Legislator Case Law & Legislation
1186/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for abuse of rights in contract dispute.

Case Number 1186/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the first-instance judgment, ruling that the plaintiffs abused their rights by filing a claim they had no legal basis for. The court found the plaintiffs lacked a valid claim to request the return of 30,000 euros paid as a deposit under a private agreement. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 166, 281 of the Civil Code; The court established that a preliminary agreement is an onerous contract where the time of the final contract's formation is essential for the concept of the obligation, and a claim filed without a valid legal basis constitutes an abuse of rights under Article 281.

Keywords

AI generated
abuse of rights preliminary agreement contract formation statute of limitations remand for retrial Civil Code provisions abusive litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 166 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 402 of the Civil Code
Article 1033 of the Civil Code
Article 159 of the Civil Code
Article 369 of the Civil Code
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1186 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Κ. και 2) Α. Τ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Οικονομοπούλου. Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρίας πρώην με την επωνυμία "... ΟΕ" και ήδη με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Κουντουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-11-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4372/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3948/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, το προσύμφωνο είναι σύμβαση, δια της οποίας τα μέρη υποχρεούνται να συνάψουν ορισμένη σύμβαση. Προκύπτει, έτσι, σαφώς ότι το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση. Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής.

Η εκπλήρωση, λοιπόν, της ενοχής καθ" ορισμένο χρονικό σημείο αποτελεί ουσιώδες στοιχείο |ης έννοιας της ενοχής. Ο τοιούτος χρόνος δυνατόν να καθορίζεται από το νόμο η από τη δικαιοπραξία, ειδικά, καθόσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου συνάψεως της οριστικής συμβάσεως συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή η οποία είναι 20ετής.

Αναφορικά με τη σημασία, η οποία πρέπει να προσδοθεί στην άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ' αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο αυτής (προθεσμίας) και μέχρι συμπληρώσεως της 20ετούς παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως. Οι συμβαλλόμενοι, όμως, μπορούν να ορίσουν, ρητά ή σιωπηρά, ότι η άπρακτη πάροδος της ορισθείσας προθεσμίας, ανεξαρτήτως του λόγου που την προκάλεσε, επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου και ματαίωση καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση η προθεσμία λειτουργεί ως διαλυτική. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 402 ΑΚ, προκύπτει, ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μπορεί να δοθεί αρραβώνας. Η εν λόγω διάταξη ρυθμίζει τον αρραβώνα, ο οποίος δίδεται κατά την κατάρτιση της κυρίας συμβάσεως και όχι τον διδόμενο προ της καταρτίσεως της κυρίας συμβάσεως.

Υπό το πρίσμα της διακρίσεως αυτής έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, το οποίο, υπό την παραπάνω διάκριση, θεωρείται τελεία σύμβαση. Στην περίπτωση αυτή, αυτός που δίδει τον αρραβώνα εν αρνήσει του άλλου προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως δικαιούται είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνος (ΑΚ 403), αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σ' αυτόν, αν είναι λήπτης.

Η αρραβωνική σύμβαση, ως παρεπομένη της κυρίας συμβάσεως, υποβάλλεται στον ίδιο συστατικό τύπο, ο οποίος προβλέπεται για την κύρια σύμβαση. Επομένως, προκειμένου περί προσυμφώνου με αντικείμενο την ανάληψη υποχρεώσεως προς μεταβίβαση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου, η περί αρραβώνος σύμβαση πρέπει να περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 164 και 166 AK, διαφορετικά αυτή είναι άκυρη(ΑΠ1500/2008) και το δοθέν αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρ.904 επ.

ΑΚ), καθόσον ο λήπτης κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία.

Επίσης ο διδόμενος αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση υπαίτιος ματαιώσεως της συμβάσεως, διαφέρει από την προκαταβολή, την οποία σκοπούσαν τα μέρη, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως. Την προκαταβολή κάμνει ο ένας εκ των συμβαλλομένων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας αλλ' έναντι της παροχής και σε εγγ ύ ηση αυτής.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ3/2018).

Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1470/2017).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 402, 166, 1033, 369, 159 ΑΚ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αρραβώνας που συμφωνήθηκε και δόθηκε σε προσύμφωνο μεταβίβασης ακινήτου που δεν περιβλήθηκε το συμβολαιογραφικό τύπο είναι έγκυρο, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων.

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου ως προς το άνω ζήτημα προκύπτουν τα εξής: "Οι ενάγοντες...(και ήδη αναιρεσείοντες) συνήψαν με την εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία..... το από 15-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου η τελευταία να τους πωλήσει και μεταβιβάσει ένα ακίνητο, κείμενο στην .....

νομού ...., που είχε στην αποκλειστική κυριότητά της Ακολουθεί η περιγραφή του ακινήτου και το Εφετείο δέχεται περαιτέρω τα ακόλουθα: "Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι το τίμημα αγοραπωλησίας της προαναφερομένης κάθετης ιδιοκτησίας θα ανέλθει στο ποσό των 210.000 ΕΥΡΩ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., από το οποίο το ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ θα καταβληθεί σε μετρητά με την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού "ως προκαταβολή - αρραβώνας για τη συμφωνούμενη με το παρόν μεταβίβαση υπέχον θέση αποδείξεως".

Επίσης, με ιδιαίτερο όρο του ιδίου ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκαν, αναφορικά με το προαναφερόμενο ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ, τα εξής: "Σε περίπτωση που η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ματαιωθεί από αδικαιολόγητη αποδεδειγμένη υπαιτιότητα του αγοραστή, η προκαταβολή που εδόθη σήμερα διά του παρόντος συμφωνητικού καταπίπτει ως ποινική ρήτρα υπέρ των πωλητών, την οποία τα μέρη συμφωνούν/κρίνουν ως δίκαια και εύλογη και ανταποκρινόμενη στη ζημία που θα υποστούν οι πωλητές εκ της ματαιώσεως της πωλήσεως και ενόψει του μεγέθους και των συνθηκών της καταρτιζομένης διά του παρόντος συμβάσεως.

Σε περίπτωση που η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου ματαιωθεί από αδικαιολόγητη αποδεδειγμένη υπαιτιότητα των πωλητών, αυτοί οφείλουν να επιστρέψουν στον αγοραστή την προκαταβολή των 30.000 ΕΥΡΩ και να του καταβάλουν επιπλέον το ισόποσο (30.000 Ε) ως ποινική ρήτρα, την οποία τα μέρη θεωρούν δίκαιη, εύλογη και ανταποκρινόμενη στην πραγματική ζημία του αγοραστή".

Περαιτέρω, με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό συμφωνήθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογράφει το αργότερο μέχρι τις 10-9-2011, υπό την προϋπόθεση ότι οι εργασίες στην ανωτέρω κατοικία και στον περιβάλλοντα χώρο της θα έχουν πλήρως ολοκληρωθεί, καθώς και ότι η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα πωλήτρια θα πρέπει να προβεί σε εργασίες για την αποπεράτωση της εν λόγω κατοικίας, χωρίς περαιτέρω επιβάρυνση των εναγόντων ......ήτοι σε ξυλουργικές εργασίες, σε τοποθέτηση ειδών υγιεινής, θερμαντικών σωμάτων, προστατευτικών κιγκλιδωμάτων κλπ, σε διαμόρφωση κήπου κλπ.

Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες......στις 15-7-2011, ημερομηνία καταρτίσεως του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέβαλαν στην εναγομένη...... το ανωτέρω ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ, ήτοι 15.000 ΕΥΡΩ ο καθένας εξ αυτών, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, αποτελούσε "προκαταβολή - αρραβώνα" ενόψει της καταρτίσεως του οριστικού συμβολαίου της προαναφερομένης αγοραπωλησίας.

Όμως, στο τέλος του Σεπτεμβρίου του έτους 2011, και αφού προηγουμένως τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν συμφωνήσει από κοινού να παραταθεί η προθεσμία για τη σύναψη του οριστικού συμβολαίου σε ημερομηνία μεταγενέστερη της 10ης - 9 - 2011, οι ενάγοντες.......αποφάσισαν να μην προβούν στη σύναψη οριστικού συμβολαίου και στην, βάσει αυτού, αγορά του ανωτέρω ακινήτου.

Οι ενάγοντες......πήραν αυτήν την απόφαση επειδή, κατόπιν σταθμίσεως της οικονομικής κατάστασής τους, η οποία από τη σύναψη του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού μέχρι το Σεπτέμβριο του έτους 2011 είχε μεταβληθεί επί τα χείρω, έκριναν ότι η εν λόγω αγορά θα ήταν γι' αυτούς ασύμφορη και ιδιαίτερα επαχθής. Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες ........την απόφασή τους περί υπαναχωρήσεώς τους από τη σύναψη του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου λόγω των υφισταμένων στην Ελλάδα γενικότερων δυσμενών οικονομικών συνθηκών, οι οποίες επηρεάζουν και αυτούς, την ανακοίνωσαν και στην εναγομένη......ζητώντας της να τους επιστρέφει το ανωτέρω ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ.

Επίσης, οι ενάγοντες .......απέστειλαν στην εναγομένη ......την από 27-10-2011 εξώδικη απάντηση - διαμαρτυρία - δήλωση - πρόσκληση, κοινοποιηθείσα στις 2-11-2011..., με την οποία της δήλωσαν ότι "η ματαίωση της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου δεν οφείλεται σε γεγονός για το οποίο αυτοί(ενάγοντεςκαι ήδη εφεσίβλητοι) είναι υπαίτιοι αλλά σε έκτακτη και απρόβλεπτη προς το χειρότερο μεταβολή των οικονομικών τους δεδομένων, προερχόμενη από τα εξαγγελθέντα στη χώρα μας στο δεύτερο 15θήμερο του Σεπτεμβρίου 2011, σε μία πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία, δυσβάστακτα οικονομικά μέτρα, με σημαντικότατη μείωση των μηνιαίων μισθών τους" και ότι αναμένουν από αυτήν (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) "στο πλαίσιο της καλής πίστης να τους επιστρέψει ολόκληρη την προκαταβολή τιμήματος - αρραβώνα, την οποία άνευ νομίμου αιτίας παρακρατεί, και όχι να μεθοδεύει απαράδεκτους τρόπους κάρπωσης του μισού αυτής".

Για το λόγο αυτό οι ενάγοντες......κάλεσαν την εναγομένη ........, εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την κοινοποίηση της εν λόγω εξώδικης δήλωσης, "να τους επιστρέψει το ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ, το οποίο της κατέβαλαν ως προκαταβολή τιμήματος - αρραβώνα, δεδομένης της ματαίωσης της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του ακινήτου της".

Με βάση το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ...........δεν έχουν υποχρέωση να επιστρέψουν το ανωτέρω ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ, ήτοι το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ έκαστος εξ αυτών, στην εναγομένη.........Αυτό επειδή με το προαναφερόμενο από 15-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αυτοί (ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι) συμφώνησαν με την τελευταία ότι το εν λόγω ποσό θα της καταβληθεί ως αρραβώνας ενόψει της κατάρτισης της κυρίας συμβάσεως, όπως η έννοιά του ορίζεται στη διάταξη του άρθρ. 402 ΑΚ.

Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ........συμφώνησαν με την εναγομένη........το εν λόγω ποσό καταβάλλεται ως "επιτίμιο μεταμέλειας" για την περίπτωση που θα υπαναχωρήσουν αυτογνωμώνως από την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου, και με σκοπό να καλυφθεί, έστω και κατά ένα μέρος της, η ζημία που θα υποστεί η εναγομένη.....από τη ματαίωση της καταρτίσεως του εν λόγω οριστικού συμβολαίου.

Αυτό, άλλωστε, προκύπτει από την επισκόπηση του ανωτέρω από 15-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, στο οποίο,.......... το επίδικο ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ χαρακτηρίσθηκε ως "προκαταβολή - αρραβώνας", ενώ και οι αναφερόμενοι σε αυτό όροι του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού έχουν διατύπωση παρόμοια με αυτή των διατάξεων των όρθρων 402 και 403 ΑΚ.

Το γεγονός ότι το ως άνω επίδικο ποσό χαρακτηρίζεται ως "αρραβώνας - προκαταβολή" και όχι ως "αρραβώνας" δεν επαρκεί για να διαμορφώσει το Δικαστήριο τη δικανική πεποίθηση ότι αυτό δόθηκε από τους ενάγοντες........ως "προκαταβολή" και όχι ως "αρραβώνας", καθόσον, από την ερμηνεία του ανωτέρω από 15-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, που γίνεται με βάση την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρ. 173, 200 ΑΚ), προκύπτει με σαφήνεια ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών ήταν η καταβολή του ως "αρραβώνας".

Επομένως, επειδή η βούληση των συμβαλλομένων μερών έχει δηλωθεί με σαφήνεια ότι το ανωτέρω διδόμενο ποσό αποτελεί "αρραβώνα", οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να το αναζητήσουν βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (αρθρ. 904 επ. ΑΚ), όπως θα έκαναν σε περίπτωση που το ίδιο ποσό είχε δοθεί ως "προκαταβολή".

Περαιτέρω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι το ως άνω από 15-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αποτελούσε προσύμφωνο, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του αρθρ. 166 ΑΚ, από το οποίο γεννήθηκε η υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών για σύναψη της κυρίας συμβάσεως, ήτοι της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου.

Επομένως, ήταν νόμιμη στο εν λόγω συμφωνητικό η κατάρτιση όρου, βάσει του οποίου το ανωτέρω επίδικο ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τους ενάγοντες ως "αρραβώνας", καθόσον,......είναι δυνατόν ο αρραβώνας να δοθεί και για εξασφάλιση προσυμφώνου, επειδή και το προσύμφωνο είναι τέλεια σύμβαση που γεννάει τέλεια ενοχή, με σκοπό την ενίσχυση της κύριας συμβάσεως και με τη μορφή συμπεφωνημένης εκ των προτέρων κυρώσεως.

Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη διάταξη του άρθρ. 166 ΑΚ, το ανωτέρω από 15-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν είχε περιβληθεί τον τύπο που ο νόμος ορίζει για την κυρία σύμβαση που επρόκειτο να συναφθεί, και, συγκεκριμένα, δεν είχε τηρηθεί ο συμβολαιογραφικός τύπος που απαιτείται για τη σύναψη συμβάσεως αγοραπωλησίας ακινήτου (άρθρ. 1033 εδ.

β ΑΚ), δεν συνιστά, κατά την κρίση του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, γεγονός που καθιστά άκυρο τόσο το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και τον υφιστάμενο σε αυτό όρο περί δόσεως αρραβώνα. Αυτό επειδή από την επισκόπηση του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού προκύπτει με πλήρη σαφήνεια ότι η βούληση των συμβαλλομένων μερών περί δόσεως του ανωτέρω ποσού ως "αρραβώνα" είναι σε τέτοιο βαθμό ισχυρή, ώστε, για την ενίσχυσή της, να μην απαιτείται να περιβληθεί και τον συμβολαιογραφικό τύπο, που είναι απαραίτητος για την κατάρτιση της κυρίας σύμβασης.

Άλλωστε, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η εγκυρότητα της σύμβασης, που αποτελεί προϋπόθεση και για την εγκυρότητα της συμφωνίας περί "αρραβώνα", αφορά ως επί το πλείστον την εγκυρότητα της κυρίας σύμβασης και όχι (και) των προκαταρκτικών συμβάσεων ή συμφωνιών. Στην προκειμένη, δε, περίπτωση κατά τη σύναψη του ως άνω από 15-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού η κυρία σύμβαση όχι μόνο δεν είχε ακόμη καταρτισθεί (όπως προεκτέθηκε η σύναψη του οριστικού συμβολαίου της προαναφερομένης αγοραπωλησίας είχε ορισθεί για τις 10-9-2011), προκειμένου να γίνει λόγος περί εγκυρότητάς της ή μη, από την οποία θα προσδιοριζόταν και η εγκυρότητα ή μη της αρραβωνικής συμφωνίας, αλλά, μετά τη σύναψη του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, η κατάρτιση της κυρίας σύμβασης παρατάθηκε για αβέβαιη μελλοντική ημερομηνία.

Επομένως, ηεκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ότι "το γεγονός και μόνο ότι δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος, ο οποίος απαιτείται για την πώληση του ακινήτου (ΑΚ 1033 εδ. β'), συνεπάγεται ακυρότητα της κυρίας συμφωνίας αλλά και της παρεπόμενης συμβάσεως του αρραβώνα, αφού δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος για την κύρια σύμβαση τύπος" και, συνακόλουθα, δέχθηκε ότι, ένεκα της ακυρότητας της παρεπομένης συμβάσεως του αρραβώνα, η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη έχει υποχρέωση να αποδώσει το προαναφερόμενο επίδικο ποσό, που έλαβε ως προκαταβολή - αρραβώνα, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού...), καθόσον κατέστη πλουσιότερη από αιτία μη επακολουθήσασα..., προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των υφισταμένων αποδείξεων.

Περαιτέρω, από το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως..., αποδείχθηκε ότι η μη εκτέλεση της κυρίας σύμβασης, ήτοι η μη κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της ανωτέρω αγοραπωλησίας - η οποία, όπως προεκτέθηκε, είχε αρχικώς ορισθεί για τις 10-9-2011 αλλά στη συνέχεια μετατέθηκε σε αβέβαιη μελλοντική ημερομηνία - οφειλόταν σε υπαιτιότητα των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων.

Αυτό επειδή, όπως προεκτέθηκε, μετά την κατάρτιση του ως άνω από 15-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού οι τελευταίοι υπαναχώρησαν από την κυρία σύμβαση,, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η κατάρτισή της... Όσα, δε, ισχυρίζονται οι ενάγοντες......τόσο με την ανωτέρω από 27-10-2011 εξώδικη δήλωσή τους, όσο και με την προμνησθείσα από 28-11-2011 αγωγή τους, ότι η ματαίωση της οριστικής υπογραφής του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους αλλά σε έκτακτη και προς το χειρότερο μεταβολή των οικονομικών δεδομένων τους προερχόμενη από τα δυσβάστακτα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στην Ελλάδα το δεύτερο 15ήμερο του Σεπτεμβρίου έτους 2011, τα οποία έπληξαν και αυτούς καθόσον επέφεραν μείωση των μηνιαίων μισθών τους, επιβολή έκτακτων εισφορών και φόρων στα ακίνητα κλπ, δεν κρίνονται πειστικά από το Δικαστήριο.

Αυτό επειδή το χρονικό διάστημα από τις 15-7-2011, ημερομηνία καταρτίσεως του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου έτους 2011, ημερομηνία κατά την οποία υπαναχώρησαν από τη σύναψη της κυρίας συμβάσεως οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, ήταν περίπου δύο μηνών, δηλαδή όχι ιδιαίτερα μεγάλο, ώστε να λάβει χώρα κατά τη διάρκειά του σημαντική και σε μεγάλο βαθμό χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης των τελευταίων.

Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, παρείχε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη δυνατότητα στους ενάγοντες και ήδη εφεσιβλήτους να σταθμίσουν την οικονομική κατάστασή τους κατά τη σύναψη της οριστικής συμβάσεως αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου και να κρίνουν εάν η εν λόγω οριστική σύμβαση θα είναι γι' αυτούς ασύμφορη ή ιδιαίτερα επαχθής.

Όσα, δε, ισχυρίζονται οι ενάγοντες τόσο με την ανωτέρω από 27-10-2011 εξώδικη δήλωσή τους, όσο και με την προμνησθείσα από 28-11-2011 αγωγή τους, ότι η ματαίωση της ανωτέρω οριστικής συμβάσεως οφειλόταν, εκτός από την έκτακτη και απρόβλεπτη χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασής τους, και σε υπαιτιότητα της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, δεν αποδείχθηκαν.

Απεναντίας, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, μετά τη σύναψη του ανωτέρω από 15-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για την εκ μέρους της εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που απέρρεαν από αυτό, και, συγκεκριμένα, προέβη σε εκτέλεση μεγάλου μέρους των εργασιών που είχαν συμφωνηθεί με τους όρους του, προκειμένου να παραδώσει την ανωτέρω κάθετη ιδιοκτησία όσο το δυνατόν αποπερατωμένη..., τα οποία προμηθεύτηκε η τελευταία για να εγκαταστήσει στην ανωτέρω κάθετη ιδιοκτησία, στο πλαίσιο εκπλήρωσης των, βάσει του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, υποχρεώσεών της για εκτέλεση εργασιών επί της εν λόγω ιδιοκτησίας...

Για δε τις δαπάνες, που απαιτούνταν για την εκτέλεση αυτών των εργασιών η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος από το ανωτέρω επίδικο ποσό, που είχε δοθεί από τους ενάγοντες*.......ως "αρραβώνας". Επομένως, η ματαίωση του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ανωτέρω ακινήτου οφειλόταν σε υπαιτιότητα των εναγόντων .......συνιστάμενη έστω και σε βαριά αμέλειά τους, και, κατ' επέκταση, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής η διάταξη του άρθρ. 403 εδ.

α ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο υπαίτιος για τη μη εκπλήρωση της κυρίας συμβάσεως χάνει τον αρραβώνα που έδωσε. Άλλωστε, όπως προεκτέθηκε, η διατύπωση της εν λόγω διάταξης είχε ενσωματωθεί και ως όρος στο ως άνω από 15-7-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με βάση τα παραπάνω, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κρίνει ότι οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι άσκησαν την προμνησθείσα από 28-11-2011 αγωγή τους κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος τους (άρθρ. 281 ΑΚ), καθόσον, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, αυτοί (ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι) δεν είχαν αξίωση για να ζητήσουν την επιστροφή του ανωτέρω επίδικου ποσού των 30.000 ΕΥΡΩ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει στους ενάγοντες το ανωτέρω ποσό των 30.000 ΕΥΡΩ, το οποίο, δυνάμει του ως άνω από 13-7-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, δόθηκε από τους τελευταίους ως "προκαταβολή - αρραβώνας", και, ακολούθως, έκανε δεκτή την προμνησθείσα από 28-11-2011.....

αγωγή και υποχρέωσε την εναγόμενη vα καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες.....το ποσό των 15.000 ΕΥΡΩ (συνολικώς 30.000 ΕΥΡΩ), με το νόμιμο τόκο από 3-11 - 2011 μέχρις εξοφλήσεως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των σχετικών νομικών διατάξεων και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τον πρώτο λόγο της, με τον οποίο η εναγομένη.....επαναφέρει την πρωτοδίκως υποβληθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων .......(άρθρ. 281 ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι οι τελευταίοι άσκησαν την βάσει του άρθρ. 904 ΑΚ αξίωσή τους εκτός του πλαισίου της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων. Από τις παραπάνω παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο που δέχθηκε ότι το προσύμφωνο μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου και η 1 σ' αυτό περιληφθείσα αρραβωνική σύμβαση αν και δεν περιβλήθηκαν το συμβολαιογραφικό τύπο ήταν έγκυρα και για τον λόγο αυτό απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 402,166,1033,159 και 369 ΑΚ και για το λόγο αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση.

Λόγω δετής αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης .Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η εκδίκαση της υπόθεσης στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (αρ 580 αρ 3 ΚΠολΔ), να αποδοθεί το παράβολο στους αναιρεσείοντες(αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας της (αρ 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3948/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλο δικαστή από αυτόν που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αναιρεσείοντες

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ