Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting new arguments raised after retrial order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellant raised new grounds for appeal for the first time during the retrial hearing, which the court deemed inadmissible under the Civil Procedure Code. Consequently, the appellate judgment was upheld, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(13), 559(14), 559(16), 559(11)(c) of the Civil Procedure Code: New grounds for appeal raised after a retrial order are inadmissible; the appellate court's decision remains valid if it did not err on the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1186 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ρέκλο, ο οποίος ανακάλεσε την από 30/12/2019 δήλωσή του, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε, αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νικολαΐδη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε, με την από 24/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 1833/2008 και 3403/2008 διορθωτική αυτής του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 1525/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 21.5.2019 [Γ.Α.Κ. / Ε.Α.Κ. / 21.5.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος, ηττηθέντος κατ' έφεση, Ι. Τ... του Ν. κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία ...' και τον διακριτικό τίτλο ... Α.Ε.Β.Ε.', που νομίμως εκπροσωπείται.
Προσβάλλεται η 1525/2019 οριστική απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 19.3.2019, αντιμωλία των διαδίκων. Εκκαλούμενη ήταν η 392/2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 14.2.2007, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 24.4.2006 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης κα ήδη αναιρεσίβλητης.
Αφορά δε, η αγωγή χρηματικές απαιτήσεις, συνολικού ποσού (240.465) ευρώ, του ενάγοντος έναντι της εναγομένης από παροχή εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87/23.7.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015].
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 21.5.2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι στη νόμιμη προθεσμία των δύο (2) ετών, από την 19.3.2019 [άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ.1, 144 παρ.1, 145 παρ.1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της 1525/2019 αποφάσεως, που προσβάλλεται ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των οκτώ (8) συνολικά λόγων της [άρθρα 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
(I).- Κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και, ιδιαίτερα, του περιεχομένου εγγράφων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή, αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 19 και 20 ΚΠολΔ.
Έτσι, η ουσία της υποθέσεως, εφ' όσον δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση, ως άνω, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 445/2019, ΑΠ 1054/2010, ΑΠ 1014/2010). Εξ άλλου, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως, αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε, εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλ., αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστική βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΑΠ ολ. 11/2017, ΑΠ ολ. 2/2013, ΑΠολ. 28/1998, ΑΠ 780/2019).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ ιδρύεται επί εσφαλμένης εφαρμογής από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος αποδείξεως. Ειδικότερα, με το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ, επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, που ο εφαρμοστέος κανόνας ουσιαστικού δικαίου προϋποθέτει, γενικά και αφηρημένα, για να ισχύσει η έννομη συνέπεια, της οποίας η δικαστική διάγνωση διώκεται.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να επιβάλει, με την απόφασή του, την ευθύνη να προσκομίσει το αποδεικτικό υλικό προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της δικανικής πεποιθήσεως των πραγματικών γεγονότων, θεμελιωτικών της αξιώσεώς του.
Στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν, ως άνω, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015] δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ, διότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία, το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει, ποιος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως, εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία, που οι διάδικοι, κατά νόμο, προσκομίζουν, με επίκληση και κρίνει, αν αποδείχθηκαν ή όχι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, όπως προτείνονται [άρθρο 671 ΚΠολΔ].
Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος, που ο διάδικος διατρέχει, στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, υπό την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ (ΑΠ 233/2011).
Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ].
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας (α).- έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή (β).- παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη αποδείξεις, που δεν προσκομίσθηκαν, δηλ. αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε επίκληση [άρθρο 106 ΚΠολΔ] ή (γ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς άμεση απόδειξη ή προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [άρθρο 106 ΚΠολΔ].
Ιδρύεται δε, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ και οι τρεις περιπτώσεις του, αν το δικαστήριο έχει εισέλθει στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην έρευνα της ουσίας (και) της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως για να επιβάλλεται η λήψη υπ' όψη αποδείξεων (ΑΠ ολ. 3/1997). Αβάσιμος είναι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, εάν από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.
Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγησή τους ή / και διάκριση από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν αφήνεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όφη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο? δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα [άρθρα 339, 432 επ., 393 επ. ΚΠολΔ], επομένως, πρέπει στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας να γίνεται ειδική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη και ότι έχουν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη τους, χωρίς να απαιτείται χωριστή αξιολόγησή τους.
Η έλλειψη της ειδικής μνείας από το δικαστήριο της ουσίας ένορκης βεβαιώσεως δεικνύει ότι αυτή δεν έχει ληφθεί υπ' όψη? ενώ, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως (ή μη) αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ]. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως [άρθρα 495 παρ.1, 118 αριθμός 4, 119, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ] να εξειδικεύονται τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε νόμιμη επίκλησή τους στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 702/2019, ΑΠ 800/2015, ΑΠ 356/2013). Το άρθρο 254 παρ.1 ΚΠολΔ -όπως ίσχυσε πριν από το άρθρο 1 - άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015, ισχύον από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015 και ήδη ισχύει- ορίζει (και) ότι το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως (στο ακροατήριο), η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση και η συζήτηση, που επαναλαμβάνεται, θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης Από το ότι θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, η συζήτηση, που επαναλαμβάνεται, παρέπεται, πλην άλλων πως κατά τη συζήτηση αυτή, κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί, στη συζήτηση, οπότε εκδόθηκε η απόφαση για επανάληψη της συζητήσεως (ΑΠ 1336/2002).
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 906/2009, ΑΠ 365/2002).
Νομικό ζήτημα, εν τούτοις, δεν επιλύεται, αν η (αναιρετική) απόφαση αναιρέσει την απόφαση, που προσβάλλεται για έλλειψη νόμιμης βάσεως [άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ] και, ειδικότερα, για το λόγο ότι όσα πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, συνεπεία των ανεπαρκών ή / και των αντιφατικών αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο (ΑΠ 1054/2010).
Η παραβίαση περί το δεδικασμένο προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ. Δεν ιδρύεται, όμως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση, που προσβάλλεται, δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου δηλ., αν προκύπτει από το περιεχόμενο της ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν απασχολήθηκε, με την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου (ΑΠ 701/2008).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναφέρεται, μόνο, σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της και όχι στο ουσιαστικό απαράδεκτο (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 450/2013). Το άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσε πριν από το ν. 4335/2015, όριζε ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ], οι πρόσθετοι λόγοι ασκούνται και με τις έγγραφες προτάσεις.
Με το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, το οποίο ισχύει για την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, από 1.1.2016 [άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015], καταργήθηκε, εμμέσως, το άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ. Ήδη, μετά το ν. 4335/2015, κατά το άρθρο 591 παρ.1 περίπτωση (ζ) ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 621, 622 ΚΠολΔ] για τις αγωγές και τα ένδικα μέσα, που κατατίθενται από 1.1.2016, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκούνται, επί ποινή απαραδέκτου, με δικόγραφο? κατατίθεται δε, αυτό, στη γραμματεία του δικαστηρίου, όπου απευθύνεται και επιδίδεται στον αντίδικο, τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση [άρθρο 1 - άρθρα τέταρτο και ένατο ν. 4335/2015].
Έτσι, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, μετά την 1.1.2016, ασκούνται, επί ποινή απαραδέκτου, μόνο, με δικόγραφο, ως άνω και όχι με τις έγγραφες προτάσεις, έστω και αν η έφεση έχει ασκηθεί πριν από την 1.1.2016 [άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ], Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλ.
στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Επομένως, ιδρύεται αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποιά μέρη τους προκύπτει. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, έτσι, δεν αποτελούν 'αιτιολογία' της αποφάσεως ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ ολ. 30/1997, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1054/2010).
(II).- Με τη σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος έχει την υποχρέωση να παρέχει, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και ο τελευταίος έχει την υποχρέωση να καταβάλει τον μισθό. Ο τρόπος πληρωμής του μισθού καθορίζεται καθ' ορισμένα χρονικά διαστήματα ή σε ποσοστό από τα κέρδη ή κατά μονάδα της παρεχόμενης εργασίας ή κατ7 αποκοπή [άρθρα 648, 649, 653, 654, 655 ΑΚ, 1 της 95/1949 Δ.Σ. 'περί προστασίας του ημερομισθίου' - κύρωση με το άρθρο 'πρώτον' ν. 3248/1955 (ΦΕΚ Α. 138 / 2.6.1955), 6 α.ν. 765/1943 (ΦΕΚ Α. 341 / 13.10.1943) - κύρωση με την 324/1946 Π.Υ.Σ.
και διατήρηση σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, 28 παρ.1 Σ]. "Μισθός" δηλ. είναι κάθε παροχή, την οποία ο εργοδότης οφείλει από το νόμο ή τη σύμβαση, στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα για τη νόμιμη (έγκυρη) εργασία του. Στο άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. για τον περιορισμό των ωρών εργασίας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις, που καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, την 29.10.1919, κυρώθηκε στην Ελλάδα, με το ν. 2269/1920 και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διατάξεως νόμου [άρθρο 28 παρ.1 Σ], ορίζεται ότι στις κάθε είδους βιομηχανικές εργασίες (= επιχειρήσεις), δημόσιες ή ιδιωτικές καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες, στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνο μίας και της αυτής οικογένειας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις (8) ώρες ημερησίως και τις (48) ώρες εβδομαδιαίως, εκτός εάν πρόκειται για πρόσωπα, που κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης.
Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, ως πρόσωπο, κατέχον θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης ("διευθύνων υπάλληλος"), θεωρείται εκείνο, στο οποίο, συνεπεία των εξαιρετικών προσόντων του (εξειδικεύσεως, τεχνικής ή εμπορικής, μορφώσεως και μεγάλης πείρας) ή της ιδιάζουσας εμπιστοσύνης προς αυτό του εργοδότη - κυρίου της επιχειρήσεως, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διευθύνσεως όλης της επιχειρήσεως ή σημαντικού τομέως της επιχειρήσεως και εποπτείας του προσωπικού, έτσι ώστε όχι μόνο να επηρεάζει, αποφασιστικώς, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως, αλλά και να διακρίνεται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, εξ αιτίας της ασκήσεως των δικαιωμάτων και εξουσιών του εργοδότη, όπως είναι και η πρόσληψη και η απόλυση του προσωπικού ακόμη, διαθέτει πρωτοβουλία και ανεξαρτησία υψηλού βαθμού, έστω και αν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται με τις διατάξεις νόμων, σχέδια και πλαίσιο γενικών καθοδηγητικών γραμμών του εργοδότη, επωμίζεται ενίοτε και ποινικές ευθύνες για την τήρηση των διατάξεων, που έχουν θεσπισθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων και αμείβεται, συνήθως, με μισθό πολύ υψηλότερο των νομίμων ελαχίστων ορίων και του καταβαλλόμενου μισθού στους λοιπούς υπαλλήλους (ΑΠ 660/2000).
Τέτοιο πρόσωπο, αν και δεν παύει να είναι εργαζόμενος, εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ως προς τα χρονικά όρια εργασίας, όπως ρητώς προβλέπει, ως άνω, η Δ.Σ. της Ουάσιγκτον επίσης, εξαιρείται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση του και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που ανέλαβε, με την εργασιακή του σύμβαση, ειδικότερα, ως προς την εβδομαδιαία ανάπαυση, την αμοιβή για υπερεργασία ή υπερωρία (νόμιμη, παράνομη), την αμοιβή για εργασία Σάββατο ή Κυριακή και εξαιρετέα ημέρα / αργία ή ως προς τις αποδοχές και το επίδομα της ετήσιας αδείας αναψυχής ή ως προς την αποζημίωση (ποινή) για μη χορήγηση της αιτηθείσης ετήσιας άδειας αναψυχής ή την αποζημίωση για εργασία, που παρασχέθηκε, εκτός έδρας και αντισταθμίζεται η εξαίρεση, με τον αυξημένο μισθό, που του καταβάλλεται.
Για τον χαρακτηρισμό εργαζομένου, ως "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι πιο πάνω περιστάσεις? τούτο διότι η έννοια της διευθυντικής θέσεως, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του κατόχου αυτής, προσδιορίζεται, με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστεως και της συναλλακτικής εμπειρίας, της κοινής πείρας και της λογικής, από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, που κρίνονται ενιαίως καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση του προς τον εργοδότη και τους λοιπούς εργαζόμενους, κατά την παροχή των υπηρεσιών του.
Η έννοια αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξαρτήσεως του εργαζομένου - "διευθύνοντος υπαλλήλου" από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρή μορφή (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 336/2018, ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 1030/2005). Από το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον δεν προκύπτει ότι ο "διευθύνων υπάλληλος" δεν έχει δικαίωμα στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων - Νέους Έτους και Πάσχα, τα οποία δικαιούται να λαμβάνει, εκτός αν υπάρχει σχετική ρητή αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 178/2008).
Εξ άλλου, το διευθυντικό δικαίωμα, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος, με σχέση εξηρτημένης εργασίας [άρθρα 652, 648 ΑΚ], δίνει στον εργοδότη την εξουσία να εξειδικεύει, κάθε φορά, την υποχρέωση του εργαζομένου για εργασία, καθορίζοντας τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της, εφ' όσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες του ουσιαστικού δικαίου ή από τη σύβαση εργασίας (δηλ.
ατομική σύμβαση εργασίας, επιχειρησιακή πρακτική ή συνήθεια, Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, Διαιτητική Απόφαση, Κανονισμό ή Οργανισμό Εργασίας). Υλοποιεί, όμως, παραλλήλως, το δικαίωμα αυτό, την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμεταλλεύσεως, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του, κατά το δυνατό προσφορότερο τρόπο.
Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ. Η άσκησή του δηλ. δεν μπορεί να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του. Μονομερής μεταβολή των όρων, ειδικότερα, της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλου υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων εργασίας, ενώ, δεν έχει τη συγκατάθεση του εργαζομένου - υπαλλήλου και δεν έχει τέτοια ευχέρεια από το νόμο ή τη σύμβαση εργασίας και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν η μεταβολή προκαλεί στον εργαζόμενο - υπάλληλο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική μόνο ζημία - βλάβη [άρθρα 7 εδ. (α), ν. 2112/1920 (ΦΕΚ Α. 57)].
Επί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων αυτής της συμβάσεως εργασίας, ο υπάλληλος προστατεύεται, όχι μόνο από το άρθρο 7 εδ. (α) ν. 2112/1920, αλλά και από το άρθρο 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας, τον οποίο επιχειρεί ο εργοδότης, βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, ήτοι την κατά το δυνατό καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας καθώς και την προσφορότερη οργάνωση της επιχειρήσεως.
Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των πιο πάνω σκοπών, αλλά ετέρων, άσχετων με αυτούς, επιδιώξεων του εργοδότη, τότε, δεν υπάρχει χρήση, αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος. Η καλή πίστη δηλ. επιβάλλει στον φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπ' όψη, κατά την άσκηση του δικαιώματος, όσον οι περιστάσεις το επιβάλλουν, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους.
Τούτο, ιδίως, επιβάλλεται στη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αφού το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για τον προσδιορισμό των όρων εκπληρώσεως της παροχής, ήτοι της εργασίας από τον υπάλληλο, αποτελεί μονομερή εξουσία του εργοδότη και η άσκησή της, έστω και αν στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών, υπόκειται στους περιορισμούς της καλής πίστεως, των χρηστών συναλλακτικών ηθών, του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.
Έτσι, η υπέρβαση των παραπάνω ορίων συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας, αφού η μεταβολή αυτή επέρχεται, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1729/2005). Βλαπτική μεταβολή, υπό την εκτεθείσα έννοια, αποτελεί και η αδικαιολόγητη, ενώ δεν υπάρχει συμφέρον της επιχειρήσεως, δηλ. χωρίς να συντρέχει υπηρεσιακή ανάγκη, τοποθέτηση ικανού υπαλλήλου, ο οποίος, μέχρι του χρόνου εκείνου, κατείχε στην επιχείρηση θέση ευθύνης και με αντικείμενο εργασίας, σε θέση χωρίς αντικείμενο εργασίας.
Τέτοια τοποθέτηση του υπαλλήλου συνιστά, ουσιαστικώς, υπηρεσιακή αχρήστευση του και περιαγωγή του σε τάξη αργομισθίας, γεγονός, που επάγεται ηθική του βλάβη (ΑΠ 604/2003). Επίσης, θεωρείται βλαπτική μεταβολή, υπό την ως άνω έννοια, ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον υπάλληλο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγεται δυσμενείς υλικές ή / και ηθικές, ως προς την προσωπικότητά του, συνέπειες.
Εν τούτοις, βλαπτική μεταβολή δεν υπάρχει, όταν ο εργοδότης, στα πλαίσια του διευθυντικού του δικαιώματος, τοποθετεί τον υπάλληλο σε άλλο τομέα, τμήμα ή θέση της επιχειρήσεως και με άλλο αντικείμενο απασχολήσεως, αν αυτό επιβάλλει το πραγματικό συμφέρον της επιχειρήσεως για την αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία της, εφ' όσον τα νέα αυτά καθήκοντα δεν είναι υποδεέστερα για τον υπάλληλο και δεν συνεπάγονται, γι' αυτόν, δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες, ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του (ΑΠ 481/2018, ΑΠ 896/2018, ΑΠ 104/2017).
Αν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για τον υπάλληλο μεταβολή των όρων της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή ασκώντας το διευθυντικό του δικαίωμα προβεί, κατά κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει, διαζευκτικώς, τις εξής δυνατότητες - επιλογές [άρθρο 305 ΑΚ]:
α.- Να αποδεχθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, τη μεταβολή, οπότε καταρτίζεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη [άρθρα 361, 174, 178, 179 ΑΚ], Σιωπηρή αποδοχή συνιστά η επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του εργαζομένου στους νέους όρους εργασίας, β.- Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη, ως "άτακτη" καταγγελία εκ μέρους του (εργοδότη), της εργασιακής συμβάσεως, να αποχωρήσει από την εργασία και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως [άρθρα 3 ν. 2112/1920, 5 ν. 3198/1955 (ΦΕΚ Α. 98)].
Μπορεί δε, να εκφράσει τη ρητή βούλησή του να αποχωρήσει από την εργασία του, με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, προφορικώς ή εγγράφως, γ.- Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας την εργασία του, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε, εφ' όσον ο εργοδότης δεν αποδεχθεί την εργασία του, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της (εργασίας) και οφείλει μισθούς υπερημερίας [άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ] ή εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα του εργασία και να προσφύγει στο δικαστήριο, ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί, σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους (ΑΠ 104/2017, ΑΠ 798/2007).
Οι λόγοι αναιρέσεως, οκτώ (8) συνολικά, περιέχουν τις παρακάτω αιτιάσεις: Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιέχουν τις αιτιάσεις ότι η 1525/2019 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, έτσι, υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον - κυρωτικός νόμος 2269/1920, εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει αντιφατικές και ελλιπείς (ανεπαρκείς) αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό των καθηκόντων του (ήδη) αναιρεσείοντος, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε, ως "διευθύνων υπάλληλος".
Ο τρίτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το Εφετείο (τριμελές) Αθηνών, με την 1525/2019 απόφασή του, ευθέως παραβίασε το άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον - κυρωτικός νόμος 2269/1920 ειδικότερα, παραβίασε τη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, με την εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτή των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, ενώ δεν υπάγονταν στο πραγματικό της και, έτσι, απέρριψε την αγωγή, κατά τα κρίσιμα κεφάλαιά της, που αφορούσαν αποζημίωση για εργασία εκτός έδρας, αμοιβή υπερωρίας (νόμιμης ή παράνομης) και αμοιβή για εργασία ημέρες Σάββατο και Κυριακή, αποζημίωση για τη μη χορήγηση της αιτηθείσας ετήσιας αδείας αναψυχής, αποδοχές και επίδομα αδείας ετήσιας άδειας αναψυχής.
Οι τέταρτος και έκτος λόγοι, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 18 και 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, αντιστοίχως, περιέχουν τις αιτιάσεις, καθ' όσον αφορά τον προσδιορισμό των καθηκόντων του αναιρεσείοντος, που χαρακτηρίσθηκε, με την 1525/2019 απόφαση, ως "διευθύνων υπάλληλος" ότι: (ί).- το Εφετείο (τριμελές) Αθηνών, ως το δικαστήριο της παραπομπής, δεν συμμορφώθηκε προς την 1467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναιρετική της 1833/2008 αποφάσεως του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών -όπως η 1833/2008 απόφαση διορθώθηκε, με την 3403/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών- και (ίί).- το δικαστήριο της ουσίας Εφετείο (τριμελές) Αθηνών δεν έλαβε υπ' όψη έγκυρο και υποστατό αποδεικτικό μέσο, που είχε προσκομισθεί, με επίκληση, κατά νόμο, στο εφετείο από τον αναιρεσείοντα προς απόδειξη της ένδικης αγωγής και, ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη την ειδικώς μνημονευόμενη από αυτό (δικαστήριο της ουσίας) 1361/30.1.2017 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, της Μ.
Κ., ιδιαιτέρας Γραμματέως του Ν. Τ., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της (ήδη) αναιρεσίβλητης, ενώ η ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί νομίμως. Ο πέμπτος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 13 και 19 ΚΠολΔ, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις, αντιστοίχως, ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, που αφορά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος και καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας του αναιρεσείοντος, (ί).- για εσφαλμένη κατανομή από το Εφετείο (τριμελές) Αθηνών, με την 1525/2019 απόφασή του, του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως και (ii).- για εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ, εφ' όσον η 1525/2019 απόφαση, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει αντιφατικές αιτιολογίες' συνίσταται δε, η αντίφαση στον προσδιορισμό της παροχής εργασίας του αναιρεσείοντος.
Ο έβδομος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, περιέχει την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας Εφετείο (Τριμελές) Αθηνών παρά το νόμο απέρριψε τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, που ασκήθηκαν, με τις έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτους. Ο όγδοος λόγος, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμοί 16 και 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, περιέχει τις μερικότερες αιτιάσεις, αντιστοίχως ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την 1525/2019 απόφασή του, (ί).- δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 2022/2017 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών μετά και την απόρριψη, με την 3042/2018 απόφασή του, της αιτήσεως για διόρθωση αυτής της αποφάσεως (2022/2017) και (ϊϊ).- παρά το νόμο, δεν έλαβε υπ' όψη τα έγγραφα, που αναφέρονται και προσκομίσθηκαν, με επίκληση για την αγωγή, μετά την έκδοση της 2022/2017 αποφάσεως του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο της υποθέσεως.
Κατά τα εκτεθέντα στην (I) μείζονα σκέψη και οι οκτώ λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί (ορισμένοι). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της προκειμένης δίκης, τα οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, χάριν της εξετάσεως του βάσιμου αυτών των λόγων [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα:
(Α).- Στην από 24.4.2006 ένδικη αγωγή, ο ενάγων Ι.ςΤ. ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, απασχολήθηκε, συνεχώς, στην εναγομένη ανώνυμη εταιρία ... Α.Ε.Β.Ε.', αντί μηνιαίου μισθού, "πλέον bonus, βάσει επίτευξης στόχων και προμηθειών επί των εισπράξεων της χονδρικής πωλήσεως", ως υπάλληλος - "Διευθυντής Πωλήσεων Χονδρικής" / Εμπορικός Διευθυντής, από την 20.8.2001, οπότε προσελήφθη και μέχρι την 2.2.2006, οπότε απεχώρησε από την εργασία του, αφού θεώρησε, ως "άτακτη" καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, το ότι η εναγομένη, την 1.1.2006, μονομερώς μετέβαλε, σε βάρος του, τους όρους της συμβάσεως εργασίας και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας του.
Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι το αντικείμενο της εργασίας του, ως "Διευθυντής Πωλήσεων Χονδρικής"/Εμπορικός Διευθυντής, ήταν "το Μάνατζμεντ πωλητών, χειρισμός μεγάλων πελατών, ευθύνη εισπράξεων υπολοίπων", ενώ, "από την 1.1.2006, νέος Διευθυντής Πωλήσεων Χονδρικής ανέλαβε ο Χρ. Χ. και ο ίδιος (ενάγων) παρέμενε μόνο στη θέση του Συμβούλου, που είχε, χωρίς αρμοδιότητες, παράλληλα με την προσθήκη των Ειδικών Αποστολών".
Η 392/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αγωγής, έκρινε, ως εξής: (ί).- Απέρριψε την αγωγή, ως "μη νόμιμη", κατά τα κεφάλαια "για αμοιβή υπερωριακής απασχολήσεως (νόμιμης ή παράνομης), από 20.8.2001 μέχρι 20.8.2005 και εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, για αποζημίωση αδείας ετών 2003, 2004 και 2005, λόγω μη χορηγήσεως αδείας αναψυχής, για αποζημίωση εκτός έδρας, στα έτη 2001, 2002, 2003, 2004, 2005 καθώς και για αποζημίωση (αποδοχές) αδείας και επίδομα αδείας 2006", μετά την παραδοχή ότι ο ενάγων απασχολήθηκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο από 20.8.2001 μέχρι 2.2.2006, ως "διευθύνων υπάλληλος", (ii).- Απέρριψε την αγωγή, κατά το κεφάλαιο του 'bonus', ως αβάσιμη στην ουσία, (iii).- Δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη στην ουσία, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν "αναλογία δώρου Πάσχα 2006, για ποσό 827,56 ευρώ" και "αμοιβή εργασίας δύο ημερών, τον μήνα Φεβρουάριο 2006, για ποσό 390 ευρώ" καθώς και "αποζημίωση καταγγελίας για ποσό 17.038 ευρώ", μετά την παραδοχή ότι ο ενάγων, την 2.2.2006, αποχώρησε από την εργασία του, αφού θεώρησε, ως "άτακτη" καταγγελία της συμβάσεως εργασίας το ότι η εναγομένη προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εξηρτημένης εργασίας του. (ν).- Συμψήφισε την ανταπαίτηση, ποσού 8.500 ευρώ, της εναγομένης έναντι του ενάγοντος, στην ως άνω απαίτηση, συνολικού ποσού (827,56 + 390 + 17.038 =) 18.255,56 ευρώ, του ενάγοντος έναντι της εναγομένης.
Έτσι, δέχθηκε μερικώς την αγωγή για το ποσό των (18.255,56 μείον 8.500 =) 9.755,56 ευρώ.
(Β).- Επί των αντιθέτων εφέσεων, ήτοι (i).- από 18.6.2007 του εκκαλούντος (ενάγοντος) Ι. Τ... και (ii).- από 18.10.2007 της εκκαλούσης (εναγομένης) ανώνυμης εταιρίας ... Α.Ε.Β.Ε.', εκδόθηκε, την 31.3.2008, αντιμωλία των διαδίκων,•" 1833/2008 εκκαλούμενη απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών. Δι' αυτής, απορρίφθηκε η από 18.10.2007 έφεση στην ουσία, ενώ έγινε δεκτή στην ουσία η από 18.6.2007 έφεση, μετά τις παραδοχές ότι η εναγομένη "έχει τρεις Διευθύνσεις, δηλ.
την Διεύθυνση Χονδρικής Πώλησης των παραγομένων ειδών, την Διεύθυνση Λιανικής Πώλησης και την Διεύθυνση Έργων, οι οποίες υπάγονται στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης Ν. Τ.", "ο ενάγων απασχολήθηκε, ως διευθυντής του τμήματος πωλήσεως (χονδρικής) των προϊόντων της εναγομένης και δεν είχε την ιδιότητα του Διευθύνοντος Υπαλλήλου", "η εναγομένη προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εξηρτημένης εργασίας του ενάγοντος" και "ο ενάγων αποχώρησε από την εργασία του, την 2.2.2006, επιλέγοντας να θεωρήσει την μεταβολή, ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως, από μέρους της εναγομένης".
Έτσι, η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία για το ποσό των 129.741 ευρώ. Η 1833/2008 απόφαση διορθώθηκε, κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, με την 3403/2008 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, που εκδόθηκε, την 12.6.2008, ως προς το "ελλιπές" διατακτικό διότι "κατά την καθαρογραφή της 3403/2008 αποφάσεως, παρελήφθη, μετά την αναγραφή του αριθμού 129.741, η λέξη ευρώ".
(Γ).- Επί της από 4.6.2010 αιτήσεως αναιρέσεως της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ... Α.Ε.Β.Ε.', εκδόθηκε, την 25.9.2012, η 1467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου. Δι' αυτής, η 1833/2008 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών -και όπως διορθώθηκε, με την 3403/2008 απόφασή του- αναιρέθηκε "για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα, αν ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου" καθώς και "για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα, αν ο υποβιβασμός της θέσεως του ενάγοντος συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως" και "παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές".
(Δ).- Η υπόθεση συζητήθηκε στο Εφετείο (τριμελές) Αθηνών, ως το δικαστήριο της παραπομπής, την 31.1.2017' εκδόθηκε δε, την 28.4.2017, η 2022/2017 απόφασή του, η οποία διέταξε "την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο της υποθέσεως, προκειμένου, κατά τη νέα δικάσιμο, που θα ορισθεί, με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων μερών, να συμπληρωθεί το αναφερόμενο στο σκεπτικό κενό και, ειδικότερα, να προσκομισθεί, με φροντίδα της εκκαλούσης - εναγομένης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του δικογράφου της από 18.10.2017 και με αριθμό καταθέσεως 8524/2007 εφέσεώς της".
Στο σκεπτικό της 2022/2017 αποφάσεως, αναφέρονται (και) τα εξής (σελίδες 13 - 14): "Η εκκαλούσα - εναγομένη, που επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο ούτε αυτά, που προσκομίσθηκαν και λήφθηκαν υπ' όψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την (1833/2008) προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση (ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα), χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατό να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση και να αχθεί το δικαστήριο σε ασφαλή κρίση επί της ουσίας για το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς? πλην όμως, το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να προσκομισθούν και τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, παρ' όλο που θεωρούνται αναγκαία και κρίσιμα για τον σχηματισμό πλήρους και ασφαλούς δικαστικής κρίσεως, καθ' όσον η εκκαλούσα - εναγομένη δεν τα επικαλείται καθόλου, όπως έπρεπε, στις από 25.1.2017, νόμιμα κατατεθείσες, μετά την αναίρεση, έγγραφες προτάσεις, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της παραπομπής (και δεδομένου ότι οι πριν την αναίρεση κατατεθείσες έγγραφες, από 11.2.2008 προτάσεις της εναγομένης - εκκαλούσης, όπου γίνεται επίκληση των ως άνω αποδεικτικών μέσων, μετά την αναίρεση, συνακυρώθηκαν και δεν λαμβάνονται υπ' όψη από το παρόν Δικαστήριο, που δικάζει εκ νέου την υπόθεση) και ως εκ τούτου, αφού δεν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους στις από 25.1.2017 προτάσεις της εναγομένης - εκκαλούσης, όπως απαιτείται, δεν μπορεί να διαταχθεί η επανάληψη της συζητήσεως για να προσκομισθούν και τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθ' όσον προϋπόθεση της επανάληψης της συζητήσεως για την προσκομιδή αποδεικτικών στοιχείων είναι να τα επικαλείται ο διάδικος, αλλά να μην τα προσκομίζει".
Στη συνέχεια, επί αιτήσεως της εναγομένης - εκκαλούσης ... Α.Ε.Β.Ε.' για διόρθωση, κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, της 2022/2017 αποφάσεως, εκδόθηκε, την 19.6.2018, η 3042/2018 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, που απέρριψε την αίτηση. Στο σκεπτικό της 3042/2018 αποφάσεως, αναφέρονται: "Από το περιεχόμενο της διορθωτέας αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο διατύπωσε, επακριβώς και χωρίς καμία αντίφαση, τη δικαιοδοτική του βούληση και το σκεπτικό του τελεί σε πλήρη συνάρτηση με το διατακτικό της απόφασης, κατά το οποίο διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου, κατά τη νέα δικάσιμο, να προσκομισθεί, μόνο, το δικόγραφο της από 18.10.2007 εφέσεως και όχι τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, περί των οποίων έκανε ειδική μνεία στο σκεπτικό του ότι δεν μπορεί να διαταχθεί η επανάληψη.
Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο ισχυρισμός της αιτούσας (... Α.Ε.Β.Ε.') περί πρόδηλης παραδρομής του Δικαστηρίου, κατά τη διατύπωση του διατακτικού της φερόμενης, ως διορθωτέας, απόφασης. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν το Δικαστήριο έσφαλε, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα, με το να μη διατάξει να προσκομισθούν και τα αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης, το σφάλμα αυτό δεν θεραπεύεται, με τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης, κατά το άρθρο 315 ΚΠλΔ διότι ανάγεται στην ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου και όχι σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού, που ήθελε το Δικαστήριο και εκείνου, που διατύπωσε στην απόφασή του.
Ανεξαρτήτως, όμως, των ανωτέρω, η αιτούσα έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει τα αποδεικτικά της έγγραφα, κατά τη νέα συζήτηση, εφ' όσον, βέβαια, τα επικαλεσθεί νόμιμα". Μετά την έκδοση των 2022/2017 και 3042/2018 αποφάσεων του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1525/2019 απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Αθηνών.
Ε) Στην 1525/2019 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών αναφέρονται τα παρακάτω (σελίδες 7 και 8): "Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, τους οποίους ο εκκαλών - εφεσίβλητος - ενάγων (Ι.ς Τ...) ασκεί, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις, που κατέθεσε, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, την 31.1.2017 και επαναλαμβάνει, με τις προτάσεις, που κατέθεσε, κατά τη σημερινή δικάσιμο (13.11.2018), ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς δηλ.
να τηρηθεί η έγγραφη προδικασία για την άσκησή τους, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτοι". "Η εκκαλούσα - εφεσίβλητη - εναγομένη (... Α.Ε.Β.Ε.') στις προτάσεις, τις οποίες προσκόμισε, κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, την 31.1.2017, οπότε και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, δεν επικαλείτο την προσκομιδή, συγκεκριμένων εγγράφων, περιοριζόμενη στο να αναφέρει 'προσάγω και επικαλούμαι τα ακόλουθα: "Α.
Φάκελος Πρωτόδικης δίκης, με την υπ' αριθμ. 392/2007 πρωτόδικη απόφαση, κατ' αντιμωλία εκδοθείσης, εκατέρωθεν υποβληθείσες προτάσεις και ταυτάριθμα πρακτικά δίκης, Β. Φάκελος Εφετειακής δίκης, με την υπ' αριθμ. 1833/2008 και τη διορθωτική 3403/2008, εκατέρωθεν υποβληθείσες προτάσεις και ταυτάριθμα πρακτικά δίκης, Γ.
Φάκελος Αναιρετικής δίκης, με την 1467/2012 απόφαση (Β2) Πολιτικό Τμήμα Αρείου Πάγου και η προγενεστέρα από 30.9.2011 έκθεση του κ. Εισηγητή και η από 4.6.2010 αίτηση αναιρέσεώς μας". Πλην όμως, με τις προτάσεις, που κατέθεσε στην παρούσα συζήτηση, επικαλείται συγκεκριμένα έγγραφα, τα οποία και προσκομίζει. Επομένως, ...
κατά τη σημερινή συζήτηση (13.11.2018), οι προηγούμενες και οι παρούσες προτάσεις εκτιμώνται ενιαία και θα ληφθούν υπ' όψη τα έγγραφα, των οποίων έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή και κατά τις δύο συζητήσεις". Επίσης, στην ίδια 1525/2019 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται.
Συγκεκριμένα, αναγράφεται (σελ. 10): "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως, της 18945/22.11.2006 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ελήφθη, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ.
την 1441 Ε/20.11.2006 έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ά. Κ.), της 1361/30.1.2017 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που ελήφθη, ύστερα από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την 5704 Α/25.1.2017 έκθεση επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.
Π.) (η εκκαλούσα/εφεσίβλητη (... Α.Ε.Β.Ε.') δεν προσκομίζει ούτε επικαλείται τις ένορκες βεβαιώσεις, που προσκόμισε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και των εγγράφων, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά". Ακολούθως, το Εφετείο (τριμελές) Αθηνών δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη (σελίδες 10 - 14): "Ο ενάγων, την 20.8.2001, προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία έχει, ως αντικείμενο, την εισαγωγή και εμπορία καθώς και τη χονδρική και λιανική πώληση ειδών ύδρευσης, θέρμανσης, φυσικού αερίου και κλιματισμού, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ιδιότητα του διευθυντή πωλήσεων.
Σύμφωνα με την αναγγελία γνωστοποίησης των όρων ατομικής συμβάσεως εργασίας, το αντικείμενο εργασίας του προσδιορίσθηκε, ως εξής: 'ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ ΠΩΛΗΤΩΝ, ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΕΛΑΤΩΝ, ΕΥΟΥΝΗ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ, ΕΠΙΤΕΥΞΗ ΣΤΟΧΩΝ ΠΩΛΗΣΕΩΣ'. Οι μηνιαίες αποδοχές του συμφωνήθηκαν στο ποσό των 770.000 δραχμών, οι οποίες θα προσαυξάνονταν, κατά ποσοστό (25%) επί του μισθού, βάσει επίτευξης στόχων (bonus) και κατά ποσοστό (0,053%) επί των εισπράξεων της χονδρικής.
Στη συνέχεια, ο μισθός του ενάγοντος ενσωμάτωσε τις προσαυξήσεις, βάσει στόχων και αυξήθηκε και, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, ενδεικτικά, τον Ιούνιο του έτους 2003, ανερχόταν στο ποσό των 4.500 ευρώ και, ακολούθως, τον Ιανουάριο του έτους 2006, στο ποσό των 4.868 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε τη διεύθυνση της χονδρικής πωλήσεως της εναγομένης, καθόριζε τους εμπορικούς στόχους της εναγομένης και είχε την ευθύνη για την επίτευξή τους, είχε τον έλεγχο των πελατών, επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό, που ανήκε στο τμήμα του (τουλάχιστον δέκα πωλητές), για την επίδοση των οποίων έκανε προτάσεις προς την Διεύθυνση της εναγομένης καθώς, επίσης, εισηγείτο την πρόσληψη και απόλυση εργαζομένων και συμμετείχε σε συμβούλια της εναγομένης.
Ο μάρτυράς του δε, χαρακτηριστικά, καταθέτει, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι ο ενάγων είχε αυξημένες αρμοδιότητες και δεν ήταν απλός υπάλληλος. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας. Σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, προκύπτει ότι ο ενάγων ασκούσε πολλαπλές αρμοδιότητες, οι οποίες συνδέονταν, άμεσα, με την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία της εναγομένης, είχε αποφασιστικής σημασίας ευθύνες για τη διεύθυνση αυτής, μπορούσε να επηρεάσει άμεσα τις κατευθύνσεις της επιχείρησης προς επίτευξη των εμπορικών και οικονομικών στόχων της, η άποψή του ήταν αποφασιστική για τη λειτουργία της και, εν όψει των καθοριστικών αυτών αρμοδιοτήτων του, ο ενάγων διακρινόταν σαφώς από τους λοιπούς υπαλλήλους και απολάμβανε της εμπιστοσύνης του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της εναγομένης.
Το ύψος δε, του μισθού του, ήταν σημαντικά ανώτερο από τους ελάχιστους νόμιμους μισθούς, που προβλέπονταν από τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους πωλητές εμπορικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι δεν συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για τον χαρακτηρισμό του ενάγοντος, ως υπαλλήλου, ο οποίος δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν την εξέχουσα θέση, που κατείχε, ως διευθυντικό στέλεχος, στην εναγομένη και προσδίδουν σε αυτόν την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, με συνέπεια να εξαιρείται από την εφαρμογή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920, των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και, ως εκ τούτου, να μη δικαιούται επί πλέον αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση (νόμιμη ή παράνομη), αποζημίωση για εργασία Σάββατο ή Κυριακή, αποζημίωση για μη χορήγηση άδειας αναψυχής, επίδομα και αποδοχές αδείας και αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, στο τέλος του έτους 2005, προέβη σε αναδιάρθρωση των υπηρεσιών της, προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματικότερη λειτουργία της και την καλύτερη επίτευξη των στόχων της. Στα πλαίσια της αναδιάρθρωσης αυτής, αποφάσισε να μετακινήσει τον ενάγοντα από τη θέση του Διευθυντή Πωλήσεων Χονδρικής, στη θέση του Συμβούλου Έρευνας και Ανάπτυξης - Ειδικές Αποστολές.
Ο ενάγων, ενώ, αρχικά, δεν εξέφρασε αντιρρήσεις για αυτή την τοποθέτησή του, την 2.2.2006, αποστέλλοντας στην εναγομένη την με ίδια ημερομηνία ένδικη δήλωσή του, δήλωσε προς αυτήν ότι θεωρεί την μετακίνησή του από τη θέση του Διευθυντή Πωλήσεων Χονδρικής στη θέση του Συμβούλου Έρευνας και Ανάπτυξης - Ειδικές Αποστολές, μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και, ακολούθως, τη μεταβολή αυτή, ως καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, εκ μέρους της εναγομένης.
Περαιτέρω, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι με την ως άνω μετακίνηση του ενάγοντος, περιορίσθηκαν οι αρμοδιότητές του ή ότι τα καθήκοντα, που του ανατέθηκαν ήταν υποδεέστερα εκείνων, που ασκούσε. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της θέσεως, στην οποία τοποθετήθηκε καθώς και οι νέες αρμοδιότητες του ενάγοντος ώστε να είναι εφικτή από το Δικαστήριο η απαιτούμενη σύγκριση, προκειμένου να κριθεί, εν τέλει, εάν η αλλαγή της θέσης του ενάγοντος συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας του.
Ως προς τις αποδοχές του δε, αποδείχθηκε ότι αυτές δεν μειώθηκαν, όπως και ο μάρτυράς του κατέθεσε, ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Άλλωστε και από το προσκομιζόμενο οργανόγραμμα της εναγομένης προκύπτει ότι η θέση, στην οποία ο ενάγων τοποθετήθηκε, βρισκόταν σχεδόν στην κορυφή της πυραμίδας.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα αλλαγή της θέσης του έλαβε χώρα, κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δηλ. κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος ...
Αντίθετα, η αλλαγή θέσης του ενάγοντος έγινε στα πλαίσια αναδιάρθρωσης της εταιρίας και εντός των ορίων της εξουσίας, που αυτή διαθέτει να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή της, με βάση τα κρινόμενα από αυτήν κριτήρια ...". Μετά ταύτα, η από 18.6.2007 έφεση του εκκαλούντος (ενάγοντος) Ι. Τ... απορρίφθηκε στην ουσία? ενώ, η από 18.10.2007 έφεση της εκκαλούσης (εναγομένης) ανώνυμης εταιρίας ...
Α.Ε.Β.Ε.' έγινε δεκτή στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 392/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο, που αφορά την "αποζημίωση καταγγελίας", ποσού 17.038 ευρώ και απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το κεφάλαιο αυτό, ως αβάσιμη στην ουσία.
Με τις ως άνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας (Εφετείο -τριμελές- Αθηνών), όσον αφορά το θετικό του συμπέρασμα για την απόκτηση από τον αναιρεσείοντα της ιδιότητος του "διευθύνοντος υπαλλήλου", δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον, που ο αναιρεσείων επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ.
της Ουάσιγκτον ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν τον αναιρετικό έλεγχο εφικτό? δηλ. στο αιτιολογικό της 1525/2019 αποφάσεως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, χωρίς αντιφάσεις, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ.
της Ουάσιγκτον. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσείων ασκούσε την Διεύθυνση της χονδρικής πωλήσεως και καθόριζε τους εμπορικούς στόχους της αναιρεσίβλητης, είχε την ευθύνη για την επίτευξη των εμπορικών στόχων της και τον έλεγχο των πελατών της, επόπτευε και συντόνιζε το προσωπικό, που ανήκε στο τμήμα του (τουλάχιστον δέκα πωλητές) και για την επίδοση των πωλητών του τμήματος του έκανε προτάσεις στη Διεύθυνση της αναιρεσίβλητης, εισηγείτο την πρόσληψη και απόλυση εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, επίσης, συμμετείχε σε συμβούλια της αναιρεσίβλητης, ενώ δεν είχε συγκεκριμένο ωράριο εργασίας.
Τα γεγονότα αυτά, που έγιναν δεκτά, ανελέγκτως, (α).- υποδηλώνουν συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος εξαιρετικών προσόντων και ιδιάζουσας εμπιστοσύνης από μέρους της αναιρεσίβλητης, (β).- μαρτυρούν άσκηση από τον αναιρεσείοντα διευθυντικών καθηκόντων σε σημαντικό τομέα της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, που επηρέαζαν, αποφασιστικώς, τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχειρήσεως στον συγκεκριμένο τομέα και (γ).- καθιστούν εμφανή την διακεκριμένη θέση του αναιρεσείοντος στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης.
Τα προηγούμενα γεγονότα δηλ., κατά τα εκτεθέντα και στην (II) μείζονα σκέψη, είναι χαρακτηριστικά επαρκή, τα οποία, σύμφωνα με την καλή πίστη, προσέδιδαν στον αναιρεσείοντα την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου", κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. (α) της Δ.Σ. της Ουάσιγκτον ώστε να εξαιρείται της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για αμοιβή υπερωριακής απασχολήσεως (νόμιμης ή παράνομης) και εργασίας τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, για αποζημίωση αδείας, εξ αιτίας μη χορηγήσεως αδείας αναψυχής, για αποζημίωση εκτός έδρας καθώς και για αποδοχές και επίδομα αδείας.
Έτσι, η από 24.4.2006 ένδικη αγωγή, ως προς τα πιο πάνω κεφάλαιά της, δεν θεμελιώνεται σε εκείνες τις διατάξεις, που δεν εφαρμόζονται σε "διευθύνοντα υπάλληλο". Μετά ταύτα και κατά τα εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ καθώς και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Εξ άλλου, από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην 1525/2019 απόφαση, όπως διατυπώνεται, κατά τα παραπάνω και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο και δεν αφήνεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι και την 1361 / 30.1.2017 ένορκη βεβαίωση, ως ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, την οποία ο αναιρεσείων, παραδεκτώς και νομίμως, προσκόμισε και επικαλέσθηκε.
Επομένως, σύμφωνα και με όσα έγιναν δεκτά στην (I) μείζονα σκέψη, ο έκτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ακόμη, κατά τα παραπάνω, η 1467/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρεί την 1833/2008 απόφαση του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών -και όπως διορθώθηκε, με την 3403/2008 απόφασή του- ειδικότερα, ως προς το θετικό συμπέρασμα της αποκτήσεως από τον αναιρεσείοντα της ιδιότητας του "διευθύνοντος υπαλλήλου", για έλλειψη νόμιμης βάσεως? και δη, αναιρεί την 1833/2008 απόφαση, διόη όσα πραγματικά περιστατικά έγιναν δεκτά από αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, συνεπεία ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στο άρθρο 2 εδ. (α) της Δ.Σ.
της Ουάσιγκτον, που εφαρμόσθηκε, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό του περιεχόμενο. Έτσι και κατά τα εκτεθέντα στην (I) μείζονα σκέψη, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, όπως αναφέρθηκε, με την 1525/2019 απόφαση, η αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία, καθ' όσον θεμελιώνεται σε βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ως προς τον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας του αναιρεσείοντος.
Υπό τις ως άνω παραδοχές, το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 εδ. (α) ν. 2112/1920 και 281 ΑΚ, που ο αναιρεσείων επικαλείται? τούτο διότι διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του αιτιολογίες, χωρίς αντιφάσεις, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ουσιώδες ζήτημα της ελλείψεως καταχρηστικής συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και βλαπτικής, από μέρους της, μεταβολής των εργασιακών όρων του αναιρεσείοντος, κατά την άσκηση του διευθυντικού της δικαιώματος.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο αναιρεσείων ασκούσε τη διεύθυνση της χονδρικής πωλήσεως της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης και η τελευταία (αναιρεσίβλητη) τον μετακίνησε, από τη θέση του Διευθυντή Πωλήσεων Χονδρικής, στη θέση του Συμβούλου Έρευνας και Ανάπτυξης - Ειδικές Αποστολές, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι με τη μετακίνηση, περιορίσθηκαν οι αρμοδιότητές του ή ότι τα καθήκοντα, που του ανατέθηκαν, ήταν υποδεέστερα εκείνων, που ασκούσε.
Τέτοια παραδοχή στηρίζει, αυτοτελώς, το διατακτικό της 1525/2019 αποφάσεως. Όσα, στη συνέχεια, αναφέρονται ότι δηλ. "δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της θέσεως, στην οποία τοποθετήθηκε καθώς και οι νέες αρμοδιότητες του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) ώστε να είναι εφικτή από το Δικαστήριο η απαιτούμενη σύγκριση, προκειμένου να κριθεί, εν τέλει, εάν η αλλαγή της θέσεως του ενάγοντος συνιστά δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας του", δεν είναι 'παραδοχές', επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, αλλά είναι επιχείρημα του εφετείου, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Έτσι, δεν αποτελούν 'αιτιολογία' της 1525/2019 αποφάσεως, όπως ο αναιρεσείων επικαλείται ώστε στο πλαίσιο του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα. Επομένως και κατά εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου, το προηγούμενο επιχείρημα, που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν στοιχειοθετεί τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ περί εσφαλμένης κατανομής του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως. Τούτο διότι ο αναιρεσείων έχει το αντικειμενικό βάρος αποδείξεως, εάν, με τη μετακίνησή του, περιορίσθηκαν οι αρμοδιότητές του ή δεν υπήρχαν αρμοδιότητες ή εάν τα καθήκοντα, που του ανατέθηκαν ήταν υποδεέστερα εκείνων, που ασκούσε ή δεν υπήρχαν καθήκοντα? η συνδρομή δε, του περιορισμού των αρμοδιοτήτων ή των υποδεεστέρων καθηκόντων ή η ανυπαρξία αρμοδιοτήτων ή καθηκόντων, είναι θετική προϋπόθεση γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας.
Κατά ταύτα, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην (I) μείζονα σκέψη, ο ίδιος πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (ϊ) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, κατά τα παραπάνω, οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ασκήθηκαν από τον αναιρεσείοντα, για πρώτη φορά, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, την 31.1.2017 και επαναλαμβάνει, με τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, την 13.11.2018.
Συνεπώς, το εφετείο, που απέρριψε, ως απαράδεκτους, τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, δεν κήρυξε απαράδεκτο, παρά νόμο. Έτσι και όπως εκτέθηκε στην (I) μείζονα σκέψη, ο έβδομος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου, από το περιεχόμενο της 1525/2019 αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο (τριμελές) Αθηνών δεν απασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, που παρήχθη από την 2022/2017 απόφαση, όπως ο αναιρεσείων επικαλείται.
Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ. Έτσι ο όγδοος λόγος αναιρέσεως, κατά την υπό στοιχείο (i) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Τέλος, στη συζήτηση, που επαναλαμβάνεται, όπως ειπώθηκε, κάθε διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα, που δεν είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί, στη συζήτηση, οπότε εκδόθηκε η απόφαση για επανάληψη της συζητήσεως.
Συνεπώς, η 1525/2019 απόφαση, εφ' όσον έλαβε υπ' όψη, όσα έγγραφα προσκομίσθηκαν, με επίκληση, προς απόκρουση της αγωγής, μετά την έκδοση της 2022/2017 αποφάσεως του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως της υποθέσεως, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ. Κατά ταύτα, ο ίδιος όγδοος λόγος αναιρέσεως, ως προς την υπό στοιχείο (ii) μερικότερη αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 21.5.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1525/2019 αποφάσεως του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, στο σύνολο της.
Ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναιρέσεως κατά της 1525/2019 αποφάσεως του Εφετείου (τριμελούς) Αθηνών, στο σύνολό της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24 Νοεμβρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ