Supreme Court dismisses appeal on custody dispute, ruling evidence count was legally correct.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance decision regarding child custody and support. The appellant argued the lower court erred by considering nine sworn statements as direct evidence, but the court found only five were properly admitted for direct proof while others served as judicial presumptions. The court ruled the lower court correctly applied the law by distinguishing between direct evidence and judicial presumptions, thus rejecting the procedural error claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The court must distinguish between sworn statements admitted as direct evidence and those treated as judicial presumptions, ensuring the former are explicitly noted in the decision while the latter are evaluated as independent proof means.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1186 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Σ. του Γ., ατομικά και ως ασκούντος την προσωρινή επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων του Ε. - Μ. Σ. και Ρ. - Γ. Σ., κατοίκου … . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Κότσιφα.
Της αναιρεσιβλήτου: Έ. -Σ. (Μ.) [E. -S. (Μ.)] συζύγου Κ. Σ., το γένος Ι. Μ. (Ι. Μ), κατοίκου ... Γερμανίας και ήδη κατοίκου … (σημ.: Ελλάδας) κατά δήλωσή της. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα και Καρολίνα - Ζωή Ανδριακοπούλου.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και, διά του Προέδρου του, απέρριψε το αίτημα αναβολής.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 02.04.2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24.06.2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[1] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 126/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 65/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Με την τελευταία απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν: α) η από 18.12.2017 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να ανατεθεί αποκλειστικά σ’ αυτόν η επιμέλεια των κοινών ανηλίκων τέκνων αυτού και της εναγομένης και β) η από 02.04.2018 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να ανατεθεί αποκλειστικά σ’ αυτήν η επιμέλεια των κοινών ανηλίκων τέκνων αυτής και του εναγομένου και διατροφή για λογαριασμό των ανηλίκων, απορρίφθηκε η πρώτη αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή η δεύτερη ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η άνω απόφαση, μόνον ως προς το κεφάλαιο περί ανάθεσης της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων στην αναιρεσίβλητη, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
[2] Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένσταση, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ. Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι τα επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά το στάδιο αξιολόγησης των αποδείξεων. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κ.λπ. αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, να τις συμπληρώσει (ΑΠ 302/2020, ΑΠ 900/2011).
Εν προκειμένω, με γενική αναφορά της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου του 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν διέλαβε μείζονα πρόταση αναφορικά με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η επικαλούμενη μη παράθεση στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης των νομικών διατάξεων, που φέρονται ότι λείπουν, δεν στοιχειοθετεί αναιρετικό λόγο.
[3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επιπλέον δε, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας, στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής, της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικά κάθε είδους συμφέρον, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μια ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα.
Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής-οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου, αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον έναν από τους γονείς του, διότι η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους, λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαιτέρων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για τη νηπιακή ηλικία για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου.
Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, καθώς και οι αναπτυχθέντες μέχρι τότε, με ανεπηρέαστη επιλογή, δεσμοί του διαθέτοντος ικανότητα διάκρισης τέκνου με τους γονείς του και τυχόν αδελφούς του.
Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων. Επίσης, οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στο πλαίσιο της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Τούτο δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαίτιου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας–επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της έκτασης και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι, ώστε, και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς.
Το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις.
Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαιτέρου δεσμού του τέκνου προς τον έναν από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο, ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες, που έκαναν οι γονείς του τέκνου, σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και, επομένως, ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον έναν από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει τη στοιχειώδη ικανότητα διάκρισης. Πρέπει δε, να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη, ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον έναν από τους γονείς, οπότε η προτίμησή του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του.
Περαιτέρω, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1175/2020).
[4] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρισίμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 1284/2018, ΑΠ 1132/2017).
[5] Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, ως προς το ζήτημα ανάθεσης άσκησης της επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη επί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής:
«| […] Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στην …, στις 04.09.2010 και ακολούθως, θρησκευτικό γάμο, στο ... της Γερμανίας, στις 26.10.2013, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την Ε.-Μ. (Σ.) και την Ρ.-Γ. (Σ.), που γεννήθηκαν στις 13.02.2011 και 31.07.2016 αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωσή τους διακόπηκε από το έτος 2017 και έκτοτε ζουν χωριστά.
Αρχικά, δυνάμει της υπ’ αριθ. 111/2017 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια των ανήλικων τέκνων τους στον πατέρα (εκκαλούντα)-(ήδη αναιρεσείοντα). Επειδή, όμως, η μητέρα (ήδη αναιρεσίβλητη) ευρισκόμενη μαζί με τα δυο ανήλικα τέκνα στη Γερμανία για να περάσουν τις καλοκαιρινές διακοπές τους, αποφάσισε, λόγω των μεταξύ τους προβλημάτων, να μην επιστρέψει άμεσα στην Ελλάδα, ο εκκαλών προσέφυγε κατά της εφεσίβλητης στα γερμανικά δικαστήρια προκειμένου να πετύχει την επιστροφή των τέκνων του στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο της παραπάνω δικαστικής διαδικασίας ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 17UHF2/18 απόφαση του Εφετείου της Στουτγάρδης με την οποία εγκρίθηκε η ακόλουθη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία ως προς τα βασικά της σημεία περιελάμβανε τα εξής: η μεν μητέρα ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει στην Ελλάδα έως τις 28.02.2018 και να διαμένει μαζί με τα ανήλικα στην πρώην οικογενειακή στέγη στην Αμαλιάδα, ο δε πατέρας να καταβάλλει μηνιαία διατροφή για τέκνα του, ποσού 200 ευρώ και να παραιτηθεί από την εκτέλεση της προαναφερθείσας υπ’ αριθ. 111/2017 απόφασης.
Μετά από την επιστροφή της μητέρας με τα τέκνα στην Ελλάδα, η μεν Ρ.-Γ. (Σ.) διέμενε με τη μητέρα της, ενώ η Ε.-Μ. (Σ.) με τον πατέρα της και κατόπιν αιτήσεων αμφοτέρων των διαδίκων για τη ρύθμιση της άσκησης της επιμέλειας των ανηλίκων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 112/2018 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλειά τους αποκλειστικά στην μητέρα, πλην των θεμάτων που άπτονται της φροντίδας της υγείας τους, ως προς τα οποία η επιμέλεια ανατέθηκε προσωρινά στον πατέρα και υποχρεώθηκε ο τελευταίος να παραδώσει την Ε.-Μ. (Σ.) στη μητέρα της.
Έκτοτε, ο εκκαλών όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε στο διατακτικό της παραπάνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, μη παραδίδοντας το ως άνω ανήλικο τέκνο στην εφεσίβλητη, αλλά από τον Απρίλιο του 2019, κατόπιν επικοινωνίας που είχε με τη μικρότερη κόρη του, Ρ.-Γ. (Σ.), δεν επέστρεψε ούτε αυτήν στη μητέρα της και κατακρατώντας παράνομα και τα δύο ανήλικα τέκνα του, εξαφανίσθηκε μαζί τους από την πόλη της … .
Η εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος του μήνυση για αρπαγή ανηλίκων και σχηματίσθηκε σε βάρος του η υπ' αριθ. 1047/2/25-α ποινική δικογραφία, έκτοτε δε αναζητείται από τις αστυνομικές αρχές χωρίς αποτέλεσμα μέχρι και την ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση έφεσης, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες για την ασφάλεια των ανηλίκων, ενώ ιδίως ως προς το μεγαλύτερο τέκνο, την Ε.-Μ. (Σ.), ιδιαίτερα αρνητική συνέπεια στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς της έχει η απομάκρυνσή της από το σχολικό περιβάλλον και η μη παρακολούθηση των σχολικών μαθημάτων, με πιθανό ενδεχόμενο την απώλεια ολόκληρης της τρέχουσας σχολικής χρονιάς. Η ως άνω συμπεριφορά του εκκαλούντος και ειδικότερα η έλλειψη σεβασμού προς τις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης, σε συνδυασμό με την παράνομη αφαίρεση των ανηλίκων από τη μητέρα τους, που δυνάμει της προαναφερόμενης απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είχε την προσωρινή επιμέλειά τους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλεισθεί ότι η κατάσταση στην οποία τα έχει φέρει δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βλάβης της υγείας τους, σε κάθε περίπτωση πάντως τα έχει στερήσει από τα οφέλη του σχολικού και προσχολικού περιβάλλοντος που απολαμβάνουν τα παιδιά της ηλικίας τους, αποδεικνύουν ότι ο ίδιος είναι ακατάλληλος για την αποκλειστική ανάληψη της επιμέλειάς τους, όπως αβασίμως ζητεί με την αγωγή του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη μητέρα αγαπά και φροντίζει τα ανήλικα τέκνα της, το δε περιβάλλον στο οποίο τα μεγάλωνε ήταν το πλέον κατάλληλο για τη ψυχοσωματική και διανοητική τους ανάπτυξη. Εξάλλου, λόγω της μικρής τους ηλικίας, ιδιαίτερα της Ρ.-Γ. (Σ.), που είναι μόλις 3 ετών, αυτά έχουν μεγαλύτερη ανάγκη των μητρικών φροντίδων, με την οποία, όπως θα εκτεθεί λεπτομερώς κατωτέρω, είχαν αναπτύξει μια δυνατή συναισθηματική σχέση, η οποία τους παρείχε ασφάλεια και σιγουριά.
Μάλιστα, ο ίδιος ο εκκαλών, σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, έχει εμμέσως πλην σαφώς συνομολογήσει την καταλληλότητα της μητέρας ως προς την ανάθεση σ' αυτήν της επιμέλειας των ανηλίκων. Αυτό έλαβε χώρα, τόσο κατά την συζήτηση των αντίθετων αιτήσεων των διαδίκων επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 111/2017 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας (βλ. σελ. 12 της ως άνω απόφασης: «[…] αναφορικά με τον χαρακτήρα της Έ.-Σ. Σ.-Μ., πιθανολογείται ότι πρόκειται για έναν ευγενικό και καλοσυνάτο άνθρωπο, που αγαπά τα παιδιά της και άλλωστε το ίδιο επιβεβαίωσε και ο εν διαστάσει σύζυγός της […]»), όσο και κυρίως κατά τη συζήτηση της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου της Στουτγάρδης, οπότε συμφωνώντας με το περιεχόμενο της συμφωνίας που επικυρώθηκε με την υπ’ αριθ. 17UHF2/18 απόφαση του ως άνω αλλοδαπού Δικαστηρίου, παραιτήθηκε από το ήδη ικανοποιηθέν και εξοπλισμένο με την άμεση εκτελεστότητα της υπ’ αριθ. 111/2017 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων δικαίωμά του ν’ ασκεί προσωρινά την επιμέλεια των τέκνων τους.
Στην κρίση περί της καταλληλότητας της μητέρας για ν’ ανατεθεί σ’ αυτή η άσκηση της επιμέλειας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων και αντίστοιχα της ακαταλληλότητας του πατέρα συνηγορούν οι ακόλουθες καταθέσεις των μαρτύρων:
1) της Ε.-Κ.-Ι.-Μ.-Κ. Π., η οποία στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. …/2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] οι ακραίες θρησκευτικές ιδέες του Κ. (Σ.) τον είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ανοχής προς τους άλλους και σε στενόμυαλες ιδέες, στις οποίες είχε φανατική προσκόλληση...πίστευε ότι όλοι οι άνθρωποι είχαν κακές προθέσεις και ήθελαν να του κάνουν κακό [...], δεν άρεσε στον Κ. (Σ.) όταν η Έ. (-Σ. Μ.) προσπαθούσε να κάνει παρέες ή να συναναστρέφεται με διαφορετικούς ανθρώπους, ούτε ήθελε και η κόρη τους Ε.(-Μ. Σ.) να κάνει παρέα με άλλα παιδιά εκτός από τα ξαδελφάκια της [...]. Ο Κ. (Σ.) είχε καταληφθεί από την παράλογη ιδέα ότι στο αεροδρόμιο εμφυτεύεται στους ανθρώπους που περνούν τον έλεγχο ασφαλείας το χάραγμα του διαβόλου στο χέρι […]. Η Έ. (-Σ. Μ.) γνωρίζω ότι είναι σπουδαία μητέρα, αγαπάει πολύ τα παιδιά της και φέρεται σε αυτά με μεγάλη τρυφερότητα και υπομονή. Έχω τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη στις μητρικές δεξιότητες της Έ. (-Σ. Μ.) [...]. Έδινα στην Έ. (-Σ. Μ) τον γιο μου, Θ., ηλικίας 2 ετών για να τον προσέχει. Το διαμέρισμα της Έλκε άστραφτε από καθαριότητα [...]. Είναι ψευδές ότι η Έ. (-Σ. Μ.) ταΐζει λίγο τα παιδιά της ή τους δίνει ακατάλληλες τροφές [...], όσα χρόνια γνωρίζω την Έ. (-Σ. Μ) δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου το γεγονός να βρίσκεται η Έ. (-Σ. Μ) σε διαταραγμένη ψυχική κατάσταση [...]»•
2) του Γ.-Ρ. Μ., οποίος στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. …/2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « […] ο Κ. (Σ.) απέκλεισε από τη ζωή της Έ. (-Σ. Μ) τη δική της οικογένεια και της απαγόρευσε να έχει επαφές με άλλες μητέρες στον παιδικό σταθμό οδηγώντας την σε ουσιαστική απομόνωση. Επιπλέον ο Κ. (Σ.) εκδήλωνε απροκάλυπτα τον θρησκευτικό φανατισμό του και άρχισε να φτιάχνει με το κεφάλι του θεωρίες συνωμοσίας [...], πίστευε ότι η Γερμανία είναι μια επικίνδυνη χώρα, αφού εκεί θα εμφυτευόταν στο αεροδρόμιο ένα μικροτσίπ στον καρπό κάθε ανθρώπου, ώστε ο κάθε άνθρωπος να ελέγχεται απόλυτα [...], η Έ. (-Σ. Μ) είναι καλή μητέρα, δίνει πολλή αγάπη στα παιδιά της, είναι τρυφερή και καλόγνωμη και οργανώνει τη ζωή τους με σωστό τρόπο. Φροντίζει πάντοτε να έχουν τα παιδιά της ό,τι χρειάζονται. Προσπαθεί να εκπαιδεύσει τα παιδιά της ώστε να γίνουν αυτόνομοι και φιλομαθείς άνθρωποι με πολλά ενδιαφέροντα [...]»•
3) της Δ.-Ε. Μ.-Σ., η οποία στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. …/2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] ο Κ. (Σ.) επέμενε στο θέμα της θρησκείας και έλεγε ότι η Έ. (-Σ. Μ) πρέπει να γίνει χριστιανή ορθόδοξη γιατί αυτή είναι η μόνη αληθινή θρησκεία, πράγμα το οποίο μου είχε φανεί περίεργο [...]. Ο Κ. (Σ.) πήγαινε την Έ. (-Σ. Μ) σε κάποιον μοναχό για να βγάλει τον δαίμονα από μέσα της [...], είχε αναπτύξει μια εμμονή ότι στα αεροδρόμια χαράζουν με λέιζερ τους επιβάτες το χάραγμα του διαβόλου [...], η Έ. (-Σ. Μ) είναι πολύ καλή μητέρα γιατί αγαπάει πάρα πολύ τα παιδιά της και τα φροντίζει πολύ καλά η ίδια, δεν τα δίνει σε άλλους να τα φροντίζουν. Εκτός αυτού η Έ. (-Σ. Μ) τηρεί για τα παιδιά ένα σωστό πρόγραμμα ώστε να έχουν οργανωμένη ζωή όπως ταιριάζει στην ηλικία τους [...]»•
4) της Ν. Τ., η οποία στο πλαίσιο της υπ' αριθ. .../2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] Μου έκανε εντύπωση το πόσο καλή μητέρα είναι και με τι ηρεμία μιλούσε στην κόρη της, είναι ένας άνθρωπος βαθύτατα στοργικός και συμπονετικός, ο οποίος δεν βλέπει το κακό σε κανέναν. Η Έ. (-Σ. Μ) αγαπούσε τον σύζυγό της και φρόντιζε την οικογένεια της. Ο Κ. (Σ.) ήταν αντικοινωνικός. Δεν του άρεσε να εμφανίζεται σε καμία από τις κοινωνικές εκδηλώσεις στις οποίες μαζεύονταν οι συμμαθητές της Ε. (-Μ. Σ.) με τους γονείς τους. Ο Κ. (Σ.) μιλούσε συνεχώς στην Έ. (-Σ. Μ) για το διάβολο και είχε καταληφθεί από την έμμονη ιδέα ότι θα έβαζαν στο αεροδρόμιο σε αυτή και τα παιδιά τσιπάκι με το χάραγμα του διαβόλου. Η Έ. (-Σ. Μ) αγόραζε για τα παιδιά της τρόφιμα της καλύτερης δυνατής ποιότητας με μεγάλη ποικιλία. Η Ε.(-Μ. Σ.) δεν φαινόταν να φοβάται τη μητέρα της. Αντίθετα είχε στενή σχέση με τη μητέρα της και την αγαπούσε πολύ [...]»•
5) του Κ. Φ., ο οποίος στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. .../2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] η Έ. (-Σ. Μ) είναι ένας ήρεμος, γαλήνιος και υπομονετικός άνθρωπος που δεν έχει ίχνος κακίας μέσα του. Όσες φορές έχω δει την Έλκε με τα παιδιά της τους φέρεται με υπομονή, αγάπη και τρυφερότητα. Δεν την έχω δει ποτέ να τα μαλώνει ή να τους φέρεται με σκληρότητα. Η Έ. (-Σ. Μ) είναι εξαιρετική μητέρα και είναι απόλυτα κατάλληλη να έχει την επιμέλεια και για τα δύο της κοριτσάκια. Κάθε φορά που έβλεπα την Έ. (-Σ. Μ) με τα κοριτσάκια της, αυτά ήταν πάντα καθαρά και περιποιημένα. Δεν τα έχω δει ούτε μια φορά παραμελημένα. Τα κοριτσάκια αγκαλιάζανε τη μητέρα τους και ήταν τρυφερά μαζί της, όπως και η μητέρα τους ήταν τρυφερή μαζί τους»•
6) της Η. Κ., η οποία στο πλαίσιο της υπ' αριθ. .../2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « […] ουδέποτε υπέπεσε στην αντίληψή μου οποιοδήποτε περιστατικό σωματικής κακοποίησης της Ε. (-Μ. Σ.) από τη μητέρα της. Από αυτά που γνωρίζω η Έ. (-Σ. Μ) είναι απόλυτα υγιής μητέρα, στοργική, τρυφερή και απόλυτα προσεκτική στη σχέση της με τα παιδιά της [...]»• και
7) του παιδοψυχίατρου Α. Β., ο οποίος στο πλαίσιο της εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι « [...] η γνώμη που σχημάτισα είναι ότι είναι μια μητέρα ψυχικά υγιής, η οποία θα μπορούσε να ασκήσει με επάρκεια την επιμέλεια των ανήλικων παιδιών. Δεν είναι κάποιος άνθρωπος ουρόφιλος ή κοπρολάγνος, δεν έχει δηλαδή μια παθολογία, μια παθολογική προσωπικότητα που θα τον οδηγήσει σε τέτοιες πράξεις. Η μητέρα έχει κατάλληλη γονική ικανότητα και φροντίζει τα παιδιά [...] Όσο καιρό τα παιδιά ήταν εκεί είχαν επικοινωνία με τον μπαμπά παρότι ήταν 5.000 χλμ μακριά και όχι μια πόρτα απέναντι, τα παιδιά είχαν επικοινωνία με τον μπαμπά. Και για μένα ο γονιός ο οποίος προσπαθεί να προστατέψει, άσχετα με τη σύγκρουση που έχουν, προσπαθεί να προστατέψει τη σχέση των παιδιών και με τον άλλο γονιό έχει σημαντικό προβάδισμα ως καταλληλότερος γονιός [...] Από το ιστορικό που πήρα από την ίδια και από την εξέταση που έκανα στην ίδια ήταν ψυχολογικά και ψυχιατρικά φυσιολογική [...]».
Περαιτέρω, με την αγωγή του, ο εκκαλών κατηγόρησε την εφεσίβλητη ότι παραμελούσε την ιατρική φροντίδα των τέκνων τους και ειδικότερα ότι ακολουθώντας μεθόδους εναλλακτικής ιατρικής, αρνιόταν να τους χορηγήσει φάρμακα ή να τους κάνει τα απαιτούμενα για την ηλικία τους εμβόλια και τα υποχρέωνε σε εναλλακτικές θεραπείες, όπως «κατάποση ούρων και κατανάλωση καλών βακτηρίων από ανθρώπινα κόπρανα». Οι ισχυρισμοί αυτοί του εκκαλούντος είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η μητέρα ήταν αντίθετη στη χορήγηση φαρμάκων ή στον εμβολιασμό των τέκνων τους. Αντιθέτως, από την με ημερομηνία 19.11.2018 ιατρική βεβαίωση του γερμανού ιατρού Μ. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη, προκύπτει ότι στις 18.12.2017 η Ρ.-Γ. (Σ.) είχε κάνει το εξαπλό εμβόλιο κατά διφθερίτιδας-τετάνου-πολιομυελίτιδας-κοκκύτη-αιμόφιλου-ηπατίτιδας Β και ο εμβολιασμός αυτός επαναλήφθηκε άλλες δύο φορές, στις 23.01.2018 και 20.02.2018. Επίσης, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του βιβλιαρίου υγείας της ανήλικης Ε. (-Μ. Σ.), προκύπτει ότι και σ' αυτήν είχαν γίνει και οι τρεις δόσεις του ως άνω εξαπλού εμβολίου (ημερομηνίες εμβολιασμού: 15.04.2011, 15.06.2011 και 14.09.2011) καθώς και τα εμβόλια κατά του μηνιγγιδόκοκκου και του πνευμονιόκοκκου (Απρίλιος, Ιούνιος και Αύγουστος 2011). Στο ίδιο βιβλιάριο υγείας της ως άνω ανήλικης εμφανίζονται εγγραφές εμβολιασμών και κατά τα επόμενα έτη (2012 και 2015), πλην όμως από την από 10.01.2019 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Κ.-Π., το περιεχόμενο της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε ειδικότερα από τον εκκαλούντα μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι εγγραφές που αφορούν στους εμβολιασμούς των ετών 2012 και 2015 έγιναν από τον ίδιο τον εκκαλούντα, προφανώς για να εμφανίζεται ότι η ανήλικη Ε. (Μ.-Σ.) είναι πλήρως εμβολιασμένη και να είναι δυνατή η εγγραφή της στο δημοτικό σχολείο.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος περί των εναλλακτικών θεραπειών που ακολουθούσε η μητέρα, αυτοί αποδείχθηκαν βάσιμοι μόνο ως προς το ότι πράγματι αυτή ακολούθησε μια εναλλακτική θεραπεία ιδίων ούρων, μόνο για τον εαυτό της και μόνο για 15 ημέρες και κατόπιν σύστασης της Μπ.-Μ. Σ. της Κλινικής ...
στο Άνσμπαχ (βλ. την από 19.11.2018 βεβαίωση της ως άνω ιατρού, που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη). Αντιθέτως, απορριπτέοι ως αναπόδεικτοι είναι οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος περί εφαρμογής στα ανήλικα από τη μητέρα τους των προαναφερόμενων ενναλακτικών μεθόδων θεραπείας. Στην κρίση αυτή συνηγορεί πρωτίστως το γεγονός ότι στην προαναφερθείσα δικαστική διαδικασία στη Γερμανία, ο εκκαλών δεν προέβαλε κανέναν από τους παραπάνω ισχυρισμούς του, ενώ τίποτα σχετικό δεν αναφέρθηκε από τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και ιδίως την Ε. (-Μ.
Σ.), που τότε ήταν 7 ετών, στις συναντήσεις που είχαν με την κοινωνική παιδαγωγό Κ. Λ.-Σ., που είχε διορίσει το Δικαστήριο της Στουτγάρδης. Μάλιστα, η ως άνω κοινωνική παιδαγωγός συνέταξε την από 22.01.2018 έκθεσή της προς το Εφετείο της Στουτγάρδης και την από 19.11.2018 βεβαίωσή της προς το Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, οι κρίσεις της οποίας συνηγορούν υπέρ της καταλληλότητας της μητέρας, αν όχι του επιβεβλημένου, για την ανάθεση σ' αυτήν της επιμέλειας των ανηλίκων.
Χαρακτηριστικά, αναφέρει μεταξύ άλλων: «(στην από 22.1.2018 έκθεση) [...] την ρώτησα αν θα πήγαινε μόνη στην Ελλάδα με τον μπαμπά, αν αυτός την έπαιρνε μαζί του. Η Ε. (-Μ. Σ.) κούνησε έντονα το κεφάλι και φάνηκε τελείως τρομαγμένη. Χωρίς τη μαμά και τη Ρ. (-Γ. Σ.) δεν θα πήγαινε πουθενά με τον πατέρα της η Ε. (-Μ. Σ.) δάκρυσε.
Ήθελε να πάνε όλοι μαζί, μόνη της δεν ήθελε να πάει. Η Ε. (-Μ. Σ.) φάνηκε σαστισμένη και επιβαρυμένη. Όταν συναντήθηκαν στο Δικαστήριο, η Ρ. (-Γ. Σ.) χρειάστηκε την παρουσία της αδελφής της για ν' αντέξει την επικοινωνία με τον πατέρα. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας στο δωμάτιο με τα παιχνίδια, βασιζόταν πολύ στην Ε. (-Μ.
Σ.) και ήθελε επίσης αμέσως να επιστρέψει στη μητέρα της. Είναι (η Ε. –Μ. Σ.) πολύ συνδεδεμένη με τη μητέρα της και την αδελφή της. Μια επιστροφή στην Ελλάδα χωρίς τη συνοδεία της μητέρας της, ούτε μπορεί να τη διανοηθεί. Η Ε. (-Μ. Σ.) δεν θα αντέξει τον χωρισμό από τη μητέρα της ή την αδελφή της. Η Ρ. (-Γ. Σ.) είναι 17 μηνών.
Η μητέρα της είναι το πρόσωπο με το οποίο έχει τη βασική σχέση της, το πρόσωπο με το οποίο ήταν μαζί κάθε μέρα, την περιποιείται και τη φροντίζει. Ένας χωρισμός από το πιο σημαντικό σημείο αναφοράς της καθώς και η ταυτόχρονη απομάκρυνση από το γνωστό περιβάλλον θα συνδεόταν με απρόβλεπτες συνέπειες για την ψυχική της υγεία [...]» και «(στην από 19.11.2018 βεβαίωση) [...] σε καθεμία από τις συναντήσεις που έγιναν μαζί μου ήταν η Ε. (-Μ.
Σ.) και η Ρ. (-Γ. Σ.) σε καλή σωματική κατάσταση και κατάσταση υγείας. Και τα δύο παιδιά ήταν καλοταϊσμένα, εξωτερικά πολύ περιποιημένα και είχαν πολύ καλή ανάπτυξη για την ηλικία τους. Δεν υπήρχαν σε καμία περίπτωση ενδείξεις ελλιπούς φροντίδας ή παραμέλησης. Η σχέση μεταξύ μητέρας και παιδιών είχε πολλή αγάπη και εμπιστοσύνη.
Και τα δύο παιδιά ήταν πολύ προσκολλημένα στη μητέρα τους και έδειχναν να έχουν ένα καλό δέσιμο μαζί της. Δεν υπήρχε τίποτα αξιοπερίεργο στη σχέση μητέρας και παιδιών. Η Ε. (-Μ. Σ.) φαινόταν να έχει αναπτυχθεί πολύ καλά για την ηλικία της από κινητική, γνωστική και ψυχική άποψη. Ήταν υγιής και σε καλή σωματική άσκηση.
Η Ρ. (-Γ. Σ.) είχε ροδαλό χρώμα προσώπου και ήταν υγιής καλά ταϊσμένη και ευδιάθετη. Η μητέρα υποστήριζε τα παιδιά στην επαφή με τον πατέρα τους και τα ενθάρρυνε να πλησιάζουν τον πατέρα τους. Η μητέρα φαινόταν στη σχέση με τα παιδιά της απόλυτα στοργική και ικανή. Η μητέρα και τα παιδιά αγαπιόνταν μεταξύ τους και ήταν στενά συνδεδεμένοι».
Επίσης, ο εκκαλών με την αγωγή του αμφισβήτησε την ψυχική υγεία της μητέρας και την καταλληλότητα αυτής ως προς την άσκηση της επιμέλειας των τέκνων τους, ισχυριζόμενος ότι πάσχει από βαριά μορφή κατάθλιψης και κρίσεις πανικού, που την έχουν οδηγήσει σε πολλαπλές προσπάθειες αυτοκτονίας. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι επίσης απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς αφενός έρχονται σε αντίθεση με όσα έχει συνομολογήσει ο εκκαλών ενώπιον των ελληνικών και γερμανικών δικαστηρίων, αφετέρου καταρρίπτονται τόσο από τα προαναφερόμενα έγγραφα της κοινωνικής παιδαγωγού Κ.
Λ.-Σ., η οποία μολονότι είχε πολλές επαφές με τη μητέρα, δεν διέγνωσε κανένα πρόβλημα σχετικό με την ψυχική της υγεία, όσο και με τα ιατρικά έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη. Συγκεκριμένα, η ως άνω εξετάσθηκε: (α) τον Μάιο του 2018 από τον ψυχίατρο Κ. Α., ο οποίος βεβαίωσε ότι «δεν προκύπτουν στοιχεία ενεργού μείζονος ψυχοπαθολογίας και δεν φέρει σημεία χρήσης ναρκωτικών ουσιών» (βλ.
την από 20.05.2018 βεβαίωση του ανωτέρω) και β) τέσσερις φορές, κατά το χρονικό διάστημα Ιουλίου-Νοεμβρίου 2018, από την ψυχίατρο Γ. Β., η οποία βεβαίωσε ότι « […] η εξετασθείσα διεξοδικά Έ.-Σ. Μ. κατά την εξέτασή της είναι ψυχικά υγιής και δεν παρουσιάζει οποιανδήποτε ψυχική διαταραχή, η οποία την εμποδίζει έστω και παροδικά να ασκήσει την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της» (βλ.
την από 12.11.2018 ψυχιατρική γνωμάτευσή της).
Μάλιστα, ο εκκαλών επικαλούμενος τους ίδιους ως άνω αναπόδεικτους ισχυρισμούς του για την ψυχική υγεία της εφεσίβλητης ζήτησε την υποβολή της σε ακούσια νοσηλεία (βλ. την από 08.10.2018 υπεύθυνη δήλωση του εκκαλούντος προς την Εισαγγελία Αμαλιάδος), πλην όμως και η προσπάθεια του αυτή ήταν αποτυχημένη, καθώς κατά την εξέταση της εφεσίβλητης από τους ψυχίατρους του Γ.Ν. Πύργου "ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ" βεβαιώθηκε ότι « [...] δεν εμφανίζει ψυχοπαθολογία ενεργό (παραληρητικές ιδέες, ούτε αντιληπτικές διαταραχές, ούτε αυτο ή ετεροκαταστροφικό ιδεασμό). Φυσιολογική διακύμανση συν/ματος ανάλογο των ερεθισμάτων και καταστάσεων [...]» (βλ. την από 09.11.2018 ιατρική γνωμάτευση των ψυχίατρων του Γ.Ν.Πύργου, Α.-Ε. Δ. και Α. Σ.).
Σε αντίθετη κρίση περί της καταλληλότητας της μητέρας για την επιμέλεια των τέκνων της δεν μπορεί να οδηγήσει η εμφανισθείσα μετά την επιστροφή της μητέρας και των τέκνων στην Ελλάδα αποξένωση της Ε. (-Μ. Σ.) από τη μητέρα της και προσκόλληση στον πατέρα της. Σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται λογικά η ως άνω ανήλικη να έχει μια πολύ καλή σχέση με τη μητέρα της καθ’ όσο χρόνο βρίσκονταν στην Γερμανία (βλ. την προαναφερόμενη έκθεση προς το Εφετείο της Στουτγάρδης της κοινωνικής παιδαγωγού Κ. Λ.-Σ.) και λίγους μήνες μετά να μεταβάλει στάση και να μη θέλει να βλέπει τη μητέρα της. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορεί να δοθεί στη μεταστροφή αυτή της συμπεριφοράς του μεγαλύτερου τέκνου των διαδίκων είναι η συναισθηματική κακοποίηση που υπέστη το παιδί αυτό από τον πατέρα του και το συγγενικό του περιβάλλον με σκοπό την απόρριψη της μητέρας του. Στην εν λόγω κρίση συνηγορούν οι καταθέσεις των ακόλουθων μαρτύρων:
1) της Ό. Α., η οποία στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. .../2019 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] ο Κ. Σ. και οι συγγενείς του δεν έχαναν την ευκαιρία να την βρίζουν μπροστά στα παιδιά της, οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου στην κόρη της την Ε. (-Μ. Σ.) με αποτέλεσμα η Ε. (-Μ. Σ.) να μη θέλει ούτε να δει την μητέρα της, την οποία πριν φαινόταν να αγαπάει πολύ [...]»•
2) της Σ.-Μ. Χ., η οποία στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. .../2018 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] Ο Κ. Σ. είπε στην Έ. (-Σ. Μ.) ότι προσπαθεί εδώ και ώρα να φέρει την Ε. (-Μ. Σ.) στην ίδια, αλλά η Ε. (-Μ. Σ.) κλαίει, ουρλιάζει και χτυπιέται και δε θέλει να πάει με τίποτα στη μητέρα της, πράγμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, επειδή από το διπλανό διαμέρισμα δεν είχαν ακουστεί ούτε κλάματα, ούτε ουρλιαχτά [...] τελευταία εμφανίστηκε η Ε. (-Μ. Σ.), η οποία φαινόταν εντελώς φοβισμένη και χαμένη και στάθηκε δίπλα στον πατέρα της. Την ώρα εκείνη, προτού δηλαδή ο (Κ.) Σ. προλάβει να ρωτήσει το έντρομο παιδάκι αν ήθελε να πάει στη μητέρα του, άρχισαν να βρίζουν με δυνατή φωνή όλοι μαζί την Έ. (-Μ. Σ.). Μετά από την πιο πάνω βίαιη και απειλητική σκηνή. Ο Κ. (Σ.) στράφηκε στο παιδί που φαινόταν να είχε μαζέψει από το φόβο του και το ρώτησε αν θέλει να πάει στη μαμά του. Το παιδί απάντησε όχι και έσφιξε τον Κ. Σ. στην αγκαλιά της […]•
3) του Γ.-Ρ. Μ., ο οποίος στο πλαίσιο της υπ’ αριθ. .../2018 ένορκης βεβαίωσης κατέθεσε ότι « [...] ο Κ. (Σ.) χωρίς κανένα δισταγμό εκθέτει τα παιδιά του σε βίαιες σκηνές με φωνές και καυγάδες και εκτοξεύει απειλές με σκοπό να δημιουργήσει φόβο στην Έ. (-Σ. Π.), αλλά κυρίως να δημιουργήσει φόβο στα ανήλικα παιδιά του, τα οποία παρακολουθούν έντρομα αυτές τις σκηνές, ώστε να μην τολμήσουν ποτέ να αμφισβητήσουν το θέλημά του και με τον τρόπο αυτό να τα κρατάει για πάντα ομήρους του [...]»• και
4) του παιδοψυχίατρου Α. Β., ο οποίος στο πλαίσιο της εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατέθεσε ότι « [...] είτε είναι μορφή παραμέλησης, είτε είναι μορφή συναισθηματικής κακοποίησης διότι δεν εξηγείται το παιδί ένα-δύο μήνες νωρίτερα στη Γερμανία να περιγράφεται να έχει μια πολύ καλή σχέση με τη μητέρα και όταν γυρνάει στην Ελλάδα να μη θέλει να τη δει. Αυτή η απόλυτη άρνηση και η απόλυτη δαιμονοποίηση, το υπερβολικό δηλαδή είναι σύμπτωμα ενδεικτικό, αν όχι αποδεικτικό γονικής αποξένωσης και η μία πλευρά οχυρώνεται πίσω από την υποτιθέμενη συνειδητή άρνηση του παιδιού για να πει το παιδί δεν θέλει, εγώ τι να κάνω. Ο κατάλληλος γονέας έχει υποχρέωση με αίμα να προσπαθήσει το παιδί του να έχει σχέση με τον άλλο γονιό, διότι τα ευεργετικά αποτελέσματα φαίνονται αργότερα στην πορεία [...]».
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη μητέρα είναι αφοσιωμένη στα ανήλικα τέκνα της, τα οποία περιβάλλει με ιδιαίτερη στοργή, αγάπη και φροντίδα και αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη ψυχοσωματική και πνευματική ανάπτυξη τους. Μεταξύ αυτών είχε αναπτυχθεί ένας έντονος συναισθηματικός δεσμός, τουλάχιστον μέχρι την επιστροφή τους στην Ελλάδα από τη Γερμανία, οπότε ο εκκαλών πέτυχε αρχικά τη συναισθηματική αποξένωση της Ε. (-Μ. Σ.) από τη μητέρα της και εν συνεχεία τη φυσική αποξένωση και των δύο τέκνων του με την αρπαγή τους και την εξαφάνισή τους. Ο συναισθηματικός αυτός δεσμός και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούσαν τα ανήλικα με τη μητέρα τους, τους παρείχε μια βάση ασφάλειας, ιδιαίτερα σημαντική για την ψυχική τους ισορροπία, την υγιή συναισθηματική τους εξέλιξη και την ανάπτυξή τους συνολικά, ειδικά για το μικρότερο τέκνο, που λόγω της πολύ μικρής του ηλικίας έχει μεγαλύτερη ανάγκη την σταθερή και ασφαλή παρουσία της μητέρας του.
Στο πλαίσιο αυτό, το συμφέρον των ως άνω ανηλίκων καθιστά απολύτως αναγκαία την ανάθεση αποκλειστικά στη μητέρα τους της άσκησης της επιμέλειάς τους, η οποία έχει τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα συναφή καθήκοντά της και παρέχει τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή, επίβλεψη, εκπαίδευση και εν γένει ψυχοσωματική ανάπτυξή τους. Αντίθετα, η προεκτιθέμενη συμπεριφορά του εκκαλούντος πατέρα δεν παρέχει κανένα απολύτως εχέγγυο για την ανάθεση σ’ αυτόν έστω και μέρους της άσκησης της επιμέλειάς τους, καθώς η συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν έχει κατανοήσει τη σπουδαιότητα του γονεϊκού του ρόλου, δεν ενδιαφέρεται για το συμφέρον των τέκνων του, αποξενώνοντας αυτά από τη μητέρα τους, προσπαθώντας να μην έχουν καμία σχέση μαζί της και περιάγοντάς τα σε ένα περιβάλλον απομόνωσης, μακριά από οποιοδήποτε σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον, προκαλώντας άγνωστου βαθμού ζημία στην πνευματική και ψυχοσωματική ανάπτυξή τους.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν μπορεί να κλονίσει, ούτε η προσκομιζόμενη από τον εκκαλούντα αξιολόγηση της Ε. (-Μ. Σ.) από την ψυχολόγο Κ. Μ., καθώς η τελευταία περιορίζεται στην καταγραφή γεγονότων που ανέφερε η Ε. (-Μ. Σ.) και τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, προφανώς είναι κατευθυνόμενα από τον πατέρα της, χωρίς να προβαίνει σε κάποια ουσιώδη ψυχολογική περιγραφή-αξιολόγηση του ανηλίκου, ούτε η από 19.11.2019 γνωμάτευση του ψυχίατρου Π.-Γ. Θ. . Μάλιστα, η τελευταία γνωμάτευση μπορεί να εξηγήσει ως ένα βαθμό την συμπεριφορά του πατέρα να εξαφανιστεί μαζί με τα ανήλικα τέκνα του, που είναι η άρνησή του να αποδεχθεί την αντίθετη άποψη, άρνηση που τον οδηγεί σε υπερβολικές, αν όχι επικίνδυνες για τα ανήλικα αντιδράσεις: «[...]παρουσιάζει ένα άκαμπτο αγχώδες στοιχείο δομής της προσωπικότητας, που σε ψυχοπιεστικές συνθήκες ματαίωσης μπορεί να λάβει χαρακτηριστικά ψυχαναγκαστικής ή ιδεοληπτικής αναδίπλωσης με σύνοδες συμπεριφορές, αλλά με αμυντικό φοβικό υπόβαθρο λόγω της αυστηρής ψυχαναγκαστικής δομής της προσωπικότητας του βίωσε τραυματικά και απειλητικά την κίνηση της συζύγου του να πάρει τα παιδιά στη Γερμανία και λειτούργησε αμυντικά με υπερβολικό τρόπο ερμηνείας της. Γενικά, η παρορμητική αιφνίδια αλλαγή στην καθημερινότητά του, του προκαλεί αναστάτωση και ματαίωση με ενδεχόμενες συμπεριφορές υπερβολής, αλλά με φοβικό υπόβαθρο[...]».
Οι ως άνω κρίσεις της γνωμάτευσης θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα αξιόλογο υπερασπιστικό επιχείρημά του όταν έρθει η ώρα να δώσει εξηγήσεις για την αρπαγή των ανηλίκων, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατάφωρη παραβίαση του γονεϊκού του ρόλου και των εξ αυτού υποχρεώσεων απέναντι στα δύο ανήλικα τέκνα του.
Κατά συνέπεια, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του ανέθεσε την αποκλειστική άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων στη μητέρα τους, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται κατά τα παραπάνω από το παρόν Δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί 1ος έως και 8ος λόγοι της έφεσης πρέπει ν’ απορριφθούν ως κατ’ ουσία αβάσιμοι [...]|».
[6] Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή αυτού και είχε γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, κατά το αίτημά της περί ανάθεσης αποκλειστικά σ’ αυτήν της άσκησης επιμέλειας του προσώπου των ανηλίκων και εν μέρει δεκτή κατά το αίτημά της περί επιδίκασης διατροφής για λογαριασμό των τέκνων.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512-1514 και 1518 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι ορθώς υπήγαγε σε αυτές τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του (δικαστηρίου), στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς την κρίση του ότι το αληθινό συμφέρον των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων επιβάλλει να έχει αποκλειστικά την επιμέλεια του προσώπου τους η αναιρεσίβλητη μητέρα τους.
Το δικαστήριο της ουσίας προς διαπίστωση του (αληθινού) συμφέροντος των τέκνων έλαβε υπόψη και αξιολόγησε όλα τα προαναφερθέντα επωφελή (για τα ανήλικα) στοιχεία και περιστάσεις.
Επομένως, οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, είναι αβάσιμοι.
Κατά τα λοιπά, οι ως άνω λόγοι, με τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, ως προς το συμφέρον, κατά τις απόψεις του, των ανηλίκων τέκνων του, για την ανάθεση της επιμέλειας αυτών αποκλειστικά σ’ αυτόν και περί αντιφατικών αιτιολογιών, σχετικά με το ζήτημα του εμβολιασμού της ανήλικης Ε. (-Μ. Σ.), είναι απαράδεκτοι, διότι ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
[7] Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 1400/2018). Έτσι, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά, που προέκυψαν από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις μαρτύρων, και δεν περιλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 466/2020, ΑΠ 1598/2014, ΑΠ 559/2008).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 903/2019, ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008), χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α’ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη πραγματικών περιστατικών που η ενάγουσα δεν εισέφερε νόμιμα στη δίκη με το δικόγραφο της αγωγής, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δέχθηκε τους ισχυρισμούς της, περί τέλεσης της αξιόποινης πράξης της αρπαγής των ανηλίκων τέκνων τους εκ μέρους του και της υποβολής σχετικής έγκλησης σε βάρος του ιδίου και μελών της οικογενείας του, χωρίς να έχουν προβληθεί με το αγωγικό δικόγραφο τέτοιοι ισχυρισμοί.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν θεμελιώνει την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον τα περιστατικά αυτά προέκυψαν από τις αποδείξεις και δεν συνιστούν «πράγμα» υπό την έννοια που προεκτέθηκε. Ειδικότερα, το Εφετείο, εκτιμώντας τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και τις μνημονευόμενες νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, έκρινε ότι υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες το αληθές συμφέρον των τέκνων επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια αυτών στη μητέρα, συνεκτιμώντας, πλην των άλλων, και τη συμπεριφορά του πατέρα, μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 112/2018 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, δηλαδή της παράνομης αφαίρεσης των ανηλίκων από τη μητέρα, που δυνάμει της άνω απόφασης είχε την προσωρινή επιμέλεια, καθώς και τη στέρηση αυτών από τα οφέλη του σχολικού και προσχολικού περιβάλλοντος, καίτοι τα περιστατικά αυτά δεν αναφέρονται στην αγωγή, αφού με την παραδοχή αυτών, δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής βάσεως της αγωγής, προέκυψαν δε, μετά την άσκηση αυτής (στις 02.04.2018) και συγκεκριμένα μετά την έκδοση της άνω απόφασης ασφαλιστικών μέτρων (2018) και την παράνομη κατακράτηση και των δύο ανηλίκων από τον Απρίλιο του έτους 2019, όταν ο αναιρεσείων απομάκρυνε αυτά από τον τόπο διαμονής τους σε άγνωστο τόπο, περιστατικό το οποίο δεν αμφισβητεί και ο ίδιος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα της υπόθεσης (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις και με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη παρέχει τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή, επίβλεψη, εκπαίδευση και εν γένει ψυχοσωματική ανάπτυξη των ανηλίκων, ενώ, αντίθετα, τέτοια εχέγγυα δεν παρέχει ο αναιρεσείων, καθώς η συμπεριφορά του καταδεικνύει ότι δεν έχει κατανοήσει τη σπουδαιότητα του γονεϊκού του ρόλου, ούτε αποβλέπει στο συμφέρον των τέκνων του, αφού επέλεξε να τα απομακρύνει από τον τόπο διαμονής τους, σε περιβάλλον άγνωστο, με σκοπό να αποκόψει κάθε επαφή αυτών με τη μητέρα τους, αποστερώντας αυτά της μητρικής στοργής και ιδιαιτέρων περιποιήσεων, ενόψει και της μικρής ηλικίας τους, ιδίως της Ρ.-Γ. (Σ.), αλλά και του κοινωνικού και σχολικού περιβάλλοντος, με δυσμενείς συνέπειες των ενεργειών αυτών στην πνευματική και ψυχοσωματική τους ανάπτυξη. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
[8] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού πρέπει τα αποδεικτικά μέσα να ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 83/2020, ΑΠ 1427/2017). Εξάλλου, δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων εκτίμηση του δικαστηρίου, ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 311/2012, ΑΠ 1184/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη:
1) της από 24.08.2017 βεβαίωσης του παιδιάτρου Ι. Κ.,
2) των από 29.08.2017 και 21.11.2018 ιατρικών βεβαιώσεων της παιδιάτρου Ε. Κ.,
3) των από 05.09.2017 και 29.06.2018 ιατρικών βεβαιώσεων του ωτορινολαρυγγολόγου Α. Κ.,
4) της από 13.09.2017 ιατρικής γνωμάτευσης του παθολόγου Α. Ζ.,
5) δύο άνευ ημερομηνίας ιατρικών γνωματεύσεων της ιατρού μαιευτήρα Φ. Θ. και
6) της άνευ ημερομηνίας ιατρικής γνωμάτευσης του γυναικολόγου Γ. Κ., που με επίκληση προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, κατά πιστή μεταφορά, ότι «η αναιρεσίβλητη δεν παρείχε τα απαιτούμενα εχέγγυα για τη φροντίδα και προστασία της υγείας των ανηλίκων τέκνων τους».
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι άνω βεβαιώσεις-γνωμοδοτήσεις έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν στην ένδικη δίκη. Ενόψει τούτου ορθώς απέκρουσε αυτές ως μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δη ως μαρτυρίες τρίτων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα της από 19.11.2018 βεβαίωσης της κοινωνικής παιδαγωγού Κ. Λ.-Σ. προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, που αποτελεί, κατά την άποψή του, ιδιωτική επιστολή και συντάχθηκε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν δέχθηκε ότι η ανωτέρω βεβαίωση δόθηκε, ειδικά προς το σκοπό αυτό, δηλαδή να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή. Ενόψει τούτου ορθώς εκτίμησε τη βεβαίωση αυτή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο ν.4335/2015 και ισχύει από 01.01.2016 κατά τη ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ιδίου νόμου «Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων», κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα,
«1.Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι.
3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση», ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ιδίου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, «Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων». Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 του ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι’ αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει, ειδικά, να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της λήψης υπόψη εννέα (9) ενόρκων βεβαιώσεων για άμεση απόδειξη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, για άμεση απόδειξη, κατά την κρίσιμη παραδοχή της, τις υπ’ αριθ. …/2019, …/2019, …/2019, .../2019 και .../2019 πέντε (5) ένορκες βεβαιώσεις, που με επίκληση προσκόμισε η εφεσίβλητη και λήφθηκαν κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλήτευσης του αναιρεσείοντος. Οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις, ειδικότερα δε, οι υπ' αριθ. ... και .../14-11-2018 δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Μαρίας Χάμου και προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της από 2-4-2018 αγωγής της αναιρεσίβλητης, και οι υπ' αριθ. 6059/2019 και .../2019 επίσης δύο (2) ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ομοίως ελήφθησαν ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και η αναιρεσίβλητη προσκόμισε πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ των διαδίκων και συνεκτιμήθηκαν ως δικαστικά τεκμήρια. Ενόψει τούτου, ορθώς λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο οι ανωτέρω τέσσερις (4) ένορκες βεβαιώσεις για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (κατά τη ρητή περί τούτου αναφορά του) και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 11α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
[9] Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης, πλην όμως, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το κατατεθέν για την άσκηση της αίτησης παραβόλου, αφού σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.3 τελευταίο εδάφιο του ΚΠολΔ, η υποχρέωση για καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από 01.01.2017, μεταξύ άλλων και για τις διαφορές του άρθρου 592 αρ. 3 του ΚΠολΔ, ως η παρούσα. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24.06.2020 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 126/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ