Legislator Case Law & Legislation
1186/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on failure to order expert opinion, ruling it within trial court's discretionary power.

Case Number 1186/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property titles. The appellant argued that an expert opinion was necessary to verify if the disputed items belonged to her or the municipality, but the lower court refused this request. The court held that ordering an expert opinion depends on the trial court's discretionary assessment of whether the matter requires specialized knowledge, and since the lower court did not find such a need, no legal error occurred.

Legislator headnote

AI generated

Articles 368(1) and (2) of the Code of Civil Procedure; The decision to order an expert opinion lies within the trial court's discretionary power unless the parties demonstrate that the case requires specialized knowledge, in which case the court is obligated to appoint one.

Keywords

AI generated
expert opinion specialized knowledge discretionary power appeal grounds civil procedure property titles legal error

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 368(1) of the Code of Civil Procedure
Article 368(2) of the Code of Civil Procedure
Article 36(3) last paragraph of Law 1406/1983
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 902/2009
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1186 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1186/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., και προσωρινά διαμενούσης στα Μεταξάτα Κεφαλληνίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφροσύνη Δημητρακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Δήμος Λειβαθούς, νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Πετρουλέα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 9-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., όταν στην απόφαση του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 254/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Ζ δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Καππάτου, που νόμιμα μεταγράφηκε, έγινε κύριος ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση Υ.

Θ ... της Κοινότητας ....., έκτασης "ως έγγιστα τριών ταγαρίων" ήτοι περίπου 900τ.μ., το οποίο συνορεύει ανατολικά και βόρια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ξ, δυτικά με δημοτική σχολή αρρένων ... και μεσημβρινώς με οδό. Το έτος 1958 ο Ζμε το υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού- Τζαννετάτου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε στην Κοινότητα ...

έκταση 50 τ. μ. από το παραπάνω ακίνητο του, προκειμένου να ανεγερθεί κτίσμα, στο οποίο θα στεγάζονταν τα γραφεία της Κοινότητας και ο εκάστοτε δάσκαλος του δημοτικού σχολείο .... Στη συνέχεια ο ίδιος Ζ με το υπ' αριθμ. ... δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε στη Σχολική Εφορία του Δημοτικού Σχολείου ...

έκταση 100 τ. μ. από την ίδια ιδιοκτησία του που απέκτησε με το προνημονευόμενο ... συμβόλαιο, η οποία συνορεύει ανατολικώς με ελαιοστάσιο Ξ, δυτικώς με προαύλιο Σχολείου ..., βορείως με βράχον και εκείθεν με ελαιοστάσιο Ξ και νοτίως με δρόμο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι των υπολοίπων 800 τ. μ. περίπου, που απέμειναν στον Ζ, έγινε αυτή κυρία εκ κληρονομιάς της θείας της Z1 που απεβίωσε στις 8-4-1999 δυνάμει της από ...

ιδιόγραφης διαθήκης της, που νόμιμα δημοσιεύθηκε την οποία αποδέχθηκε και μετέγραφε νόμιμα, στην οποία (Z1) είχε περιέλθει εκ κληρονομίας του συζύγου της Ζ που απεβίωσε στις 8-2-1974, την οποία αποδέχθηκε και μετέγραψε νομίμως. Ότι οι παραπάνω δικαιοπάροχοι της νέμονταν το επίδικο ακίνητο από το 1925 μέχρι το 1994, που το κατέλαβε το εναγόμενο και έτσι έγινε κυρία τούτου πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία.

Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο z με το προμνημονευόμενο συμβόλαιο (...) δώρισε στη Σχολική Εφορία του Δημοτικού Σχολείου ... όλο το ακίνητο που είχε περιέλθει σ' αυτόν με το συμβόλαιο αγοράς του 1925 και όχι 100 τ.

μ όπως αναφέρεται στο παραπάνω συμβόλαιο δωρεάς. Τούτο προκύπτει ιδία από τα περιγραφόμενα όρια στα συμβόλαια αυτά, τα οποία ταυτίζονται. Εάν, επομένως, ο παραπάνω z είχε δωρήσει μέρος μόνο της εξ 900 τ. μ. περίπου ιδιοκτησίας του, οπωσδήποτε θα ανέγραφε στο δωρητήριο συμβόλαιο ότι το δωρούμενο ακίνητο συνορεύει σε κάποια πλευρά με υπολοιπομένη ιδιοκτησία του.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το επίδικο ακίνητο συνορεύει με Ι. Ν. Υπεραγίας Θεοτόκου ... το οποίο δεν αναγράφεται στο δωρητήριο συμβόλαιο και συνεπώς δεν μεταβίβασε ολόκληρη την ιδιοκτησία του με το προαναφερόμενο συμβόλαιο. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικό μέσα αποδείχθηκε ότι πράγματι το επίδικο ακίνητο συνορεύει εν μέρει στο βορειοδυτικό τμήμα του με την εκκλησία της Παναγίας ..., πλην όμως η μη αναγραφή του στο παραπάνω δωρητήριο συμβόλαιο οφείλεται αφενός και κυρίως στο ότι δεν αναφέρεται στους αρχικούς τίτλους ιδιοκτησίας του δωρητή (...

συμβόλαιο αγοράς) το οποίο μάλιστα αναγράφεται στο δωρητήριο συμβόλαιο αφετέρου στο γεγονός ότι μικρό μέρος αυτού συνορεύει με την παραπάνω εκκλησία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την κατά το έτος 1965 μεταβίβαση, ο Ζ μέχρι το θάνατο του (8-2-1974) και στη συνέχεια η σύζυγος του Z1 και άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας μέχρι του θανάτου της (8-4-1999), ουδέποτε έκαναν πράξεις νομής επί του επιδίκου.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι όλο το επίδικο από το έτος 1965 νεμόταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δυνάμει του παραπάνω τίτλου (... δωρητήριο συμβόλαιο), η Σχολική Εφορία του Δημοτικού Σχολείου ... κάνοντας σ' αυτό όλες τις πράξεις που αρμόζουν σε κύριο. Ειδικότερα στο επίδικο κατασκεύασαν το βόθρο του σχολικού κτιρίου και επέτρεπαν στους εκάστοτε δασκάλους, που κατοικούσαν στο όμορο κτίσμα, να φυτεύουν σ' αυτό διάφορα κηπευτικά και γενικά το επέβλεπαν και το καθάριζαν.

Αργότερα και ενώ είχε παύσει η λειτουργία του σχολείου το χρησιμοποιούσαν για αποθήκευση διαφόρων αντικειμένων (αυτοκίνητα - σκάφη κλπ), χωρίς ποτέ να ενοχληθούν ούτε από τον z, ούτε από τη σύζυγο του Z1. Σημειώνεται ότι η τελευταία στην υπ' αριθμ. ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συζύγου της z, δεν περιλαμβάνει στη κληρονομιαία περιουσία τούτου και το επίδικο ακίνητο, γεγονός το οποίο δείχνει ότι αυτή πίστευε ότι ο σύζυγος της είχε μεταβιβάσει ολόκληρο το επίδικο ακίνητο στη Σχολική Εφορία και δεν είχε κρατήσει για τον εαυτό του μέρος τούτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Ούτε μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι η Z1 ξέχασε να συμπεριλάβει και το επίδικο στην αποδοχή της κληρονομιάς, εφόσον αυτό ήταν στο κέντρο της Κοινότητας δίπλα από το Σχολείο, το κοινοτικό γραφείο και την εκκλησία. Πέραν τούτου μπορούσε μέχρι το θάνατο της (1999) να κάνει συμπληρωματική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, γεγονός το οποίο δεν έπραξε.

Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο πατέρας της ενάγουσας Δ στην υπ' αριθμ. 12699/15-6-1978 ένορκη βεβαίωση του στο συμβολαιογράφο Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντο βεβαίωσε ότι με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο ο Ζ δώρισε στη Σχολική Εφορία όλο το επίδικο ακίνητο και όχι 100 τ. μ. που αναφέρονταν σ' αυτό. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι μεταξύ των 100 τ.

μ. που είχε δωρίσει ο Z και του υπολοίπου του επιδίκου υπήρχε μάντρα ύψους 2 περίπου μέτρων, την οποία δεν κατεδάφισε το εναγόμενο και συνεπώς αυτό αποδεικνύει ότι δεν είχε μεταβιβασθεί όλο το ακίνητο είναι αβάσιμος, εφόσον το εναγόμενο δεν είχε κάποιο λόγο για κατεδάφιση του μανδρότοιχου αυτού, αφού μάλιστα δεν είχε κάνει ιδιαίτερα έργα σ' αυτό, λαμβανομένης υπόψη και της μορφολογίας του εδάφους του επιδίκου.

Ο μάρτυρας Π δεν κατέθεσε για συγκεκριμένες πράξεις νομής του z από το 1965 μέχρι το 1974, που απεβίωσε. Εξάλλου, όσα καταθέτει ο ίδιος για πράξεις νομής της Z1 στο επίδικο "έκανε βόλτες σ' αυτό, το επιθεωρούσε, το καθάριζε και το επέβλεπε" κρίνονται μη πειστικά. Επομένως, κυρία του επιδίκου ακινήτου ήταν η Σχολική Εφορία ταυ Δημοτικού Σχολείου ...

και στη συνέχεια δυνάμει των νόμων 1894/1990 και 2009/1992 ο εναγόμενος Δήμος, ο οποίος συνέχισε να νέμεται το επίδικο με τα ίδια παραπάνω προσόντα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος από το έτος 1994 χρησιμοποιούσε μέρος του επιδίκου για στάθμευση του πυροσβεστικού οχήματος του Δήμου και μάλιστα κατασκεύασε "ράμπα" και τοποθέτησε σιδηρά θύρα στην είσοδο αυτού, υπό τα όμματα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Z1, η οποία ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε.

Τα υπό του παραπάνω μάρτυρα Π κατατιθέμενα ότι δηλ. "Η Z1 αντέδρασε αλλά δεν την άφησαν οι συγγενείς να κάνει δικαστήρια" δεν κρίνονται πειστικά αφενός με διότι δεν αναφέρει ποια ήταν η αντίδραση της αφετέρου διότι οι συγγενείς της Ζ1 είχαν έννομο συμφέρον να την ωθήσουν σε διεκδίκηση του επιδίκου και όχι να την αποτρέψουν αφού αυτή δεν είχε τέκνα και αυτοί θα την κληρονομούσαν.

Κατ' ακολουθίαν με το προαναφερόμενο συμβόλαιο ο z δώρισε στη Σχολική Εφορία ... όλο το επίδικο ακίνητο το οποίο αυτή και στη συνέχεια ο εναγόμενος νεμόταν, όπως παραπάνω αναφέρεται". Ακολούθως το Εφετείο με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας- αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του ότι με το προαναφερθέν ... δωρητήριο συμβόλαιο όπως σαφώς προέκυπτε από αυτό, ο z δώρισε στη Σχολική Εφορία ... ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, το οποίο έκτοτε νεμόταν αυτή και στη συνέχεια ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος Δήμος Λειβαθούς, χωρίς να διαπιστώσει κενό η αμφιβολία, ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση του ανωτέρου δωρητή και δεν προέβη σε ερμηνεία αυτού (συμβολαίου), σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ .

Δηλαδή σαφώς διευκρινίζεται με τις προαναφερόμενες παραδοχές ότι το Εφετείο, μη διαπιστώνοντας κενό η ασάφεια, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζεται ότι κακώς το Εφετείο διαπίστωσε κενό και ασάφεια, ως προς τη δηλωθείσα δικαιοπρακτική βούληση του δωρητή στο ως άνω δωρητήριο συμβόλαιο αφού αυτή ήταν σαφής και ως εκ τούτου παρά το νόμο προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και του ΑΚ, παραβιάζοντας έτσι αυτούς ευθέως και εκ πλαγίου, είναι αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Δεν γεννάται, όμως, ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, που επικαλείται ο αναιρεσείων.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος, σε σχέση με τα αναγκαία, για την παραδοχή της αγωγής της, περιστατικά, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, που αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε, ήτοι α) την με αριθ. 12699/15-6-1978 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Α1, Δ και Α2, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Παντελή Μοντεσάντου και β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α3.

Από την επισκόπηση όμως του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα τόσο από την περιεχομένη σ' αυτήν γενική μνεία όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εξετίμησε και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα.

Ειδικά δε, όσον αφορά την ένορκη βεβαίωση, η οποία ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλομένη απόφαση (πρώτη σελίδα του τετάρτου φύλλου) δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση συγκεκριμένα το περιεχόμενό της και ειδικότερα τι κατέθεσε κάθε μάρτυρας, ενώ όσον αφορά την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Α3, επίσης ρητά μνημονεύεται ότι ελήφθη υπόψη (βλ.

πρώτη σελίδα του τρίτου φύλλου).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης ( δεύτερος, δεύτερο μέρος), κατά το μέρος που προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη "πλειάδα λοιπών αποδεικτικών μέσων, τα οποία εγώ προσεκόμισα μετ' επικλήσεως και εκ των οποίων και μόνον αποδεικνύεται η ορθότητα και βασιμότητα των ισχυρισμών μου", είναι αόριστος, διότι δεν εκτίθενται στην αίτηση αναίρεσης, ποιά είναι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Δικαστήριο και ποιό είναι το περιεχόμενό τους.

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης", κατά δε και την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διατάξεως της λέξης "ειδικές", αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του Ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διατάξεως που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετική κρίση, του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές", αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μή λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 902/2009- 525/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η πλημμέλεια ότι, προκειμένου να διαπιστωθεί, αν το επίδικο συμπεριλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας ή σ' αυτούς του αναιρεσίβλητου, έπρεπε να διατάξει τεχνική πραγματογνωμοσύνη.

Ενόψει, όμως, του ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί, για να γίνει αντιληπτό, ιδιάζουσα γνώση επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη του ανωτέρω, ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, δεν δημιουργεί αναιρετική πλημμέλεια κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Νοεμβρίου 2005 αίτηση της Χ, για αναίρεση της 410/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου

Δήμου, τα οποία καθορίζει μειωμένα σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ