Legislator Case Law & Legislation
1186/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court decision due to insufficient and contradictory reasoning regarding liability.

Case Number 1186/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 2007. The appellant argued that the lower court's reasoning was insufficient and contradictory regarding the establishment of tort liability. The Court found that the appellate judgment failed to adequately explain the causal link between the defendant's failure to collect funds and the plaintiff's damages, violating statutory requirements for reasoned judgments.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 93 para. 3 of the Constitution: An appeal is admissible if the decision lacks legal basis, specifically when it has insufficient or contradictory reasoning on matters that have a decisive impact on the outcome of the case.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning tort liability causal link appellate review Code of Civil Procedure legal basis

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 93 para. 3 of the Constitution
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 para. 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1186 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1186/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίαςμε την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολόπουλο

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ανδρέα Παπανικολάου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Αυγούστου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10398/2000 μη οριστική, 6299/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8385/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5 Μαρτίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 16 Φεβρουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσω και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 661/1984). Εξάλλου για τη θεμελίωση αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας του επήλθε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι: Κατά τις 17.2.1994, ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), κατόπιν συμβάσεως εντολής με την αναιρεσείουσα (εναγόμενη) χρηματιστηριακή εταιρία, της ανέθεσε την πώληση, κατά τη διάρκεια της νόμιμης συνεδριάσεως του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (εντός κύκλου) 15.500 κοινών μετοχών του και 3.250 προνομιούχων μετοχών του της ανώνυμης εταιρείας "ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ" έναντι τιμήματος 2.180 και 1.766 δραχμών την καθεμία αντιστοίχως.

Η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με τη συμβατική υποχρέωσή της, πώλησε αυθημερόν τις ανωτέρω μετοχές του αναιρεσιβλήτου με το τίμημα που συμφώνησαν, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του χρηματιστηρίου, όπως προέβλεπε το άρθρο 21 του ν.1806/1988 και τον ενημέρωσε τόσο τηλεφωνικά όσο και με αποστολή προς αυτόν τηλεομοιοτυπίας (FAX),όπου απεικονιζόταν το 2039γ/17.2.1994 πινακίδιο πώλησης μετοχών του δυνάμει των εγγραφών του οποίου ο αναιρεσίβλητος απέκτησε κατά των αγοραστριών των μετοχών του εταιριών ενοχική αξίωση πληρωμής του τιμήματος αυτών των μετοχών, ποσού 39.321.852 δραχμών, πλέον της προμήθειας της αναιρεσείουσας, ποσού 207.648 δραχμών.

Οι 1.766 κοινές μετοχές του αναιρεσιβλήτου πωλήθηκαν την ώρα 11, 19' και 36'' στη ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, μαζί με όλες τις υπόλοιπες κοινές μετοχές (σύνολο 660.000) της εταιρείας ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ, αξίας 1.400.000.000 δραχμών, ίσης με το 1/3 περίπου του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας αυτής "για λογαριασμό πελάτη της αγοράστριας με πληκτρολόγηση της σχετικής εντολής από το τερματικό της (αγοράστριας) εκ μέρους του υπαλλήλου της Υ1, ο οποίος τη διαβίβασε ως αντικρυστής, μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών", εντολή την οποία λίγα λεπτά της ώρας μετά τη διαβίβασή της αρνήθηκε ρητώς η αγοράστρια εταιρεία και ζήτησε αμέσως με την από 17.2.1994 επιστολή της προς το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και τον Πρόεδρό του ...

την ακύρωση της πωλήσεως, ενώ και οι φερόμενοι ως εντολείς του Υ1 για την επίμαχη αγορά μετοχών Μ1, Μ2 και Μ3 (για λογαριασμό των οποίων ενήργησε ο Υ1 την αγορά των μετοχών) δήλωσαν εγγράφως με εξώδικες διαμαρτυρίες τους ότι δεν είχαν δώσει εντολή αγοράς των μετοχών αυτών. Οι 3.250 προνομιούχες μετοχές του αναιρεσιβλήτου πωλήθηκαν μετά δύο λεπτά της ώρας περίπου (11.21'και 43''- 49'') τμηματικά σε έξι ανώνυμες εταιρείες (ΕΨΙΛΟΝ, Α.ΒΟΪΛΗΣ, ΑΤΛΑΣ, EUROSEC EFG EUROBANK).

Λόγω του θέματος που δημιουργήθηκε με τη χωρίς πληρεξουσιότητα αγορά από τον Υ1 των 660.000 κοινών μετοχών της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ και λαμβανομένου υπόψη ότι η χωρίς πληρεξουσιότητα εντολή αυτή αγοράς διασταυρώθηκε με αντίστοιχες εντολές πωλήσεων που είχαν εισαχθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του Χρηματιστηρίου από τα τερματικά άλλων μελών του, με συνέπεια τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων αυτομάτως κατά τη διασταύρωση των εκατέρωθεν εντολών, αποφασίσθηκε, μετά από έγγραφη (αρ.

πρωτ. ...) πρόταση όλων των εμπλεκομένων εταιρειών στις αγοραπωλησίες αυτές μετοχών της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ και παρά την αντίθετη μέχρι τότε πρακτική του Χρηματιστηρίου, να γίνει αντιλογισμός, δηλαδή να καταρτισθούν αντίστροφες αγοραπωλησίες και να επανέλθουν οι μετοχές στους κατόχους αυτών με το ίδιο τίμημα πώλησής τους (το οποίο δεν τους είχε καταβληθεί). "Η αντιστροφή αυτή διενεργήθηκε την επομένη των αρχικών συναλλαγών με εκτέλεση των εντολών που είχαν εκ νέου διαβιβασθεί μέχρι την καθορισμένη ώρα, και μόνο η διαδικαστική διεκπεραίωση της πληκτρολογήσεως των σχετικών εντολών από τους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου έγινε μετά τη λήξη της κανονικής συνεδριάσεως, δηλαδή μετά την 15.00 ώρα της 18-2-1994, με τη χειροκίνητη διαδικασία εισαγωγής εντολών στο σύστημα και κατόπιν επεμβάσεως των τεχνικών υπηρεσιών του Χρηματιστηρίου, που κράτησαν ανοικτό το σύστημα μέχρι να περατωθεί η εκτέλεση όλων των εντολών, σύμφωνα με τις πάγιες διαδικασίες συνάψεως συναλλαγών σε πακέτα μετοχών.

Το γεγονός αυτό δεν καθιστά παράνομη αυτή καθεαυτή την αντιστροφή των συναλλαγών που είχαν γίνει στις 17-2-1994, δεδομένου ότι οι σχετικές πράξεις αντιλογισμού έγιναν "εντός κύκλου", δηλαδή κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως του Χρηματιστηρίου, και μόνον το τεχνικό μέρος της αντιστροφής διενεργήθηκε για λόγους πρακτικούς μετά τη λήξη της συνεδριάσεως, ώστε η κάθε μετοχή να πωλείται στην ίδια ακριβώς τιμή που είχε αγορασθεί την προηγουμένη και όχι στην τυχόν διαφορετική τιμή που διαμορφώθηκε για τις μετοχές της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ κατά την ημέρα του αντιλογισμού.

Η ενέργεια άλλωστε αυτή δεν ήταν άγνωστη στο χώρο των χρηματιστηριακών συναλλαγών, ούτε είναι αρρύθμιστη από το ισχύον δίκαιο περί των Χρηματιστηρίων Αξιών, γεγονός που βεβαίωσε άλλωστε και ο μάρτυρας ..., ο οποίος κατέθεσε ότι και κατά το παρελθόν είχαν υπάρξει πράξεις αντιλογισμού, λόγω λαθών που παρεισέφρησαν κατά την πληκτρολόγηση των αντίστοιχων συναλλαγών.

Ωστόσο, η πραγμάτωσή της, δηλαδή η σύναψη και εκτέλεση της σχετικής αντίστροφης συμφωνίας (επαναπωλήσεως ή επαναγοράς των πωληθέντων τίτλων) εκ μέρους του εντολοδόχου χρηματιστή χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του εντολέα του που βλάπτεται από τη διενέργειά της, αφενός μεν συνιστά πράξη παράνομη, αφετέρου δε δεν επιδρά στη μεταξύ των μερών σχέση, και ειδικότερα δεν απαλλάσσει τον εντολοδόχο χρηματιστή από την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του εντολέα του, που προκλήθηκε από την υπαίτια παράλειψη του να εισπράξει για λογαριασμό του τελευταίου το τίμημα που επιτεύχθηκε.

Πράγματι ο εφεσίβλητος - ενάγων, παρά την εξέλιξη αυτή της όλης συναλλαγής σχετικά με την αγοραπωλησία των μετοχών της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ, -για τις οποίες είχε δώσει εντολή στη χρηματιστηριακή-εταιρεία ΚΥΚΛΟΣ Α.Χ.Ε. προς πώληση τούτων, κατέθεσε τις επίμαχες μετοχές του στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στο όνομα της εντολοδόχου εταιρείας και συστάθηκε σχετικά το υπ' αριθμ. ...

γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο κοινοποίησε σ' αυτήν με την από 24-2-1994 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία και πρόσκληση προς αυτήν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση, Έτσι η εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), ενώ όφειλε ως εντολοδόχος να συμπράξει με τα μέλη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που αγόρασαν αντίστοιχα τις μετοχές για λογαριασμό των πελατών τους και να μεριμνήσει μέσα στις δύο επόμενες εργάσιμες ημέρες για τη χρηματιστηριακή εκκαθάριση της συναλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 3632/1928, όπως ίσχυε κατά τον επίμαχο χρόνο, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 45 παρ. 2 ν. 1914/1990, και ειδικότερα να μεριμνήσει αφενός μεν για την παράδοση των πιο πάνω μετοχών, αφετέρου δε για τη λήψη του τιμήματος αυτών, προκειμένου δηλαδή μέσω αυτής, αφενός μεν να περιερχόταν το συνολικό τίμημα στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, ως παραγγελέα και εντολέα για την πώληση τούτων, αφετέρου δε μέσω των μελών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, που συμβλήθηκαν μαζί της, να περιέρχονταν οι μετοχές αυτές στις αγοράστριες εταιρείες, αυτή όχι μόνον δεν έπραξε τούτο, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως το νόμο, και μάλιστα το κύριο χρηματιστηριακό δίκαιο, και συγκεκριμένα τις διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 90 επ.

ΕμπΝ και 713 επ. και 719 ΑΚ, αλλά τουναντίον συνέπραξε με τις λοιπές εταιρείες στην επαναγορά των μετοχών του εφεσιβλήτου - ενάγοντος στις 18-2-1994 στο όνομά της μεν, αλλά για λογαριασμό και προς το συμφέρον του τελευταίου, χωρίς ωστόσο να έχει οποιαδήποτε εντολή από αυτόν, συναίνεση ή έγκρισή του και χωρίς να έχει προηγηθεί ακύρωση της πωλήσεως των μετοχών του.

Η πράξη αυτή επαναγοράς όλων των μετοχών του εφεσιβλήτου - ενάγοντος χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του διαπράχθηκε υπαιτίως και παρανόμως, γιατί, περάν της αντιθέσεώς της προς τις διατάξεις του νόμου, αντίκειται και στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως. Αντιθέτως, τόσο το Χρηματιστήριο Αθηνών όσο και οι εκκαλούσες χρηματιστηριακές εταιρείες που συνέπραξαν στις 18-2-1994 στον αντιλογισμό των χρηματιστηριακών συναλλαγών, που είχαν γίνει την προηγουμένη με αντικείμενο την αγοραπωλησία του μεγάλου πακέτου μετοχών της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ, δεν ευθύνονται να αποζημιώσουν τον εφεσίβλητο - ενάγοντα.

Πράγματι, οι αντίστροφες αυτές συναλλαγές καταρτίσθηκαν νομίμως κατόπιν εγγράφου αιτήματος και με την έγγραφη συναίνεση όλων των χρηματιστηριακών εταιρειών που είχαν εμπλακεί στην επίμαχη συναλλαγή, με καταχώριση στο ηλεκτρονικό σύστημα του Χρηματιστηρίου των αντίστροφων εντολών που διαβίβασαν τα μέλη του.

Το γεγονός ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών δεν προέβη στις 17-2-1994 σε μονομερή ακύρωση της συναλλαγής αυτής, δυνατότητα η οποία του παρασχέθηκε μεταγενέστερα υπό προϋποθέσεις με το άρθρο 29 ν. 2579/1998, δεν σημαίνει ότι μπορούσε να αντιταχθεί στη διενέργεια της αντίστροφης συναλλαγής που πραγματοποιήθηκε στις 18-2-1994 με τη σύμπραξη όλων των χρηματιστηριακών εταιρειών που είχαν εμπλακεί την προηγουμένη στην πώληση του μεγάλου αυτού πακέτου μετοχών της εταιρείας ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΒΕ, Στο ερώτημα, κατά πόσον για τις αντίστροφες αυτές συναλλαγές υπήρχε ταυτόχρονα και συναίνεση των εντολέων των μελών του Χρηματιστηρίου είναι ζήτημα που άπτεται αποκλειστικά των σχέσεων της κάθε χρηματιστηριακής εταιρείας με τους πελάτες της, δηλαδή των σχέσεων εντολοδόχων και εντολέων, στις οποίες το Χρηματιστήριο Αξιών δεν υπεισέρχεται κατά νόμο, όπως τούτο προβλέπεται από το άρθρο 19 παρ. 1 ν. 3632/1928, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 6280/Β 508/17-5-1989 (Φ.Ε.Κ. 417 τ.

Β') απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ούτε είχε τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη διενέργεια τούτων, ή να ελέγξει και να διαπιστώσει την ύπαρξη ή μη συναινέσεως των εν λόγω εντολέων, την ταυτότητα των οποίων αγνοεί άλλωστε λόγω του απορρήτου των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Για τον ίδιο λόγο και η κάθε χρηματιστηριακή εταιρεία που συνέπραξε στην αντίστροφη αυτή συναλλαγή δεν είχε τη δυνατότητα, ούτε όμως και την υποχρέωση να γνωρίζει κατά πόσον οι λοιπές εταιρείες με τις οποίες συμβλήθηκε για την αντίστροφη συναλλαγή είχαν τη συναίνεση των εντολέων τους γι' αυτή την ενέργεια.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα που αναφέρθηκαν παραπάνω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων μετά την επαναγορά των μετοχών για λογαριασμό του από την εταιρεία ΚΥΚΛΟΣ Χ.Α.Ε. δεν είχε πλέον συμφέρον στην εκ νέου πώληση αυτών. Πράγματι, από την αναστάτωση που προκλήθηκε στους χρηματιστηριακούς κύκλους από την αντίστροφη συναλλαγή και σε συνδυασμό με τον έλεγχο που διενέργησε το Υπουργείο Εμπορίου στην εταιρεία ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗ ΑΒΕΕ διαπιστώθηκε ότι το ποσόν που είχε αντλήσει η εταιρεία, από 7-2-1994, ως αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου το είχε διαθέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου σε εταιρεία συμβούλων επενδύσεων, με σκοπό τη χρηματοοικονομική του εκμετάλλευση για επενδύσεις εκτός των εταιρικών σκοπών.

Το γεγονός αυτό οδήγησε το διοικητικό συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αθηνών στην απόφαση να αναστείλει από 23-11-1994 τη διαπραγμάτευση της μετοχής της εν λόγω εταιρείας μέσω του χρηματιστηρίου, -απόφαση που επικυρώθηκε μάλιστα με την 4993/1996 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τα περιστατικά αυτά είχαν την πτωτική πορεία της μετοχής της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ μετά την 18- 2-1994.

Και είναι μεν αληθές ότι ενόψει των δυσεξήγητων διακυμάνσεων που είχε παρουσιάσει ήδη από τα τέλη του έτους 1993 η τιμή της μετοχής της πιο πάνω εταιρείας, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε ειδική συνεδρίασή της υπέβαλε έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, στις 8-3-1994, για παράβαση των άρθρων 30 ν. 1806/1988 και 72 παρ. 1 ν. 1969/1991 για καταχρηστική εκμετάλλευση εμπιστευτικής πληροφόρησης και διασπορά ψευδών πληροφοριών, που μπορούν να επηρεάσουν την τιμή κινητών αξιών εισηγμένων σε χρηματιστήρια αξιών, μεταξύ δε των προσώπων για τα οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη για την πιο πάνω πράξη περιλαμβανόταν και ο εφεσίβλητος - ενάγων, ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΑΒΕΕ, πλην όμως αυτός, ενώ είχε καταδικασθεί πρωτοδίκως, κρίθηκε τελικά αθώος της πιο πάνω κατηγορίας, όπως και οι λοιποί κατηγορούμενοι, πλην του Υ1 με την 976/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η δε κατ' αυτής αναίρεση που άσκησαν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως πολιτικώς ενάγουσα απορρίφθηκε με την 92/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου".

Στη συνέχεια δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ζημία του αναιρεσιβλήτου από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας ανήλθε στο ποσό των 38.384,35 δραχμών, ισάξιων με 112.646,66 ευρώ (39.321,852 δραχμές το τίμημα πωλήσεως των μετοχών μείον η μεταγενέστερη αξία τούτων 18.750 μετοχές Χ 50 δραχμές η καθεμία =937.500 δραχμές), για το οποίο αναγνωρίσθηκε ότι είχε υποχρέωση η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο.

Με αυτές τις παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι: 1) Ως προς την πώληση των μετοχών του αναιρεσιβλήτου δια της εντολοδόχου του αναιρεσείουσας χρηματιστηριακής εταιρείας δεν αιτιολογείται επαρκώς, αν δέχεται ότι ήταν έγκυρη η σχετική σύμβαση, ενόψει της ελλείψεως πληρεξουσιότητας του προστηθέντος υπαλλήλου της "Χρηματιστηριακής Βορείου Ελλάδος" από τους φερόμενους ως εντολείς του για την αγορά των μετοχών Μ1, Μ2 και Μ3, διότι σε περίπτωση εγκυρότητάς της και μόνον μπορούσε να δημιουργηθεί και αξίωση πληρωμής του τιμήματος των μετοχών από τον αναιρεσίβλητο δια μέσου της εντολοδόχου του αναιρεσείουσας (άρθρου 513 και 719 του ΑΚ).

Εάν όμως ήταν έγκυρη η συμφωνία πωλήσεως των μετοχών, ανάκτηση τούτων με το ίδιο τίμημα από τον αναιρεσίβλητο θα έπρεπε να έχει αντίστροφου περιεχομένου συμφωνία πωλήσεως των αυτών (και υπό την αυτή ιδιότητα) συμβαλλομένων (εξώνηση κατά τα άρθρα 565-572 του ΑΚ), ενώ αν ήταν ελαττωματική η πώληση, τότε μπορούσε να γίνει λογιστική επανόρθωση των αποτελεσμάτων της με αντιλογισμό. 2) Ως προς τη δεύτερη συμφωνία της αναιρεσείουσας με τις αντισυμβαλλόμενες εταιρείες αγοράς των μετοχών του αναιρεσιβλήτου, ανεπαρκώς αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση η κρίση της για εγκυρότητα της αντιστροφής των συναλλαγών που είχαν γίνει στις 17.2.1994, για το λόγο ότι οι σχετικές πράξεις αντιλογισμού έγιναν "εντός κύκλου", δηλαδή κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως του χρηματιστηρίου, παραθέτοντας ως επικουρική σκέψη της ότι κατά το παρελθόν είχαν υπάρξει πράξεις αντιλογισμού, λόγω λαθών που παρεισέφρησαν κατά την πληκτρολόγηση των συναλλαγών και το ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν κατόπιν εγγράφου αιτήματος και με την έγγραφη συναίνεση όλων των χρηματιστηριακών εταιρειών που είχαν εμπλακεί.

Έτσι δεν καθίσταται σαφές, αν με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση αναζητεί έρεισμα της νομιμότητας της αντιστροφής της πώλησης σε εθιμικό δίκαιο των χρηματιστηριακών συναλλαγών ή αδοκίμως στον μεταγενέστερο ν. 2579/1998, με το άρθρο 29 παρ. 1 του οποίου (χωρίς αναδρομική ισχύ) παρέχεται το δικαίωμα στο Διοικητικό Συμβούλιο του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, με απόφασή του, υποκείμενη στην έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, να κηρύξει άκυρη χρηματιστηριακή συναλλαγή που καταρτίσθηκε μέσω του Αυτόματου Συστήματος Ηλεκτρονικών Συναλλαγών, εφόσον κατά την κρίση του η κήρυξη της πράξης ως άκυρης απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς ή την προστασία συμφερόντων του επενδυτικού κοινού, όπως όταν η κατάρτιση της πράξης είναι, κατά την κρίση του, προϊόν απάτης. 3) Με αντιφατική αιτιολογία η απόφαση, ενώ δέχεται ότι δεν ήταν παράνομη η αντιστροφή της πώλησης από την αναιρεσείουσα χωρίς τη συγκατάθεση του εντολέα της αναιρεσιβλήτου, στη συνέχεια δέχεται ότι η πράξη αυτή (επαναγοράς των μετοχών του αναιρεσιβλήτου) χωρίς τη συναίνεση ή την έγκρισή του διαπράχθηκε υπαιτίως και παρανόμως λόγω της αντιθέσεώς της τόσο στις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 ν.3632/1928, που της επέβαλε την υποχρέωση να λάβει το τίμημα της πώλησης των μετοχών του αναιρεσιβλήτου από τις αγοράστριες εταιρείες και να το παραδώσει σ' αυτόν με παράλληλη παράδοση των μετοχών του στις αγοράστριες (κρίση που προϋποθέτει εγκυρότητα της πώλησης των μετοχών του αναιρεσιβλήτου και έλλειψη αποχρώντος λόγου για τον γενόμενο αντιλογισμό), όσο και στο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως (κρίση που έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή ότι είχε ακυρωθεί εντός 24ώρου η πώληση με αντιλογισμό και άρα δεν υπήρχε από αυτήν δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου δυνάμενο να προσβληθεί από την αναιρεσείουσα). 4) Με την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε χωρίς εντολή (και πληρεξουσιότητα) την αντιστροφή της πώλησης για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή χωρίς αντιπροσωπευτική εξουσία και επειδή, λόγω της εμμονής του στη σύμβαση πωλήσεως, δεν θα μπορούσαν να επέλθουν αποτελέσματα στο πρόσωπό του από την αντιστροφή-αντιλογισμό" (άρθρο 229 ΑΚ), αυτός μεν διατηρούσε την αξίωση για το τίμημα των μετοχών του κατά των αγοραστριών Χρηματιστηριακών Εταιρειών, η δε αναιρεσείουσα κατέστη ατομικώς υπόχρεα εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που ανέλαβε από τη δεύτερη σύμβαση αναμεταβίβασης των μετοχών έναντι των αντισυμβαλλομένων της προηγούμενων αγοραστριών των μετοχών εταιρειών(άρθρο 231 του ΑΚ).

Εν όψει τούτου, με τρόπο ανακόλουθο και αντιφατικό δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα και εγκύρως ανέτρεψε (ακύρωσε) τις συνέπειες της πώλησης των μετοχών του αναιρεσιβλήτου με αντιλογισμό και ευθύνη της αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου για την μη εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής της προς είσπραξη του τιμήματος της πώλησης (για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου) δημιουργείται κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις. 5) Με τις παραδοχές της απόφασης του Εφετείου ότι η πώληση των μετοχών του αναιρεσιβλήτου και ο αντιλογισμός -αναμεταβίβαση τούτων συμφωνήθηκαν αυθημερόν (μόνον η διεκπεραίωση του αντιλογισμού συντελέσθηκε την επομένη) και ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας από τη σύμβαση εντολής έναντι του αναιρεσιβλήτου προς είσπραξη του τιμήματος πώλησης των μετοχών του από τις αγοράστριες εταιρείες έπρεπε να εκπληρωθεί μέσα στις επόμενες δύο ημέρες, δεν αιτιολογείται επαρκώς σε ποια περιστατικά θεμελιώνεται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης της αναιρεσείουσας να εισπράξει το τίμημα εντός διημέρου από την πώληση, - εφόσον αυτή φέρεται ότι πριν από τη λήξη του διημέρου είχε ακυρωθεί με αντιλογισμό - και της ζημίας του αναιρεσιβλήτου από τη μη είσπραξη του τιμήματος από τις ευθυνόμενες για την καταβολή του αγοράστριες εταιρείες.

Συνεπώς με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα άνω ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δέχθηκε η απόφαση του Εφετείου ότι θεμελιώνεται με τα ανωτέρω περιστατικά αδικοπρακτική ευθύνη (914 ΑΚ) της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου και κατέστη έτσι η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα. Κατόπιν τούτου, οι λόγοι αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως, με τους οποίους, όπως αυτοί εκτιμώνται και όπως συμπληρώθηκαν με την εισήγηση του Εισηγητή-Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), προβάλλεται για την απόφαση του Εφετείου η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (ο οποίος προσήκει και ως προς τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως και όχι εκείνος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8385/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει τη υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ