμμα του άνω αρχιτέκτονα μηχανικού.

Ωστόσο, το ίδιο, ως άνω, επίδικο τμήμα (ως ενιαίο) περιλαμβάνεται στο ως άνω υπ'αριθμ. .../1979 συμβόλαιο, με το οποίο ο εναγόμενος έγινε κύριος του παραπάνω οικοπέδου (μετά της επ' αυτού οικίας).Ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί, ότι το επίδικο τμήμα περιλαμβάνεται, κατά τα προαναφερόμενα μέρη του, στους άνω συμ/κούς τίτλους κτήσεως κυριότητας των εναγόντων επί των δύο παραπάνω ακινήτων τους, ενώ αντίθετα οι ενάγοντες πέραν των άλλων, αμφισβητούν ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως (συμβόλαιο) κυριότητας του εναγομένου επί του άνω οικοπέδου τους, γι' αυτό και υπέβαλαν αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, το οποίο, επειδή απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη, υποβάλλουν και πάλι με το δικόγραφο της έφεσης τους.

Όμως, παρά τον άνω ισχυρισμό των εναγόντων, το επίδικο περιέχεται και στον άνω τίτλο του εναγομένου, γεγονός που βεβαιώνεται και στην τεχνική έκθεση-εισήγηση προς την αρμόδια επιτροπή του Εθνικού Κτηματολογίου, η οποία, επιλαμβανόμενη προσφυγής του εναγομένου, διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα, μετά από εφαρμογή του άνω συμβολαίου (υπ'αριθμ. .../1979) και του τοπογραφικού διαγράμματος και καταχώρησε αυτό (με ΚΑΕΚ 461022316015/0/0) στο ακίνητο του εναγομένου (βλ.

την απόφαση 4/3/26/10-2-2003 της άνω επιτροπής σε συνδυασμό με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης και το πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών του άνω γραφείου). Η άνω κρίση του Δικαστηρίου, ότι, δηλαδή, τα παραπάνω δύο εδαφικά τμήματα (επίδικο ως ενιαίο) συμπεριλαμβάνεται στον προαναφερόμενο τίτλο του εναγομένου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι στο από Αύγουστο 1979 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Π., που συντάχθηκε με αφορμή την έκδοση, μετά από αίτηση του εναγομένου, της υπ'αριθμ..../26-1-1980 οικοδομικής άδειας επέκτασης ισογείου, αποτυπώνεται το όλο άνω ακίνητο (οικόπεδο) του εναγομένου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο τμήμα (με τα δύο εδαφικά ως άνω μέρη του) σε σχήμα τραπεζίου. Με τον ίδιο, ως άνω, τρόπο αποτυπώνεται το ακίνητο του εναγομένου (με το επίδικο) και στο σκαρίφημα που συνόδευε την παραπάνω άδεια οικοδομής.

Στο σκαρίφημα αυτό, μάλιστα, είχε προβλεφθεί η κατασκευή στεγανού βόθρου επί του άνω επιδίκου τμήματος, ο οποίος (βόθρος) εν τέλει δεν κατασκευάστηκε. Ωστόσο ,ανεξάρτητα από το αν το επίδικο περιλαμβάνεται ή όχι στον άνω τίτλο ιδιοκτησίας του εναγομένου, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος (εναγόμενος) από το έτος 1979, οπότε και έγινε κύριος του άνω οικοπέδου (μετά της επ' αυτού οικίας) με το υπ'αριθμ. .../1979 δωρητήριο συμβόλαιο, μέχρι τουλάχιστον το έτος 2000, ασκούσε και επί του επιδίκου (όχι μόνο στο υπόλοιπο οικόπεδο του) τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου.

Συγκεκριμένα, όχι μόνο περιέλαβε αυτό (το επίδικο) στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα (του πολιτικού μηχανικού Ι. Π.) και είχε εκδηλώσει την πρόθεση να κατασκευάσει πάνω στο επίδικο στεγανό βόθρο, αλλά και επέβλεπε αυτό και χρησιμοποιούσε ως ακάλυπτο χώρο της οικίας του, διερχόμενος από εκεί. Τις ίδιες πράξεις νομής (επίβλεψη, καθαρισμό κ.λ.π.) ασκούσε προηγουμένως, από το έτος 1946,ο δικαιοπάροχος πατέρας του Π.

Π. Στο ως άνω ίδιο διάστημα δεν ασκούσαν πράξεις νομής, στο μεν άνω πρώτο εδαφικό τμήμα (εμβαδού 48,50 τ.μ.),αρχικά μέχρι το έτος 1992,με διάνοια κυρίου η δεύτερη ενάγουσα και στη συνέχεια, με διάνοια ψιλού κυρίου ο πρώτος ενάγων και με διάνοια επικαρπώτριας η δεύτερη ενάγουσα, στο δε άνω δεύτερο εδαφικό τμήμα (εμβαδού 11 τ.μ.),με διάνοια κυρίου, αρχικά, μέχρι το έτος 1997,η άνω δικαιοπάροχος του πρώτου ενάγοντος Α.

Ζ. και στη συνέχεια ο ίδιος ο πρώτος ενάγων. Και μπορεί, οι ενάγοντες και ιδιαίτερα ο πρώτος απ' αυτούς να διήρχετο με το αυτοκίνητο του από το επίδικο τμήμα ή και να ασκούσαν, μετά το έτος 2000,πράξεις κατοχής (τοποθέτησαν σειρά λίθων ή καυσόξυλα),ωστόσο δεν ενεργούσαν με διάνοια κυρίου (ψιλού ή επικαρπώτριας) ως προς το άνω πρώτο εδαφικό τμήμα.

Και οι δύο ενάγοντες μέχρι και τις αρχές Μαΐου 2003 δεν αμφισβητούσαν την κυριότητα του εναγομένου και επί των δύο άνω εδαφικών τμημάτων, ως αυτό, κατά τα παραπάνω, αποτυπώνεται ενιαίως, με εμβαδόν 59,50 τ.μ.. Για πρώτη φορά εκδήλωσαν τις προθέσεις τους να νέμονται αυτό με διάνοια ψιλού κυρίου και επικαρπώτριας, αντίστοιχα, το πρώτο τμήμα και κυρίου, ο πρώτος ενάγων, το δεύτερο τμήμα, στις 21/5/2003,οπότε, ο πρώτος, τοποθέτησε σιδηροπασσάλους, με πρόθεση διαχωρισμού, καταλαμβάνοντας σχεδόν στο σύνολο του όλο το άνω επίδικο τμήμα.

Ο εναγόμενος, αποδίδοντας την άνω περίφραξη σε αυθαίρετη ενέργεια του πρώτου ενάγοντος με την από 3-6-2003 αίτηση του ζήτησε τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων (την προστασία της νομής του),η οποία και απορρίφθηκε με τις άνω αποφάσεις, με την αιτιολογία ότι δεν πιθανολογήθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά τον επικαλούμενο χρόνο αποβολής (21 -5-2003),ήταν νομέας του επιδίκου, δεχόμενο ότι σε χρονικό διάστημα πολύ πριν τις 21-5-2003 ο άνω πρώτος ενάγων (τότε καθού) επέβλεπε και καθάριζε το επίδικο και χρησιμοποιούσε αυτό ως αυλή της οικίας του.

Επί πλέον, ο εναγόμενος άσκησε την από 1-11-2005 (αριθμ.εκθ.61/2005) αγωγή του κατά του ήδη πρώτου ενάγοντος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αταλάντης, ζητώντας να αναγνωρισθεί η κυριότητα του επί του ιδίου, ως άνω, ακινήτου και να υποχρεωθεί ο ήδη ενάγων (πρώτος) να του αποδώσει αυτό, η συζήτηση της οποίας, όπως συνομολογείται, εκκρεμεί, χωρίς, ωστόσο, από την άσκηση της να υπάρχει εκκρεμοδικία.

Περαιτέρω, είναι χαρακτηριστικό, πέραν των αντιτιθέμενων καταθέσεων των μαρτύρων, ότι ο πρώτος ενάγων, επιδιώκοντας, στις αρχές Μαΐου 2003,την υδροδότηση της άνω οικίας του, στην από 9-5-2003 υπεύθυνη δήλωση του (του ν. 1599/1986) την οποία, μαζί με άλλα στοιχεία, υπέβαλε προς το Δήμο Οπουντίων (που είχε την ευθύνη της κατασκευής του εκεί δικτύου ύδρευσης) αναφέρει επακριβώς ότι "το δίκτυο ύδρευσης που περνάει από την ιδιοκτησία Π.

Α. του Π. καθώς και την πρόσβαση που χρησιμοποιώ στην ιδιοκτησία του για να πάω σπίτι δεν θα χρησιμοποιήσω λόγους για να εγείρω απαιτήσεις από το οικόπεδο του". Με βάση και αυτή την υπεύθυνη δήλωση επιτράπηκε από τον εναγόμενο η διέλευση του δικτύου ύδρευσης από το άνω ακίνητο του, όπως και εν τέλει, στη συνέχεια, έγινε (βλ.

την άνω υπεύθυνη δήλωση του πρώτου ενάγοντος, σε συνδυασμό και με την από 11-1-2002 βεβαίωση του άνω δημάρχου, η οποία αναφερόμενη σε ζήτημα (της κατασκευής του δικτύου ύδρευσης) αρμοδιότητας του δημάρχου παραδεκτώς λαμβάνεται υπόψη. Από την ως άνω υπεύθυνη δήλωση του πρώτου ενάγοντος, και αν ακόμη αυτή δεν θεωρηθεί ως εξώδικη ομολογία του τελευταίου περί της κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου (ΑΠ 370/2004), ενισχύονται τα ως άνω, ότι δηλαδή ο εναγόμενος νεμόταν το επίδικο με διάνοια κυρίου, καθόσον, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες, οι σωλήνες για την υδροδότηση της παραπάνω οικίας των εναγόντων διήλθαν μέσα από τα δύο εδαφικά τμήματα, όπως τούτο προκύπτει όχι μόνο από την άνω βεβαίωση του δημάρχου Οπουντίων, αλλά και κυρίως από τις καταθέσεις των μαρτύρων στη δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων και δη όχι μόνο του Κ.

Κ., μάρτυρα του ήδη εναγομένου (τότε αιτούντος),αλλά και του Γ. Γ., μάρτυρα του τότε καθού και τώρα πρώτου ενάγοντος, ο οποίος αναφέρει επακριβώς "....Η παροχή υδροδότησης του Μ. είναι μέσα στο επίδικο....", ενώ και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος, εξεταζόμενος τότε ανωμοτί, δεν αρνήθηκε ρητώς τα ως άνω. Τα παραπάνω, σε σχέση ιδία με την αναφορά του επιδίκου σε όλους τους άνω τίτλους, στηρίζονται σε όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία κρίνονται αρκετά και ικανά για να έχει το.

Δικαστήριο πλήρη αντίληψη του αντικειμένου της απόδειξης και να μορφώσει δικανική κρίση του επίμαχου, ως άνω, ζητήματος και δεν απαιτούνται, περαιτέρω, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και συνεπώς δεν εκτιμάται η ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης (αρθρ.368 του ΚΠολΔ), απορριπτόμενου έτσι, ως αβασίμου του υποβαλλόμενου αιτήματος των εναγόντων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

Απορρίπτοντας δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το ίδιο αίτημα, δεν έσφαλε και γι' αυτό ο αντίθετος συναφής λόγος (ένατος) της έφεσης πρέπει να απορριφθεί. Με όσα αναφέρθηκαν, έστω και αν, από το άνω ενιαίο επίδικο, το μεν πρώτο εδαφικό τμήμα (εμβαδού 48,50 τ.μ.) συμπεριλαμβάνεται στο άνω υπ'αριθμ..../1992 συμβόλαιο με το οποίο ο πρώτος απέκτησε την ψιλή κυριότητα του άνω όμορου οικοπέδου (μετά της επ' αυτού οικίας), η δε δεύτερη ενάγουσα παρακράτησε την επικαρπία, το δε δεύτερο εδαφικό τμήμα (εμβαδού 11 τ.μ.) συμπεριλαμβάνεται στο υπ' αριθμ..../1997 συμβόλαιο, με το οποίο ο πρώτος ενάγων απέκτησε την κυριότητα του άλλου όμορου ακινήτου, από την Α.

Ζ., οι ενάγοντες δεν απέκτησαν εμπράγματα δικαιώματα στα επίδικα (ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας, στο πρώτο και κυριότητας, στο δεύτερο),γιατί αυτά, κατά τους άνω χρόνους της μεταβίβασης τους δεν ανήκαν κατά κυριότητα στη δεύτερη ενάγουσα (όσον αφορά το πρώτο τμήμα) και στην Α. Ζ. (όσον αφορά το δεύτερο τμήμα),αντίστοιχα, αλλά ανήκουν, από τότε (1992 και 1997, αντίστοιχα), στον εναγόμενο.

Οι προαναφερόμενοι δεύτερη ενάγουσα και Α. Ζ. με τα εκτιθέμενα παραπάνω, δεν ασκούσαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίων στα ως άνω, αντίστοιχα, επίδικα τμήματα, μέχρι τους άνω χρόνους και έτσι δεν ήταν, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό (άρνηση) του εναγομένου, κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, ενώ, μετά τις μεταβιβάσεις, οι ενάγοντες δεν συμπλήρωσαν τους χρόνους της χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης),καθόσον οι ενάγοντες εκδήλωσαν την πρόθεση να νέμονται τα επίδικα με διάνοια κυρίου ή επικαρπώτριας (κατά τις παραπάνω διακρίσεις) μόλις το Μάϊο του έτους 2003.Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απέρριψε, με την εκκαλούμενη απόφαση, την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Για την κρίση του αυτή έλαβε υπόψη και εκτίμησε, κατά την αποδεικτική, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ΚΠολΔ, αξία του καθενός τους, όλα τα έγγραφα και εν γένει στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιον του (συμβόλαια, τοπογραφικά διαγράμματα κ.λ.π.).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά εκτίμησε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις. Δεν έσφαλε, λοιπόν και γι' αυτό όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι ενάγοντες (εκκαλούντες) με τους υπόλοιπους λόγους της έφεσης τους, οι οποίοι ανάγονται όλοι σε κοινή εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα." Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτοδίκης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχαν ασκήσει αυτοί κατά του αναιρεσίβλητου για την αναγνώριση της κυριότητάς τους στα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα κτηθείσας πρωτοτύπως και παραγώγως και τη διόρθωση της αντίστοιχης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1042, 1043, 1044, 1045 και 1046 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για διανοία κυρίου με καλή πίστη και σε αναφορά με νόμιμους τίτλους κατοχή των επιδίκων τμημάτων από τους αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους για χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας και τουλάχιστον από το 1979 μέχρι το 2000 πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών, της απόκτησης δηλαδή της κυριότητας επί των δύο επιδίκων εδαφικών τεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία, και δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής και της έφεσης των αναιρεσειόντων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το άλλο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Εξάλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα το περί του κατά πόσον δηλαδή οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων εδαφικών τεμαχίων με έκτακτη χρησικτησία και αν περιλαμβάνονταν αυτά ή όχι και στο υπ'αριθ..../1979 συμβόλαιο με το οποίο ο εναγόμενος απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου του και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσίβλητου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα των αναιρεσειόντων, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση:

α)με το ότι ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε νεμήθηκε τα επίδικα τμήματα και β)τα ίδια τμήματα δεν περιλαμβάνονται στο υπ'αριθ..../1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Γ.Τσώνου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της, με τους ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε αι οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ουδέποτε νεμήθηκαν τα επίδικα εδαφικά τμήματα, τα οποία περιλαμβάνονταν αποκλειστικά, εκείνο μεν των 48,50 τ.μ.

στο υπ'αριθ..../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια, Σαραφιώτη εκείνο δε των 11 τ.μ. στο υπ'αριθ..../1997 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου και όχι στο υπ'αριθ..../1979 του συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Γεωργίου Τσώνου καθόσον αφορά και τα δύο ακίνητα. Ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος γιατί το Εφετείο απέρριψε τους προαναφερομένους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατ'ουσίαν τ'αντίθετα προς τους ισχυρισμούς αυτούς πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή και τα δύο επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονταν και στο υπ'αριθ..../1999 συμβόλαιο και ότι την κυριότητα των ίδιων εδαφικών τμημάτων απέκτησε ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος και πρωτοτύπως ως νεμόμενος αυτό τουλάχιστον από το 1979 μέχρι το 2000.

ΙV. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προ σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).

Με το τρίτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στη κρίση του ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονταν και στο υπ'αριθ.1744/1999 συμβόλαιο του αναιρεσίβλητου και τα νεμήθηκε μόνο ο ίδιος αναδρομικά από το 1979 μέχρι το 2000: 1)το υπ'αριθ..../1992 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια - Σαρακιώτη και το αναφερόμενο σ'αυτό από Φεβρουαρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ.

Μ. και της υπ'αριθ.191/1992 οικοδομική άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου Αταλάντης, 2)το υπ'αριθ..../1997 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου και το συνημμένο σ'αυτό από 1-10-1997 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Α. Α., 3)το από 28-8-1970 τοπογραφικό διάγραμμα που αναφέρεται στο υπ'αριθ..../1992 συμβόλαιο της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, 4)το υπ'αριθ..../1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θερμοπυλών Γεωργίου Τσώνου, 5)Αντίγραφα της από 2-6-2003 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Αταλάντης του αναιρεσίβλητου, των υπ'αριθ.118/2003 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Αταλάντης και της ταυτάριθμης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η ίδια αίτηση και της υπ'αριθ.73/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσίβλητου, 6)19 φωτογραφίες και φωτοτυπίες 3 φωτογραφιών και 7)πρόχειρο σκαρίφημα, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι ισχυρισμοί των αναιρεσείοντων καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος.

Περαιτέρω με τον ίδιο τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.11β του άρθρ.559 ΚΠολΔ που αφορά τη λήψη εκ μέρους του Εφετείου ως αποδεικτικού στοιχείου της τεχνικής έκθεσης - εισήγησης προς την αρμόδια επιτροπή του κτηματολογίου, η οποία επιλήφθηκε προσφυγής του αναιρεσίβλητου, την οποία (τεχνική έκθεση) ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέστηκε, ούτε προσκόμισε στο Εφετείο.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των από 5-5-2011 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσίβλητου που κατέθεσε στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση επικαλέσθηκε αυτός και προσκόμισε τις υπ'αριθ.4/3/26 και 4/3/27 αποφάσεις με ημερομηνία 10-2-2003 της δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου που επιλήφθηκαν προσφυγής του αναιρεσίβλητου και ένστασης του πρώτου αναιρεσείοντος, η οποία δέχθηκε την προσφυγή του αναιρεσίβλητου και διόρθωσε τους κτηματολογικούς πίνακες για το επίδικο ακίνητο, αφού έκρινε και ότι και το τοπογραφικό διάγραμμα που προσκόμισε ο πρώτος αναιρεσείων δεν είναι εφαρμόσιμο.

Με τα πιο πάνω δεδομένα στις προσκομισθείσες και επικληθείσες πιο πάνω αποφάσεις της δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ενστάσεων Εθνικού Κτηματολογίου περιλαμβανόταν ως αναγκαίο μέρος της προδικασίας τους και η τεχνική έκθεση - εισήγηση που προηγήθηκε της εκδόσεως τους, στο περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται η προσβαλλόμενη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το άλλο μέρος του κρίνονται αβάσιμα. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό. (Ολ.ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση του, για να καταλήξει στην κρίση. ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονταν και στο υπ'αριθ..../1999 συμβόλαιο και ότι τα νεμόταν αποκλειστικά ο αναιρεσίβλητος και να απορρίψει τον σχετικό αντίθετο ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και την έφεσή τους στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα που στηρίζουν τον προηγούμενο αναιρετικό λόγο.

Προβάλλουν ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα οι αναιρεσείοντες, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο τους, γιατί δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα περιστατικά προδήλως διαφορετικά. Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά τα πιο πάνω φερόμενα ως παραμορφωθέντα έγγραφα ούτε οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορούν στην αίτηση τους ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων, ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα περιλαμβάνονταν και στο υπ'αριθ..../1999 συμβόλαιο και ότι τα νεμήθηκε αποκλειστικά ο αναιρεσίβλητος από το 1979 μέχρι το 2000.

Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενο του προκύπτει, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, ότι αυτοί, νεμήθηκαν αποκλειστικά τα επίδικα εδαφικά τμήματα που δεν περιλαμβάνονται στο υπ'αριθ..../1979 συμβόλαιο, πλήττοντας πλέον την αντίθετη δικαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).

Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο πρώτος αναιρεσείων στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρ.176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-9-2012 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ'αριθμ. 9/2012 απόφασης του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ