1186/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1186/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας είναι έννοια νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 214 ΑΚ, η έννοια του οποίου είναι ευρύτερη της γραμματικής διατύπωσης του, τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδραση τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1186 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Σ. συζ. Κ. Γ., το γένος Κ. Π., 2. Μ. Κ. Γ. και 3. Γ. Κ. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση: 1. Θ. Μ. του Η. και 2. Δ. Μ. του Η., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχάλη Τριαλώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 95/2001 μη οριστική, 45/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1095/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2008 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 269/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 14-7-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 19-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα του κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του αριθμού 180 του ΑΚ, προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη λόγω αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία και μάλιστα :1) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, 2) Συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλόμενου.
Ως απειρία θεωρείται η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική και 3) η εκμετάλλευση της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο, που συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.
Για την συνδρομή του στοιχείου της εκμετάλλευσης, δεν είναι αναγκαίο να έχει προκληθεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του συμβληθέντος επιλήψιμη που να τείνει στην επίτευξη της αισχροκέρδειας. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, χωρίς να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ' αυτή ανήθικο χαρακτήρα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας είναι έννοια νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου κατά το άρθρο 214 ΑΚ, η έννοια του οποίου είναι ευρύτερη της γραμματικής διατύπωσης του, τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή η υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδραση τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου.
Έτσι, επί καταπλεονακτικής συμβάσεως πωλήσεως, η οποία καταρτίσθηκε με αντιπρόσωπο του πωλητή, η ανάγκη, κουφότητα ή απειρία κρίνονται στο πρόσωπο του αντιπροσώπου. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης , λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου, και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αξιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το υπ' αριθμ. …/20.8.1999 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας συζ. Βασιλείου Κερκουλά, που έχει μεταγραφεί νόμιμα οι ενάγοντες μεταβίβασαν στους εναγομένους κατά το 1/2/ εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής επιφάνειας 1.099 τ.μ., που βρίσκεται εντός σχεδίου Μεγάλου Αυλακίου, της πρώην Κοινότητας Νεοχωρίου Λευκάδας, ήδη Δήμου Ελομένου, και με όρια τον επαρχιακό δρόμο Λευκάδας-Βασιλικής και τις ιδιοκτησίες Κ.
Γ. και Ι. Κ.. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στον καθένα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8.8.1986 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή, της συμβολαιογράφου Λευκάδας Ακριβούλας Βλασσοπούλου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα. Η δωρεά αυτή έγινε προς τους ενάγοντες από τη Β. χήρα Γ. Γ.. Πριν την υπογραφή του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου συντάχθηκε το υπ' αριθ. .../1998 προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου, στο οποίο συμβλήθηκαν οι δύο πρώτες ενάγουσες, από τις οποίες η πρώτη ατομικά και για λογαριασμό του τρίτου ενάγοντος δυνάμει του υπ' αριθμ. .../8.12.1998 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Λευκάδας Σπύρου Αρβανίτη, καθώς και ο Η.
Μ., πατέρας των εναγομένων-ανηλίκων, από τον οποίο ταυτόχρονα καταβλήθηκε στις πιο πάνω ενάγουσες, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους, το συμφωνηθέν τίμημα των 44.020,54 ευρώ και με τη συμφωνία να καταρτισθεί η πιο πάνω οριστική σύμβαση με αυτοσύμβαση κατά το άρθρο 235 του Α.Κ. δηλαδή ο αγοραστής θα ενεργεί αφ' ενός μεν ως πληρεξούσιος και εντολοδόχος των πωλητών, δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που του δόθηκε με το άνω πληρεξούσιο και αφετέρου για τον εαυτό του ατομικά.
Το πωλούμενο ως άνω οικόπεδο περιλάμβανε προσκυρούμενη και ρυμοτομούμενη λωρίδα εμβαδού 433,56 τ.μ. με αποτέλεσμα το πραγματικά εκμεταλλεύσιμο τμήμα του να είναι 665,99 τ.μ. Λόγω δε της ένταξής του στο σχέδιο πόλης, οφειλόταν από τους ιδιοκτήτες του και εισφορά σε χρήμα, την καταβολή της οποίας ανέλαβαν οι πιο πάνω αγοραστές.
Το σχήμα του ήταν επίμηκες και συγκεκριμένα είχε μήκος 83,57 μ. προς βορράν, όπου συνορεύει με ιδιοκτησίες τρίτων, πρόσοψη επί της πιο πάνω επαρχιακής οδού Λευκάδας-Βλυχού 8 μ. και επί της παραλιακής οδού 1,26 μ. και από την εναπομείνασα πλευρά πρόσοψη σε μελλοντική μεν δημοτική οδό πλην όμως σε τωρινό χάνδακα-χείμαρρο, πλάτους άνω των 7 μ.
και βάθους άνω των 3 μ. με αποτέλεσμα να υπάρχουν δυσκολίες στην εκμετάλλευσή του. Λόγω της αντικειμενικής αξίας του που προσέδιδε η Δ.Ο.Υ., εξαιτίας της θέσης του στην ευρύτερη περιοχή Νυδρίου, η οποία είναι η πλέον τουριστική περιοχή στη Λευκάδα, του ποσού των 184.753,80 ευρώ επιβαρυνόταν με φόρο μεταβίβασης, ποσού 20.449 ευρώ, που βάρυνε τους αγοραστές και συνυπολογιζόταν στην όλη τους δαπάνη.
Ενόψει όλων αυτών η πραγματικά αξία του πωληθέντος ακινήτου, κατά το χρόνο σύναψης του ως άνω προσύμφωνου, ήταν αυτή με την οποία αγοράσθηκε και σε κάθε περίπτωση όχι μεγαλύτερη σε βαθμό ώστε να υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ αυτής και αυτής με την οποία αγοράστηκε. Όσον αφορά το συγκριτικό συμβόλαιο (υπ' αριθ. .../1998) που προσάγουν και επικαλούνται οι ενάγοντες αναφέρονται σε πώληση 417,50 τ.μ., (απαλλαγμένα από εισφορές γης και χρήματος) αντί τιμήματος 7.336,75 ευρώ ενώ το επίδικο είναι 655 τ.μ.
καθαρά με επιβάρυνση εισφορών χρήματος. Η ως άνω μεταβίβαση είναι πλεονεκτική καθόσον πέραν των 417,50 τ.μ. έχει δικαίωμα σε χώρο κοινής χρήσεως, έχει πρόσοψη στον επαρχιακό δρόμο σε 13,58 τ.μ. και είναι και ορθογωνισμένο, έτοιμο προς οικοδόμηση. Εξάλλου ο Η. Μ., ο οποίος ενήργησε ως πληρεξούσιος των εναγομένων, τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά, κατά την κατάρτιση του πιο πάνω προσύμφωνου δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο, ότι εκμεταλλεύθηκε την έλλειψη πείρας στη ζωή και στις συναλλαγές των δύο πρώτων εναγουσών καθώς και την αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής ικανοποίηση ανάγκης της πρώτης ενάγουσας.
Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι υπήρχαν τα ως άνω στοιχεία στις ενάγουσες, ούτε αποδείχθηκε ότι ο παραπάνω πληρεξούσιος των εναγομένων είχε τέτοιες πληροφορίες και κινήθηκε με τέτοια κίνητρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένδικη καταπλεονεκτική σύμβαση πωλήσεως που συνήψαν με τους αναιρεσείβλητους αγοραστές.
Με αυτά που δέχθηκε και , έτσι, που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα της εκμετάλλευσης της ανάγκης, απειρίας ή κουφότητας των αναιρεσειόντων από τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και δεν παραβίασε κατά το στοιχείο τούτο τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος, προβάλλεται και η αιτίαση από τον αριθ. 1 εδ.2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με το να δεχτεί ότι δεν υπήρξε εκμετάλλευση της απειρίας των αναιρεισειόντων, αφού, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ένας έμπειρος περί τις συναλλαγές ουδέποτε θα πουλούσε ένα τέτοιο, όπως το επίδικο, ακίνητο, που βρίσκεται, μπροστά στον παραλιακό δρόμο, στην πλέον τουριστική περιοχή του Νυδρί Λευκάδος, στην εξευτελιστική τιμή των 15.000 δραχμών, ενώ η αρμόδια οικονομική εφορία είχε εκτιμήσει την αξία του στα 63.000.000 δραχμές.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα αναφερόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων ούτε άλλωστε χρησιμοποιήθηκαν για την ερμηνεία και υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένους κανόνες δικαίου, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι και από τους αριθμούς 8β, 9 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα πράγματα του προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης σχετικά με την εκμετάλλευση της απειρίας του τρίτου αναιρεσείοντος, που οφείλεται στην χρόνια ψυχασθένειά του, άφησε αδίκαστο το αίτημα σχετικά με την απειρία του ίδιου αναιρεσείοντος και δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της εκμετάλλευσης της απειρίας του τρίτου αναιρεσείοντος από τον πληρεξούσιο των αναιρεσίβλητων, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου πωλήσεως ο τρίτος αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από την πρώτη αναιρεσείουσα, στο πρόσωπο της οποίας κρίνεται, κατά τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η εκμετάλλευση της ανάγκης, απειρίας ή κουφότητας.
Τέλος ο πρώτος, μέρος πρώτο και δεύτερο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 1, 10 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δέχτηκε αληθινά χωρίς απόδειξη πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πραγματικής αξίας του πωληθέντος ακινήτου μετά την απόρριψη των ως άνω υπολοίπων λόγων αναίρεσης που αναφέρονται στην εκμετάλλευση της ανάγκης, απειρίας και κουφότητας των αναιρεσειόντων από τον αντιπρόσωπο των αναιρεσίβλητων, είναι απορριπτέοι, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι, αφού μόνη ή προφανής δυσαναλογία του τιμήματος με την αξία του πωληθέντος πράγματος, δεν αρκεί για την αναγνώριση της ακυρότητας της αισχροκερδούς (καταπλεονεκτικής) δικαιοπραξίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.11.2008 αίτηση των Σ. Γ. κ.λ.π., για αναίρεση της 1095/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ