Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment on debt and defamation claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the anonymous company's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a debt dispute and defamation claim. The lower court correctly applied civil code provisions to find the defendant liable for damages caused by false statements about her theft and arrest. The court ruled that the appeal arguments regarding legal errors and insufficient reasoning were unfounded and lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if substantive law was violated or the judgment lacks legal basis, and the Supreme Court dismissed the appeal as the lower court correctly applied the law and provided sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1187 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 11872009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείοντος: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΖΑΡΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΔΥΣΕΩΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου λόγω συγχωνεύσεως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Β. Κ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Βασιλόγιαννη. Της αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ... Αχαΐας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της Παναγιώτη Κατσαρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Δεκεμβρίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 9613/2000, 3615/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16 Νοεμβρίου 2005 αίτησή της ως και τους από 8 Απριλίου 2008 πρόσθετους λόγους .
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας , ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενος μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσω και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.
Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε ο,τιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.
Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και η υπόληψη, δηλαδή η κοινωνική αξία κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι:
α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας, η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτομένου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.
ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα (Ολ. Α.Π. 2/2008). Η τιμή και η υπόληψη προστατεύονται και από τις διατάξεις των άρθρων 361-364 του Π.Κ., ενώ οι προβλεπόμενοι με τη διάταξη του άρθρου 367 (με εκείνη του άρθρου 20) του Π.Κ. λόγοι άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εξυβρίσεως και (απλής) δυσφημήσεως εφαρμόζονται, για την ενότητα δικαίου της έννομης τάξεως, και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Οσον αφορά ειδικά τη δυνατότητα άρσης του αδίκου της απλής δυσφημήσεως, αν προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (άρθρο 367 παρ. 2 περίπτ. τελευταία του Π.Κ.) τέτοιος σκοπός θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο τρόπος εκδήλωσης δεν ήταν πραγματικά αναγκαίος για να αποδοθεί, όπως έπρεπε, το περιεχόμενο της σκέψης του δράστη προς προστασία δικαιολογημένου ενδιαφέροντος και ο τελευταίος, μολονότι γνώριζε την έλλειψη της αναγκαιότητας του τρόπου αυτού, εν τούτοις τον χρησιμοποίησε για να προσβάλει την τιμή του άλλου.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθ. 330 Α.Κ.). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα εξής: Στις 9-4-1996 η αναιρεσίβλητη μετέβη στο επί της οδού Ερμού αρ. 9, στην Αθήνα, κατάστημα πωλήσεως και ειδών ένδυσης και υπόδησης της ανώνυμης εταιρίας "Β.Κ Αναστασιάδης ΑΕ - Ανώνυμη Εταιρία ειδών ένδυσης και υποδήσεως", που απορροφήθηκε ακολούθως από την αναιρεσείουσα, για την αγορά παιδικών ενδυμάτων και παρέμεινε εκεί επί δίωρο για να κάνει την επιλογή των αγορών της με το τηρούμενο από την πωλήτρια σύστημα αυτοεξυπηρετήσεως.
Όταν επέλεξε τα εμπορεύματα που θα αγόραζε απευθύνθηκε στην ταμία του καταστήματος και ζήτησε να κρατηθούν αυτά επί διήμερο, επειδή δεν διέθετε χρήματα για την πληρωμή της αξίας τους, πράγμα το οποίο και έγινε. Όταν η αναιρεσίβλητη απομακρύνθηκε από το κατάστημα και έφθασε στη διασταύρωση των οδών Νίκης και Καραγεώργη Σερβίας, την ακινητοποίησαν δύο αστυνομικοί με πολιτική περιβολή, οι οποίοι δήλωσαν την ιδιότητά τους, επιδεικνύοντας και τις υπηρεσιακές τους ταυτότητες και ζήτησαν να προβούν σε έρευνα των προσωπικών της αντικειμένων ως ύποπτη κλοπής.
Έτσι την οδήγησαν στο Αστυνομικό Τμήμα Ακροπόλεως, περί ώρα 12.40, την υπέβαλαν σε σωματική έρευνα και έρευνα των προσωπικών της αντικειμένων, κρατήθηκε εκεί μέχρι την ώρα 14.10 της ίδιας ημέρας για την εξακρίβωση των στοιχείων ταυτότητάς της και αφού μετέβη εκεί ο Δ/ντής Προσωπικού του Καταστήματος - Βιβλιοπωλείου ...., στο οποίο εργαζόταν, για να διαπιστώσει το λόγω της κράτησής της, αφέθηκε ελεύθερη, γιατί δεν προέκυψε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο.
Οι δύο αστυνομικοί οδηγήθηκαν στη σύλληψη της αναιρεσίβλητης με υπόδειξη της υπαλλήλου του καταστήματος, από την οποία θεωρήθηκε "ως ύποπτη κλοπής, επειδή περιφερόταν στο χώρο του καταστήματος επί 2 ώρες χωρίς να αγοράζει τίποτε, ενώ συγχρόνως μετακινούσε αλλεπάλληλα τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στα ράφια του καταστήματος, για να τα περιεργασθεί.
Η εν λόγω δε υπάλληλος του καταστήματος υπέδειξε την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) στους αστυνομικούς αυτούς, οι οποίοι είχαν μεταβεί με δική τους πρωτοβουλία στο κατάστημα αυτό, στα πλαίσια τακτικής περιπολίας που εκτελούσαν κατ' εκείνες τις ημέρες, για την πρόληψη και καταστολή κλοπών, ενόψει αυξημένης κίνησης στα εμπορικά καταστήματα της περιοχής λόγω των εορτών του Πάσχα.
Ειδικότερα η τελευταία (υπάλληλος)υπέδειξε στους αστυνομικούς την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), όταν ρωτήθηκε από αυτούς αν οι υπάλληλοι του εν λόγω χώρου του καταστήματος είχαν αντιληφθεί κάτι περίεργο να συμβαίνει εκεί, σε σχέση με το αντικείμενο που ερευνούσαν και έθεσαν αυτή (αναιρεσίβλητη) στη συνέχεια υπό διακριτική παρακολούθηση" μέχρι τη σύλληψή της.
Στη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ..... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ε. Ζούπα - Τόλια και όλα τα νομίμως επικλησθέντα και προσαχθέντα έγγραφα από τους διαδίκους) για το αποδεικτικό της πόρισμα και τις παραδοχές του, ότι: α) Η αιτία της σύλληψης της αναιρεσίβλητης ήταν η υπάλληλος του καταστήματος η οποία "αβασάνιστα" κατέστησε ύποπτη κλοπής την αναιρεσίβλητη στους δύο αστυνομικούς από μόνη τη μακρά και διστακτική αναζήτησή της στο κατάστημα εμπορευμάτων για μελλοντική αγορά τους ( και δεν οφειλόταν τούτο σε αυτεπάγγελτη ενέργεια των αστυνομικών στα πλαίσια εκτέλεσης του υπηρεσιακού τους καθήκοντος) β) Η υπαίτια (αμελής) συμπεριφορά της υπαλλήλου του καταστήματος ήταν παράνομη και βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη σύλληψη και κράτηση της αναιρεσίβλητης, καθώς με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων η υπόδειξη σε δημόσιο όργανο για την τήρηση της έννομης τάξης (αστυνομικό) κάποιου ως υπόπτου κλοπής είναι εύκολο να προβλεφθεί από τον μέσης συνέσεως εμποροϋπάλληλο ότι θα έχει ως συνέπεια την εξέτασή του με συναφείς διατυπώσεις για την πράξη της κλοπής και γ) Ήταν αυτές οι διατυπώσεις σύλληψης, σωματικής έρευνας και εξέτασης της αναιρεσίβλητης για ενδεχόμενη διάπραξη κλοπής, αντικειμενικά μειωτικές για την τιμή και την υπόληψή της και προσέβαλαν την προσωπικότητά της.
Κατά συνέπεια αιτιολογημένα και ορθώς υπήγαγε τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 922 του ΑΚ (και τη συμπληρωματικά εφαρμοζόμενη του άρθρου 932 ΑΚ) και όσα αντιθέτως υποστηρίζονται με τον πρώτο από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
και τους δεύτερο και εν μέρει τον τρίτο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου , λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως ( όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο προσθέτων λόγων της), για εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα της προστημένης υπαλλήλου της αναιρεσείουσας για την προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, πρέπει να αποριφθούν ως αβάσιμα.
Εξάλλου οι με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως (κατά το υπόλοιπο μέρος του), αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 του Κ.πολ.Δικ., ότι αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης για την προσβολή της προσωπικότητάς της ( άρθρο 300 ΑΚ) και αφετέρου δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι συνιστούσε λόγο άρσης της υπερημερίας της η εύλογη αμφιβολία της ως προς την ύπαρξη της οφειλής της, είναι απορριπτέοι, ο μεν πρώτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον το Εφετείο έλαβε υπόψη το συντρέχον πταίσμα της αναιρεσίβλητης κατά τον υπολογισμό της οφειλόμενης προς αυτή χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, ο δε δεύτερος ως (νομικά) αβάσιμος, διότι η κατά νομότυπο τρόπο από το δανειστή γενόμενη όχληση του οφειλέτη επιφέρει την υπερημερία του τελευταίου με τη συναφή υποχρέωση πληρωμής νομίμων τόκων χρηματικής οφειλής ( άρθρα 340, 345 ΑΚ), η τυχόν δε συνεχιζόμενη και μετά την όχληση του υποκειμενική αβεβαιότητα του οφειλέτη για την ύπαρξη ή την έκταση της οφειλής του δεν συνιστά το απαιτούμενο, κατά το άρθρο 342, ΑΚ, αντικειμενικό γεγονός της ελλείψεως πταίσματος για την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής, που αίρει την υπερημερία του οφειλέτη.
Επίσης ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που επαναλαμβάνεται, υπό την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.πολ.Δικ. , είναι αόριστος και στηρίζεται σε αντιφατικούς, χωρίς επικουρικότητα, ισχυρισμούς και σε παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως αντιθέτου από αυτόν τον ισχυρισμό περιεχομένου.
Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τους πρόσθετους λόγους της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-11-2005 αίτηση με τους από 8-4-2008 πρόσθετους λόγους της για αναίρεση της 269/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ