Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no violation of rights despite document identification issues.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for bodily harm, insult, and threats. The appellant argued that the trial court failed to adequately identify specific documents read during the hearing, violating procedural fairness. The court rejected this claim, ruling that the documents were sufficiently identified by their content and that the appellant had the opportunity to comment on them, thus no absolute procedural invalidity occurred.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 473, 474 of the Criminal Procedure Code; Article 510 of the Criminal Procedure Code: The failure to explicitly identify documents read in court does not constitute a ground for appeal if the documents' content was known and the accused had the opportunity to comment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1186 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Τριανταφύλλη Δρακοπούλου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Μαύρο, για αναίρεση της 977/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην 16-11-2023 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 16.11.2023 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., που ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πρωτοδικείου Σερρών, συνταχθείσας της υπ' αριθμ. 3/2023 σχετικής έκθεσης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 977/2023 απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών, η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 του ΚΠοινΔ, στις 27.10.2023 και με την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης, της εξύβρισης με λόγο και της απειλής σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για την πρώτη και δύο (2) μηνών για κάθε μία των λοιπών και σε συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1 και 4 του ΚΠοινΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, την έλλειψη ειδικής κι εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' του ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 308 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ "Όποιος προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 333 παρ.1 εδ. α' του ΠΚ "Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας αυτόν με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 361 παρ. 1 εδ. α' ΠΚ "Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως έξι μήνες ή χρηματική ποινή".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα, διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται αποδεικτικά από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με το δόλο αιτιολογία εμπεριέχεται στην κυρία επί της ενοχής, όμοια, πλην όμως, ο δόλος χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όταν για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία και συγκεκριμένα η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης).
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Συνακόλουθα τούτων δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπίτρεπτα η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.ΑΠ 1/2005, ΑΠ 322/2023, ΑΠ 1338/2020, ΑΠ 45/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 977/2023, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σερρών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων (ανάγνωση πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της, όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ένορκη κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας, απολογία κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών - κατηγορούμενος Ι.
Κ. του Κ. διατηρούσε ερωτική σχέση με την εγκαλούσα Ν. Β. του Α. και περί ώρα 04:00 της 21-6-2020 αμφότεροι μετέβησαν με το ΙΧΕ αυτοκίνητο του κατηγορουμένου στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη των Σερρών. Ωστόσο στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος εκνευρίστηκε για ασήμαντη αφορμή και επιτέθηκε κατά της εγκαλούσας, ενώ αυτή βρισκόταν εντός του ΙΧΕ αυτοκινήτου του.
Συγκεκριμένα ο τελευταίος αφού άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του οχήματος, άρπαξε την εγκαλούσα με δύναμη από το χέρι της, την έβγαλε έξω από αυτό, την απώθησε βίαια και την έριξε πάνω σε πέτρες, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει και να προκαλέσει σ' αυτήν μώλωπες και εκχυμώσεις στην πλάτη, στο πόδι και στο χέρι της.
Παράλληλα, ενώ η εγκαλούσα βρισκόταν πεσμένη πάνω σε πέτρες, προσέβαλε με λόγο την τιμή της, απευθύνοντας με πρόθεση σ' αυτήν τις φράσεις: "εκεί να κάτσεις να ψοφήσεις... άντε στο διάολο" και την απείλησε με πρόθεση με τις φράσεις "... άντε κι μη σε πετάξω από το βουνό... να ψηφήσεις", προκαλώντας εύλογα σε αυτήν τρόμο και ανησυχία.
Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά στηρίζεται στην πειστική και με χρονική ακολουθία μαρτυρία της εγκαλούσας Ν. Β. και δεν αναιρείται από την απολογία του κατηγορουμένου, ο οποίος αρνήθηκε την εκ μέρους του τέλεση των ανωτέρω πράξεων και υποστήριξε ανακριβώς ότι η εγκαλούσα έπεσε μόνη της εξερχόμενη από το ΙΧΕ αυτοκίνητό του χωρίς καμία δική του βίαιη ενέργεια εις βάρος της.
Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των αποδιδόμενων σ' αυτόν αξιόποινων πράξεων της απλής σωματικής βλάβης, της εξύβρισης και της απειλής, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για τις αξιόποινες πράξεις της απλής σωματικής βλάβης, της εξύβρισης και της απειλής και επέβαλε σ' αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών για την πρώτη πράξη και δύο (2) μηνών για κάθε μια των λοιπών και συνολική ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το εξής διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο του ότι:
Στον Άγιο Ιωάννη Ν. Σερρών, την 21η Ιουνίου του 2020 και ώρα 04.00', με περισσότερες από μία πράξεις τέλεσε περισσότερα από ένα εγκλήματα που τιμωρούνται από το νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα: 1. Στον παραπάνω τόπο και χρόνο, με πρόθεση προξένησε σε άλλον σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του.
Συγκεκριμένα επιτέθηκε κατά της εγκαλούσας Ν. Β. του Α., κατοίκου ... (...), ενώ η τελευταία βρισκόταν εντός του ΙΧΕ αυτοκινήτου του και αφού άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού του οχήματος, την άρπαξε με δύναμη από το χέρι της, την έβγαλε έξω από αυτό, την απώθησε βίαια και την έριξε πάνω σε πέτρες, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει και να προκαλέσει σ' αυτήν μώλωπες και εκχυμώσεις στην πλάτη, στο πόδι και στο χέρι της. 2.
Στον ανωτέρω τόπο, χρόνο και χώρο προσέβαλε με λόγο την τιμή άλλου και συγκεκριμένα της παραπάνω εγκαλούσας, με το να της απευθύνει με πρόθεση, ενόσω αυτή βρισκόταν πεσμένη πάνω σε πέτρες, τις φράσεις: "εκεί να κάτσεις να ψοφήσεις... άντε στο διάολο...", δείχνοντας ηθελημένη καταφρόνηση προς το πρόσωπο αυτής και προσβάλλοντας την τιμή της. 3.
Στον πιο πάνω τόπο, χρόνο και χώρο προκάλεσε σε άλλον τρόμο και ανησυχία απειλώντας τον με παράνομη πράξη και συγκεκριμένα απείλησε με πρόθεση την προαναφερόμενη εγκαλούσα, απευθύνοντάς της, ενόσω αυτή βρισκόταν πεσμένη πάνω σε πέτρες, τις φράσεις: "...άντε κι μη σε πετάξω από το βουνό... να ψοφήσεις", προκαλώντας τοιουτοτρόπως σε αυτήν τρόμο και ανησυχία".
Με τις προαναφερόμενες παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της απλής σωματικής βλάβης, της εξύβρισης με λόγο και της απειλής, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 16, 17, 18γ, 26α', 27 παρ. 1, 50, 51, 53, 57, 79, 80, 94 παρ. 1, 96 παρ.1, 308 παρ.1 εδ.α', 333 παρ. 1 εδ.
α' και 361 παρ. εδ. α' του ΠΚ ως ισχύουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης όλα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το είδος τους, από τα οποία το άνω Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τους τί προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, η γενική δε αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες έγγραφα κλπ) ήταν αρκετή για την πληρότητα της προσβαλλόμενης απόφασής του.
Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς καμία αντίφαση ή λογικά κενά εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων ενεργώντας, κατά τις παραδοχές της απόφασης, με πρόθεση επέφερε στην εγκαλούσα Ν. Β. τις αναφερόμενες σωματικές κακώσεις, απηύθυνε σ' αυτή τις αναφερόμενες εξυβριστικές φράσεις δείχνοντας ηθελημένη καταφρόνηση προς το πρόσωπό της και προσβάλλοντας την τιμή της, καθώς και τις αναφερόμενες απειλητικές φράσεις, οι οποίες της προκάλεσαν τρόμο και ανησυχία.
Κατά συνέπεια, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως και νόμιμης βάσης ως προς την περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος.
Οι λοιπές εμπεριεχόμενες τον ίδιο λόγο, σχετικές με την κατηγορία αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που αναφέρονται σε εσφαλμένη αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που κατά την άποψή του οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεων περί ασαφώς, ελλιπών και αντιφατικών αιτιολογιών, που αφορούν την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, ή αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης περί της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναίρεσης και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' του ΚΠοινΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 362 και 367 ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του ΚΠοινΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκησή του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα, δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο, εκτός εάν αυτά αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενό τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί μόνο να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητά του σε τρόπο που μπορεί να διαγνωσθεί, ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητά του, να έχει κάθε ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 ΚΠοινΔ δικαιώματά του, δεδομένου ότι, εφόσον συντελείται η ανάγνωση του εγγράφου αυτού, παρέχεται η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις, που είναι σχετικές με το περιεχόμενό του, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο, με τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα εάν από την αόριστη αναφορά της ταυτότητας ενός εγγράφου, που αναγνώσθηκε, δημιουργείται ασάφεια από το αιτιολογικό της απόφασης, ως προς το εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο αυτό που αναγνώσθηκε και αν στήριξε ή όχι σε αυτό την κρίση του, οπότε, όμως, δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Δ' ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία εκ των οποίων προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Τα στοιχεία δε αυτά δεν συμπίπτουν πάντοτε με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του (ΑΠ 1750/2018, ΑΠ 176/2017, ΑΠ 1649/2016).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 141 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι τα πρακτικά της ποινικής δίκης αποδεικνύουν, μέχρι να προσβληθούν ως πλαστά, όλα όσα καταχωρούνται σ' αυτά, μεταξύ των οποίων και οι ισχυρισμοί, δηλώσεις, προτάσεις και αιτήσεις των διαδίκων, καθώς και οι αποφάσεις του δικαστηρίου και οι διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, καθώς το ανωτέρω δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του περί των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αναφέρει στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του ότι έλαβε υπόψη "...όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου...", μεταξύ δε των εγγράφων που αναγνώσθηκαν ήταν δύο (2) εκτυπώσεις με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία προσκομίστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισής του, πλην η αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνει τίποτα σχετικό, έτι δε περαιτέρω, η έλλειψη προσδιορισμού των αναγνωστέων εγγράφων καθιστά αδύνατη την κρίση περί του εάν αυτά συντάχθηκαν πριν ή μετά από το περιστατικό της 21.6.2020, εάν συντάκτης και αποστολέας αυτών ήταν ο κατηγορούμενος ή η εγκαλούσα κλπ, ώστε δεν προκύπτει με σαφήνεια και βεβαιότητα ποια ακριβώς έλαβε υπόψη το Δικαστήριο.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του και σε όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριό του και συγκεκριμένα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιέχουν την εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της (αριθμ. 255/20.1.2022 του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών), η οποία αναφέρεται ως αναγνωσθείσα στο εισαγωγικό της έφεσης, καθώς και στις δύο (2) εκτυπώσεις με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκόμισε στην έδρα ο συνήγορος του εκκαλούντος - κατηγορουμένου, τα οποία αναγνώσθηκαν και ενσωματώθηκαν στη δικογραφία (σελ. 6 της προσβαλλόμενης απόφασης).
Τα έγγραφα όμως αυτά είναι τα μοναδικά έγγραφα με τα στοιχεία αυτά και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη αναφορά πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, για την οποία ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ή το συνήγορό του δεν επήλθε παράβαση των δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος αφού υπάρχει πλήρης ταυτότητα όλων των εγγράφων.
Άλλωστε όπως προκύπτει αναγνώσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, με τα αναφερόμενα σ' αυτή αναγνωστέα έγγραφα, ώστε το περιεχόμενό τους είχε ήδη καταστεί γνωστό, όπως γνωστό ήταν και το περιεχόμενο των δύο (2) εκτυπώσεων με μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που προσκόμισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος στην έδρα του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις αναφορικά με αυτά τόσο ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων όσο και ο δικηγόρος του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε από τον τρόπο προσδιορισμού τους στα πρακτικά της δίκης.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠοινΔ που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, με την ειδικότερη αιτίαση ότι τα ανωτέρω έγγραφα που αναγνώσθηκαν δεν προσδιορίζονται με επάρκεια κατά τα στοιχεία της ταυτότητάς τους, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. 3/16.11.2023 αίτηση του Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμ. 977/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών.
Και
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ