Legislator Case Law & Legislation
1186/2012 AI generated

1186/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1186/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1186/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω η επιταγή του αρθ. 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί (ΑΠ 1391/1992).

Keywords

AI generated
archaeological sites agricultural structures arable crops arctic region arid zones water spring easement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1186 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας, και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κων/νο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2. Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Άρτας, οργανισμού δεύτερης βαθμίδας, αυτοδιοικούμενου νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου που εδρεύει στην Άρτα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τσεκούρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2001 μη οριστική, 83/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-7-2009 αίτησή του και με τους από 30-9-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 22-7-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του δεύτερου αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. O από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 502/2007).

Περαιτέρω η επιταγή του αρθ. 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί (ΑΠ 1391/1992).

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007). Εξάλλου, οι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης δημιουργούνται μόνο, προκειμένου για παράβαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, αντίστοιχα, κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, όχι όμως και κανόνων του δικονομικού δικαίου.

Δικονομικοί θεωρούνται οι κανόνες δικαίου εκείνοι που καθορίζουν τη διαδικασία, τα όργανα και τη μορφή της έννομης προστασίας. Τέτοιες είναι και οι διατάξεις των άρθρων 68 και 80 ΚΠολΔ, με τις οποίες προβλέπονται οι διαδικαστικές προϋποθέσεις και το έννομο συμφέρον τρίτου να ασκήσει σε δίκη μεταξύ άλλων πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου των διαδίκων.

Τέλος η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η πρόσθετη παρέμβαση, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να απορριφθεί ως ενεργητικώς ανομιμοποίηση, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα επίδικα αγροτεμάχια εκτάσεως 9.100 τ.μ. το ένα και 1.424 τ.μ, το άλλο, ευρίσκονται στη θέση "Μύλοι' της πόλεως της Άρτας και συνορεύουν, το μεν πρώτο, ανατολικά με ιδιοκτησία Α. Τ., δυτικά με ιδιοκτησία Ε.

συζ. Β. Π., το γένος Β. Β. και Ε. χήρας Γ. Δ. (πρώην Γ. Δ.), βόρεια με αγροτικό δρομίσκο και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ε. Χ. και με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ., το δε δεύτερο, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. χήρας Γ. Δ. (πρώην Γ. Δ.), δυτικά και βόρεια με δρομίσκο και νότια με ιδιοκτησία Ε. συζ. Β. Π., το γένος Β. Β.. Τα επίδικα ακίνητα κατέλαβε ο ενάγων, περί το έτος 1949 και καλλιέργησε σ' αυτά αρχικά αραβόσιτο, στη συνέχεια τριφύλλι και από το 1955 περίπου και μέχρι σήμερα καλλιεργεί συστηματικά κυρίως εσπεριδοειδή, αλλά και άλλα δένδρα, όπως συκιές, μουριές κ.λ.π., σύμφωνα και με την από 11-2-1978 βεβαίωση της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Άρτας, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο-εκκαλούν.

Οι ανωτέρω (επίδικες) εκτάσεις και όχι μόνον αποτελούσαν τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Άραχθου, τα ύδατα του οποίου εξετράπησαν, το 1949, συνεπεία φυσικών φαινομένων, κατά τρόπο οριστικό και μόνιμο, με συνέπεια να δημιουργηθούν τμήματα εδάφους από την εγκαταλειφθείσα κοίτη, όπως αποδεικνύεται από την από 26-7-1957 έκθεση καταμετρήσεως και εκτιμήσεως των επιδίκων αγροτεμαχίων της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων Άρτας, την επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων-εφεσίβλητος καθώς και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ενώ τα ίδια πραγματικά περιστατικά αποτελούν την ιστορική βάση της υπό κρίση αγωγής.

Επομένως, δεν είναι πειστικά, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, τα όσα αναφέρονται στην από το Φεβρουάριο 2009 τεχνική έκθεση και φωτοερμηνεία του Ι. Σ., τοπογράφου μηχανικού, την οποία επικαλείται και προσκομίζει το πρώτο στην παρούσα κατ' έφεση δίκη ο ενάγων- εφεσίβλητος, περί του ότι οι επίδικες εκτάσεις ουδέποτε στο παρελθόν αποτελούσαν κοίτη του ποταμού Άραχθου, αλλά απείχαν περί τα 100 μ.

από την όχθη του ποταμού. Ο ισχυρισμός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, τον οποίο προβάλλει και ως πρώτο λόγο της έφεσης του, ότι οι επίδικες εκτάσεις αποτελούσαν εδάφη της κοίτης του ποταμού που εγκαταλείφθηκε, κατά τα έτη 1974-1975, συνεπεία της εκτελέσεως των έργων του φράγματος του Πουρναριού, δεν επιβεβαιώθηκε από το αποδεικτικό υλικό, όπως, ορθά εκτιμώντας τις αποδείξεις, έκρινε η εκκαλουμένη και επομένως τυγχάνει ουσία αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις, τις οποίες κατέλαβε ο ενάγων και κατέχει μέχρι σήμερα, ενεργώντας σ' αυτές διακατοχικές πράξεις, ανήκαν στην κυριότητα του εναγομένου-εκκαλούντος (Ελληνικού Δημοσίου), ως κυρίου της κοίτης του ως άνω ποταμού, κατά τα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτιθεμένα, από την οποία (κυριότητα) αυτό (εναγόμενο-εκκαλούν) δεν αποξενώθηκε.

Και τούτο καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρξε παρόχθιος ιδιοκτήτης, του οποίου η ιδιοκτησία προσαυξήθηκε και μάλιστα κατά πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας με τα επίδικα εδαφικά τμήματα, που αποτελούσαν μέρος της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού, τα οποία στη συνέχεια κατέλαβε ο ενάγων.

Ο τελευταίος βέβαια στην αγωγή και τα λοιπά δικόγραφα του αλλά και ο εξετασθείς μάρτυρας αποδείξεως, στην ένορκη κατάθεση του, αναφέρουν ως τέτοιο (παρόχθιο) ιδιοκτήτη, τον Α. Μ., χωρίς να προσδιορίζεται όμως η ακριβής έκταση και τα όρια της ιδιοκτησίας του, πριν και μετά την εγκατάλειψη της κοίτης καθώς και ποιο ακριβώς τμήμα αυτής κατέλαβε ο ενάγων καθώς και άλλοι όμοροι τούτου, λαμβανομένου υπόψη του ότι μεταξύ του πρώτου των επιδίκων και της ιδιοκτησίας του Μ.

παρεμβάλλεται "αγροτικό δρομάκι", όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως. Τα ανωτέρω δεν ανατρέπονται από το .../9-3-1922 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Άρτας Αλεξάνδρου Μυλωνά, νομίμως μεταγραφέντος, που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων-εφεσίβλητος, δυνάμει του οποίου ο Θ. Κ. πώλησε και μεταβίβασε στον προαναφερθέντα Α.

Μ. τμήμα αγρού στη θέση "Μύλοι" Άρτας, για το λόγο ότι στο συμβόλαιο αυτό δεν καθορίζεται, έστω και κατά προσέγγιση, η έκταση του πωληθέντος και μεταβιβασθέντος στον Α. Μ. αγρού καθώς και αν τούτο ή η τότε όμορη ιδιοκτησία της Π. Κ. γειτνίαζε με τον ποταμό Άραχθο. Εξάλλου, το ότι οι επίδικες εκτάσεις, οι οποίες σχηματίστηκαν, μετά την προαναφερθείσα εγκατάλειψη της κοίτης του ποταμού Άραχθου, ανήκουν στο εναγόμενο-εκκαλούν, ομολογείται εξωδίκως από τον ενάγοντα.

Συγκεκριμένα, ο ενάγων υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Άρτας την από 14-3-1968 δήλωση του, με την οποία ζητούσε την παραχώρηση σ' αυτόν των επιδίκων. Στη συνέχεια, επανυπέβαλε το αίτημα αυτό προς την ως άνω υπηρεσία με την από 5-12-1977 αίτηση του και την από 20-2-1978 δήλωση του άρθρου 1 του ΝΔ 105/1969. Στα έγγραφα αυτά, ο ενάγων δήλωνε ρητά ότι τα επίδικα "τμήματα του αιγιαλού του ποταμού Άραχθου" ανήκαν στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου-εκκαλούντος) και ότι αυτός τα κατέλαβε, το 1949 και με συστηματική επιχωμάτωση τούτων τα μετέβαλε σε καλλιεργήσιμη γη, την οποία κατέχει και εκμεταλλεύεται έκτοτε συνεχώς, καταβάλλοντας στο Ελληνικό Δημόσιο μίσθωμα αυθαίρετης χρήσης.

Ήδη ο ενάγων προβαίνει σε ανάκληση των εξώδικων αυτών ομολογιών, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται περί ψευδών δηλώσεων, στις οποίες προέβη, προκειμένου να εξοπλιστεί με τίτλο κυριότητας, χωρίς όμως να αποδεικνύει την αναλήθεια των ομόλογηθέντων περιστατικών, τα οποία, αντίθετα, ενισχύονται και από το λοιπό αποδεικτικό υλικό.

Εξάλλου, δεν είναι λογικοφανές να προβαίνει στην πρώτη δήλωση, με ψευδές, ως ισχυρίζεται, περιεχόμενο και, παρότι δεν επιτεύχθηκε ο στόχος του, να την επαναλαμβάνει, μετά πάροδο δεκαετίας περίπου, γνωρίζοντας ότι έτσι απεμπολεί και μάλιστα κατά πανηγυρικό τρόπο τα δικαιώματα του επί των επιδίκων υπέρ του εναγομένου.

Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να εξαφανιστεί, κατά παραδοχή των σχετικών αιτιάσεων του εκκαλούντος. Εξάλλου, από την από 20-10-2008 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας του Δασολόγου Β. Κ., την από το Νοέμβριο 2008 τεχνική έκθεση της Μ.

Α., πολιτικού μηχανικού καθώς και τις συνημμένες ψηφιοποιημένες αεροφωτογραφίες, που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο-εκκαλούν, το πρώτο στην κατ' έφεση δίκη, αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ήσαν αρχικά τμήμα της κεντρικής κοίτης του ποταμού Άραχθου και η μορφή τους μεταβλήθηκε με την πάροδο των ετών, λόγω των ανθρωπίνων επεμβάσεων και επιχωματώσεων, όπως, άλλωστε και όλη η πέριξ αυτών περιοχή.

Περαιτέρω, επί της προαναφερθείσας από 5-12-1977 αιτήσεως του ενάγοντος περί εξαγοράς των επιδίκων, δημοσίων εκτάσεων, εκδόθηκε η ΕΦ.2990/16-3-1979 απόφαση του Νομάρχη Άρτας, με την οποία αυτά εξαιρέθηκαν της εκποιήσεως, προκειμένου να εξυπηρετήσουν, μαζί με άλλα ακίνητα της περιοχής, κρατικούς σκοπούς (ανέγερση εκπαιδευτηρίων, διοικητικών κτιρίων, δικαστικού μεγάρου, κτιρίου για τη στέγαση των υπηρεσιών της χωροφυλακής κλπ).

Στη συνέχεια, εκδόθηκε το 110/12-4-1979 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του ενάγοντος-εφεσιβλήτου από τα επίδικα, το οποίο κατέστη πλέον τελεσίδικο. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, τα επίδικα ακίνητα, τα οποία αποτελούσαν τμήματα της κατά το έτος 1949, εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού Άραχθου, περιήλθαν στην κυριότητα του εναγομένου-εκκαλούντος και επομένως, λόγω της ιδιότητας τους ως δημοσίων κτημάτων, δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας".

Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε και κατ'ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου Δημοσίου, κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του αναιρεσείοντος και τον είχε αναγνωρίσει κύριο των επιδίκων αγροτεμαχίων, και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, απέρριψε κατ'ουσίαν την ως άνω αγωγή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι ο ενάγων δεν είναι κύριος των επιδίκων ακινήτων, αλλά ότι αυτά είναι δημόσια κτήματα και, επομένως, ανεπίδεκτα χρησικτησίας , δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, για τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, επομένως, οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

Ακόμη ο αναιρεσείων, με το δεύτερο των προσθέτων λόγων του ψέγει το Εφετείο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικής αιτιολογίας και, ειδικότερα, διότι ενώ δέχεται, ότι η ένσταση του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων, η οποία στηριζόταν στο γεγονός ότι αυτά αποτελούσαν εδάφη της εγκαταλειφθείσας κατά τα έτη 1974-1975 κοίτης του ποταμού, λόγω εκτέλεσης τεχνικών έργων (φράγμα Πουρναρίου) είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, συγχρόνως έκρινε εσφαλμένα ότι η κυριότητα των επιδίκων περιήλθε στο αναιρεσίβλητο, αποδεχόμενο έτσι τη σχετική ένσταση του τελευταίου και τον συναφή με αυτήν λόγο εφέσεως.

Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Δημόσιο στήριξε την περί ιδίας κυριότητας ένστασή του αφενός μεν στις διατάξεις των άρθρων 1072 σε συνδ. με 966, 967, 968 ΑΚ (πρώτη βάση αυτής) και αφετέρου στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 116/1975 (εγκαταλειφθείσα κοίτη μη πλευσίμου ποταμού λόγω εκτέλεσης δημοσίων έργων - δεύτερη βάση αυτής), σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού απέρριψε τη δεύτερη βάση, δέχθηκε την πρώτη από αυτές και, ακολούθως, δέχθηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένσταση.

Κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων, με τον ίδιο λόγο, και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττει την κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση (ανάλυση και στάθμιση) των αποδείξεων, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και, συνεπώς, κατά την αιτίαση του αυτή ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, από τους αριθμούς 1 (και όχι από τον αριθμό 8 που επικαλείται ο αναιρεσείων) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες αναφορικά με την υποβληθείσα ένστασή του περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης (Νομαρχιακής αυτοδιοίκησης Άρτας) στην άσκηση πρόσθετης υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου παρέμβασης και ότι υπάρχει παραβίαση των σχετικών διατάξεων των άρθρων 68 και 80 ΚΠολΔ.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά τα ως άνω μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι διατάξεις αυτές, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, διαλαμβάνουν κανόνες δικονομικού δικαίου. Τέλος ο δεύτερος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων, με αριθμητική απλώς μνεία, επικαλείται την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι αόριστος.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1072 παρ.1 εδ.α ΑΚ η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ιδίου Κώδικα σαφώς συνάγεται ότι το έδαφος που καταλαμβάνεται από την κοίτη του ποταμού, που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή, δεν είναι όμως πλεύσιμος, είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγμα και ανήκει στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκει σε δήμο ή κοινότητα και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1072 του Α.Κ. είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων, τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε. Η κυριότητα επί της εγκαταλειφθείσας κοίτης αποκτάται από τον κύριο του παραποτάμιου κτήματος πρωτοτύπως και αυτοδικαίως, μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις του νόμου. Ως εγκατάλειψη της παλαιάς κοίτης νοείται η πλήρης, με τον σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίστηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 & 1 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 24/2001), χωρίς μάλιστα να γίνεται διάκριση ως προς την αιτία της εγκαταλείψεως.

Είναι δηλαδή αδιάφορο αν η τελευταία οφείλεται σε φυσικά αίτια ή σε τεχνικά έργα νομίμως εκτελούμενα (Ολομ. ΑΠ 46/1990). Περαιτέρω ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με αυτά που δέχθηκε, τα οποία αναφέρονται παραπάνω (υπό Ι) και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 1072 παρ.1 ΑΚ την οποία δεν εφάρμοσε επειδή δεν συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.

Ειδικότερα, κατά τις σαφείς παραδοχές του Εφετείου, τα επίδικα αγροτεμάχια αποτελούν τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού Άραχθου, τα ύδατα του οποίου εξετράπησαν το 1949, συνεπεία φυσικών φαινομένων κατά τρόπο οριστικό και μόνιμο, με συνέπεια να δημιουργηθούν τμήματα εδάφους από την εγκαταλειφθείσα κοίτη του, τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα του εναγομένου Δημοσίου.

Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο, ότι το Δημόσιο δεν αποξενώθηκε από την κυριότητα του στα επίδικα, ως κύριο της κοίτης του ως άνω ποταμού, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι στο συγκεκριμένο σημείο υπήρξε παρόχθιος ιδιοκτήτης του οποίου η ιδιοκτησία να προσαυξήθηκε με τα επίδικα εδαφικά τμήματα. Τέλος ότι τα επίδικα λόγω της ιδιότητάς τους ως δημοσίων κτημάτων δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμησή τους, την αιτίαση, ότι το Εφετείο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση του και με το να μην εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 1072 παρ.1 ΑΚ, δεχόμενο έτσι, ότι το Δημόσιο είναι κύριο των επιδίκων, υπέπεσε στην από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του και τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει, κατ' ορθή εκτίμηση τους, την αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι δεν υπήρχε παρόχθιος ιδιοκτήτης του οποίου η περιουσία προσαυξήθηκε με τα τμήματα της εγκαταλειφθείσας κοίτης του ποταμού Άραχθου, ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων αποδείξεων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων. Επομένως οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του, ότι τα επίδικα αγροτεμάχια είναι δημόσια κτήματα και συνεπώς δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας από τον αναιρεσείοντα και να απορρίψει στη συνέχεια την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του, δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε, ήτοι:

α) το υπ' αρ. .../1890 συμβόλαιο του συμ/φου Άρτας Ιωάννου Τσίτσα, β)το συνημμένο από Νοεμβρίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Κ. Π., γ) την υπ' αρ. 66/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας η οποία επικυρώθηκε με την 69/2004 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και έγινε αμετάκλητη με την 867/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, δ) την 72/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Άρτας, η οποία επικυρώθηκε με την 164/1999 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και έγινε αμετάκλητη με την 867/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, ε) την 748/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, την 194/2002 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και το 52778/2002 γραμμάτιο παρακαταθήκης του ΤΠΔ Άρτας, από τα οποία προκύπτει η αναγκαστική απαλλοτρίωση ομόρου ακινήτου και στ) το .../1922 συμβόλαιο του συμ/φου Άρτας Αλεξάνδρου Μυλωνά.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για το αμέσως παραπάνω ζήτημα και "από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως οι πιο πάνω λόγοι κατά τα ως άνω μέρη τους είναι αβάσιμοι.

Ακόμη με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εκτίμησε τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με δική του επιμέλεια και έτσι κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του. Όμως η εκτίμηση των αποδείξεων ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, και, συνεπώς, ο ως άνω λόγος κατά το μέρος του αυτό είναι απαράδεκτος.

Κατά τα λοιπά οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης αφορούν εκτίμηση των αποδείξεων, γι' αυτό και οι σχετικές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες.

V. H κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι ανάγεται σε πράγματα και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου οι υπεύθυνες δηλώσεις του Ν.Δ. 105/1969 (και του Ν. 1599/1986) παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια από τα δικαστήρια της ουσίας, εφόσον δεν προκύπτει ότι δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, γεγονός που κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας.

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση ιδίας κυριότητας που προβλήθηκε από το αναιρεσίβλητο δέχθηκε παρά το νόμο ότι υπάρχει εξώδικη ομολογία του (αναιρεσείοντος) αναφορικά με την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων (ότι δηλαδή αυτά ανήκουν στο αναιρεσίβλητο), η οποία προκύπτει από τα παρακάτω έγγραφα:

α) την από 14.3.1968 δήλωσή του προς την Οικονομική Εφορία Άρτας, με την οποία ζητούσε την παραχώρηση των επίδικων ακινήτων, β)την από 5.12.1977 αίτησή του προς την Οικονομική Εφορία Άρτας, με την οποία επίσης ζητούσε την παραχώρηση των επίδικων ακινήτων και γ)την από 20.2.1978 υπεύθυνη δήλωσή του ν.δ.105/1968, την οποία υπέβαλε στην Οικονομική Εφορία Άρτας.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, η σχετική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι προκύπτει από τα υπό στοιχεία α' και β' παραπάνω αποδεικτικά έγγραφα εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος σχετικά με το ως άνω ζήτημα ανάγεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης αναφορικά με τα έγγραφα αυτά είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναφορικά με το υπό στοιχείο γ' πιο πάνω έγγραφο είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η υπεύθυνη αυτή δήλωση δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί στην προκείμενη δίκη, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος, ενόψει του ότι τα παραπάνω έγγραφα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι αντίθετες αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο είναι αβάσιμες. Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν με επίκληση, για την απόδειξη ισχυρισμού που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο, ή ισχυρισμό για αρχή έγγραφης απόδειξης (ΟλΑΠ 1190/1982). Αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά στο αποδεικτικό μέσο, ενώ κύρια στηρίχτηκε σε άλλο νόμιμο και επαρκές μέσο απόδειξης δεν ιδρύεται ο λόγος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το τρίτο μέρος του, από την ως άνω διάταξη, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο για την απόδειξη του λόγου έφεσης του αναιρεσίβλητου σχετικά με την περί ιδίας κυριότητας ένσταση του παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ΕΦ 2990/16-3-1979 απόφαση του Νομάρχη Άρτας, χωρίς προηγούμενη επίκλησή της, με την οποία, όπως αναφέρεται σ' αυτή, εξαιρέθηκαν της εκποίησης τα επίδικα ακίνητα για την εξυπηρέτηση κρατικών σκοπών. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι το ως άνω έγγραφο αποτελεί απλώς απάντηση της Νομαρχίας Άρτας στην από 5-12-1977 αίτηση του αναιρεσείοντος στην οποία αυτός δήλωνε ρητά, ότι τα επίδικα ακίνητα ανήκουν στο αναιρεσίβλητο και ζητούσε την εξαγορά τους. Ακόμη, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην οποία το έγγραφο αυτό διηγηματικώς και μόνο αναφέρεται, το Εφετείο δέχθηκε εξώδικη ομολογία αναφορικά με την ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων, στηριζόμενη προεχόντως στα δύο πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα (από 14-3-1968 και 5-12-1977) και εντελώς επικουρικά στο προσκομισθέν χωρίς επίκληση από το αναιρεσίβλητο ως άνω έγγραφο. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως.

VI. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου, δηλαδή υπέπεσε σε λάθος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, με το να αποδώσει σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, στη συνέχεια δε κατέληξε, στηριζόμενο σ' αυτό μόνο ή κυρίως σ' αυτό, στην περίπτωση συνεκτίμησης με άλλα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα για πραγματικά γεγονότα που έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, χωρίς να αναγνώσει εσφαλμένα το έγγραφο, εκτίμησε το περιεχόμενό του και μετά τη συνεκτίμησή του και με τις υπόλοιπες αποδείξεις κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, μη αποδίδοντας σ' αυτό την αποδεικτική αξία που του αποδίδει ο τελευταίος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από Φεβρουαρίου 2009 τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών των επιδίκων του διευθυντού της Γ.Υ.Σ. Ι. Σ., αφού, ενώ απ' αυτήν προκύπτει ότι τα επίδικα ουδέποτε στο παρελθόν αποτελούσαν κοίτη του ποταμού Άραχθου, το Εφετείο δέχθηκε το αντίθετο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, ότι τα επίδικα αποτελούσαν κοίτη του ως άνω ποταμού, κατέληξε δε στο συμπέρασμα του αυτό, αφού συνεκτίμησε την επίμαχη έκθεση με τις υπόλοιπες αποδείξεις και ιδιαίτερα την από 20-10-2008 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας του Δασολόγου Β. Κ. και την από Νοεμβρίου 2008 τεχνική έκθεση της πολ. μηχανικού Μ. Α., καθώς και τις συνημμένες ψηφιοποιημένες αεροφωτογραφίες, δηλαδή ανέγνωσε ορθώς το έγγραφο αυτό, πλην όμως αξιολογώντας το περιεχόμενο του κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-7-2009 αίτηση του Ε. Δ. για αναίρεση της 217/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, καθώς και τους από 20-9-2010 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ