Supreme Court dismisses appeal against eviction judgment due to lack of procedural absence and insufficient grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's eviction judgment, ruling the appeal inadmissible. The appellant failed to appear at the hearing or submit the required declaration, violating procedural rules. The court found the lower court's reasoning sufficient regarding property rights and adverse possession, rejecting claims of inadequate justification. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or declare presence, and grounds for appeal based on insufficient reasoning are rejected when the lower court's decision is clearly substantiated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1186 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1186/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (κωλυομέ-νου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: ..., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων-καλουσών: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δούκα Καλογήρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 353/2003 του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Μυτιλίνης). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2004 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1708/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούσες με την από 8-3-2007 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 8-9-2006 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ζήση Βασιλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από την 9287/4-4-2007 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητες, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 8-3-2007 κλήσεως για συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, η οποία όμως δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση και συνεπώς η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και γενικά στην αιτιολόγηση πορίσματος στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, αν τούτο εκτίθεται σαφώς. Εξ άλλου, προϋπόθεση της κτήσεως της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρ. 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομής), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο επί του οποίου παλαιότερα υφίστατο ένα δωμάτιο με μικρή κουζίνα με τη συνεχόμενη αυλή, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου και βρίσκεται στη ... Το ακίνητο αυτό αποτελεί συνεχόμενο και αναπόσπαστο τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικής έκτασης 258 τ.μ., το οποίο αρχικά ανήκε στον ..., κάτοικο ...
Ο τελευταίος στις αρχές του έτους 1963, ολόκληρο το ανωτέρω οικόπεδο, συμπεριλαμβανομένου και του επιδίκου, με την υπάρχουσα στο μη επίδικο τμήμα του οικοπέδου οικία, αποτελούμενη από τρία δωμάτια και λοιπούς βοηθητικούς χώρους, στην οποία (οικία) μέχρι τότε διέμενε με τη σύζυγό του, το παραχώρησε άτυπα, ως προίκα, στην πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, ..., θετή κόρη του, επ' ευκαιρία του γάμου της με τον ...
Από τότε που παραδόθηκε, για την αιτία που προαναφέρθηκε, η νομή και η κατοχή του ανωτέρω ακινήτου στην πρώτη αναιρεσίβλητη, αυτή ασκούσε με διάνοια κυρίου τις αρμόζουσες στη φύση του ακινήτου αυτού διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα χρησιμοποιούσε την οικία που υπήρχε στο ακίνητο ως κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της και στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, τον οποίο προηγουμένως είχε περιφράξει, τοποθετούσε καυσόξυλα.
Ο θετός πατέρας της ... μετά την παράδοση της νομής του ακινήτου σ' αυτήν, εγκαταστάθηκε κατά παράκληση και ανοχή της, με τη σύζυγό του σε πρόσθετο δωμάτιο με μικρή κουζίνα, που κτίσθηκε κατά το ίδιο έτος (1963) σε επαφή με την υπάρχουσα οικία, το οποίο δωμάτιο επικοινωνούσε εσωτερικά με αυτή. Τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις σε ολόκληρο το ακίνητο η πρώτη αναιρεσίβλητη τις άσκησε συνεχώς με διάνοια κυρίου από το έτος 1963 μέχρι το έτος 1989.
Το έτος τούτο η πρώτη αναιρεσίβλητη με το ... συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Καλλονής Νικ.Χατζημωϋσή, που νόμιμα μεταγράφηκε, το μεταβίβασε κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε μία από τις δεύτερη και τρίτη εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες θυγατέρες της, οι οποίες, στη συνέχεια, αφού κατεδάφισαν όλα τα υπάρχοντα στο οικόπεδο ως άνω κτίσματα ανήγειραν κατά το ίδιο έτος (1989) δύο συνεχόμενες και αυτοτελείς οικίες, στις οποίες διαμένουν έκτοτε συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (26.7.2001).
Στο μεταξύ ο ανωτέρω ..., που απεβίωσε στις 12.6.1983, με την ...δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Ευστρατίου Βάρκα και δημοσιεύθηκε με το 1/1985 Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, άφησε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ένα τμήμα από το ανωτέρω ακίνητο και συγκεκριμένα το προαναφερόμενο δωμάτιο με τη μικρή κουζίνα στο οποίο διέμενε με τη σύζυγό του, το οποίο στη διαθήκη χαρακτηρίζει ως οικίσκο και τον έμπροσθεν του εν λόγω δωματίου αύλειο χώρο, την επιφάνεια του οποίου δεν προσδιορίζει.
Η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε την κληρονομία και μετέγραψε νόμιμα τη σχετική πράξη αποδοχής ... της συμβολαιογράφου Μυτιλήνης Γεωργίας Ρασβίτσου. Με βάση αυτά το Εφετείο έκρινε, ότι η αναιρεσείουσα δεν απέκτησε κανένα δικαίωμα επί του επιδίκου, διότι αυτό, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ... (που είναι και ο χρόνος επαγωγής της κληρονομίας - ΑΚ 1711), δεν αποτελούσε στοιχείο της κληρονομίας του, αφού είχε εκφύγει από τη νομή και την κυριότητά του.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε, ότι κατά το χρόνο αυτό η πρώτη αναιρεσίβλητη θετή κόρη του ... με εικοσαετή νομή επί όλου του ακινήτου, μέρος του οποίου αποτελεί και το επίδικο, έγινε κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), και ότι οι δεύτερη και τρίτη απέκτησαν επίσης την κυριότητα αυτού αφενός με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη δική τους νομή από το έτος 1989 μέχρι το έτος 2001 και την προηγούμενη από το έτος 1963 νομή της δικαιοπαρόχου τους (1045 και 1051 Α.Κ.) και αφετέρου με τακτική χρησικτησία, διότι άσκησαν στο ακίνητο υπερδεκαετή νομή με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη (ΑΚ 1041).
Στη συνέχεια, κρίνοντας ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας των αναιρεσιβλήτων εναγομένων είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και η αγωγή της αναιρεσείουσας αβάσιμη, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και απέρριψε την έφεση της τελευταίας. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και πρέπει οι από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
πρώτος, δεύτερος τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις αυτές, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Τέλος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, οι ως άνω ελλείψεις δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο, ούτε και έτερο, λόγο αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2004 αίτηση για αναίρεση της 353/2003 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ