Supreme Court dismisses appeal on property ownership where facts were fully proven and no legal error occurred.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding property ownership. The appellant argued that the lower court failed to properly address the defendant's claim of long-term possession, but the court found the original judgment legally sound. The court ruled that the appellant's appeal was inadmissible because the lower court's assessment of the facts was not subject to review and the appellant's arguments did not constitute grounds for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review of factual findings in civil appeals is limited to checking for specific legal errors, and appeals based on insufficient factual assessment are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1187 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1187/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ , κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 227/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 8-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Aπό την προσκομιζόμενη με επίκληση ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Τριπόλεως ... αποδεικνύεται ότι πιστό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242§2, ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τούτου (αναιρεσίβλητου) (άρθρο 576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επειδή οι λόγοι αναιρέσεως κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ και είναι α) η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (αριθ. 1), β) η μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου (αρ. 2), γ) η υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ή η έλλειψη καθ' ύλην αρμοδιότητας (αρ. 3) και δ) ο παράνομος αποκλεισμός της δημοσιότητας της διαδικασίας. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εν προκειμένω, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσία την ένδικη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά του αναιρεσείοντος, προβάλλονται οι παρακάτω αιτιάσεις: 1) Ότι εσφαλμένα και με κακή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ότι οι επίδικοι αγροί περιήλθαν στην άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος με έκτακτη χρησικτησία, ενώ στερείται νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (πρώτος λόγος αναιρέσεως), 2) ότι δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής και δεν την κήρυξε εκ του λόγου τούτου απαράδεκτη, δεδομένου ότι δεν περιγράφονται με σαφήνεια τα επίδικα ακίνητα και δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τούτων (δεύτερος λόγος αναίρεσης-πρώτο σκέλος αυτού), 3) ότι δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των αναφερομένων μαρτύρων, για τις οποίες συντάχθηκε η 731/2006 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως, προσέτι δε δεν απέδωσε στις εν λόγω βεβαιώσεις μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη και βαρύτητα, ενώ δέχθηκε με πλημμελή εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων τους αναπόδεικτους και αναληθείς ισχυρισμούς του αντιδίκου - ενάγοντος (τρίτος λόγος αναίρεσης), 4) ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος - εναγομένου, δεδομένου ότι τα επίδικα ακίνητα κατέλαβαν και κατείχαν κατά το χρόνο εγέρσεως της ένδικης διεκδικητικής αγωγής όχι μόνον ο εναγόμενος, αλλά και οι κατονομαζόμενοι υπ' αυτού έτεροι δύο αδελφοί του, και συνεπώς έπρεπε και κατ' αυτών να απευθύνεται η αγωγή, ούτε απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή εξαιτίας της ως άνω ενστάσεως (τέταρτος λόγος αναιρέσεως), 5) ότι δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα ένσταση παραγραφής της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσίβλητου (πέμπτος λόγος αναίρεσης) και 6) ότι δεν έλαβε υπόψη την με αριθ.
Φ911/2814/9-11-2007 βεβαίωση της Δ.Ε.Η., την οποία νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη της νομής του επί των επίδικων ακινήτων (έκτος λόγος αναίρεσης), Όλοι οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και ειδικότερα οι μεν πρώτος, κατά το πρώτο μέρος αυτού και τρίτος, κατά το τρίτο μέρος αυτού, διότι πλήττουν αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οι δε υπόλοιποι με τους οποίους αποδίδονται αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 12,8, 14, 11γ και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι δεν ιδρύουν κανένα λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως είναι η προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216§1 α ΚΠολΔ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι η κυριότης του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του από τον εναγόμενο κατά την άσκηση της αγωγής. Αν η εν λόγω αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως, αρκεί να προβληθούν με αυτήν όσα περιστατικά απαιτούνται για την μεταβίβαση του δικαιώματος.
Έτσι, σύμφωνα με τα άρθρα 1710§1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των κινητών και ακινήτων πραγμάτων της κληρονομίας, η κυριότης των ακινήτων όμως που περιλαμβάνονται στην κληρονομία μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από τον χρόνο του θανάτου του κληρονομηθέντος, εάν ο κληρονόμος με δημόσιο έγγραφο αποδεχθεί την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο.
Επομένως αν η περί κυριότητος ακινήτου αγωγή στηρίζεται σε κληρονομική διαδοχή, αρκεί για την πληρότητα του δικογράφου της η αναφορά των περιστατικών που συγκροτούν την κληρονομική διαδοχή, του ότι το επίδικο περιλαμβάνεται στο κληρονομιαία στοιχεία ως ανήκον κατά κυριότητα στον κληρονομηθέντα και του ότι ο ενάγων έχει αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο νομίμως μεταγραφέν.
Ο προσδιορισμός του τρόπου κτήσεως της κυριότητας εκ μέρους του κληρονομηθέντος καθίσταται αναγκαίος μόνο εάν κατά τη συζήτηση αμφισβητηθεί παραδεκτώς από τον εναγόμενο η κυριότης του, οπότε καθίσταται επιβεβλημένη και επιτρεπτή η συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις. Η τυχόν παράλειψη του ενάγοντος να συμπληρώσει με τον προαναφερόμενο τρόπο την αγωγή του συνεπάγεται την απόρριψή της.
Εν προκειμένω, με την ένδικη από 7-2-2006 διεκδικητική αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος των περιγραφομένων σ' αυτήν τριών ακινήτων και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσείων, να του τα αποδώσει, επικαλούμενος παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του επ' αυτών και ειδικότερα κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή από κληρονομία της αποβιώσασας στις 25-3-1989 κυρίας αυτών Γεωργίας Δημητρίου Τζιούμη, δυνάμει της αναφερόμενης σ' αυτήν δημόσιας διαθήκης, την οποία (κληρονομιά) αποδέχθηκε με την ...
πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Τριπόλεως Γεωργίας Τσιούλια, που νομίμως μετέγραψε. Αναφέρεται, ωσαύτως, στην αγωγή ότι η ως άνω δικαιοπάροχος του ενάγοντος κατέστη κυρία των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας επ' αυτών πράξεις νομής επί χρονικό διάστημα πλέον των 50 ετών πριν από το θάνατό της και συνεπώς η παραδεκτώς με τις προτάσεις του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, προβληθείσα κατά τη συζήτηση της αγωγής αμφισβήτηση της κυριότητάς της ως άνω δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί των επιδίκων ακινήτων δεν καθιστούσε μη νόμιμη την αγωγή, αφού σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα αναφέρεται και ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος.
Άρα, η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις του ΑΚ, παρά την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της κυριότητας της κληρονομηθείσας δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί των επιδίκων ακινήτων, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι παραπάνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του αγωγικού δικαιώματος της κυριότητας και έτσι δεν τους παραβίασε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της με αριθμό 67/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ