Legislator Case Law & Legislation
1186/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on negligence homicide, upholding lower court's finding of gross speeding and lack of care.

Case Number 1186/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athenian Court of Appeal's conviction for negligent homicide. The lower court found the defendant guilty based on evidence showing she drove at 100 km/h in a 70 km/h zone, failed to maintain proper attention, and struck a pedestrian at night with poor visibility. The Supreme Court rejected the appeal as unfounded, stating the lower court's evaluation of the evidence and the defendant's negligence was uncontrollable and legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 302(1) and 28 of the Penal Code; The court established that for a conviction of negligent homicide, the prosecution must objectively prove death and subjectively demonstrate the defendant's failure to exercise the care required by law and common sense, coupled with the ability to foresee and avoid the result, alongside a causal link between the act and the consequence.

Keywords

AI generated
negligent homicide gross negligence speeding offense criminal appeal causal link standard of care uncontrollable evaluation

Cited Legislation

AI generated
Articles 302(1) and 28 of the Penal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 583(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1186 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1186/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας – κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο – Νικόλαο Κλειτσίκα, τον οποίο διόρισε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Γεώργιος Ασημάκης, περί αναιρέσεως της 6241/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. ... και 2. ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και η αναιρεσείουσα – κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουνίου 2005 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1236/2005.

Αφού άκουσεΤους πληρεξούσιους δικηγόρους των πιο πάνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 302 παρ. 1 και 28 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται αντικειμενικώς μεν πρόκληση θανάτωσης άλλου, υποκειμενικώς δε: α) μη καταβολή από το δράστη της επιβαλλόμενης, κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχής, την οποία κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος οφείλει υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει, βάσει των νομικών κανόνων, των συνηθειών που επικρατούν στις συναλλαγές και της κοινής πείρας και λογικής και β) δυνατότητα αυτού, βάσει των προσωπικών περιστάσεων, γνώσεων και ικανοτήτων, να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής, είτε δεν προέβλεψε (άνευ συνειδήσεως αμέλεια), είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (συνειδητή αμέλεια) και γ) να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος.

ΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την 6241/2005 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, όπως προκύπτει από το σκεπτικό συνδυαζόμενο με το διατακτικό, ότι μετ' εκτίμηση και αξιολόγηση των διαλαμβανομένων στην απόφασή του αποδεικτικών μέσων που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει (χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, καθώς και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Η κατηγορουμένη ..., στις 20.2.1999, από αμέλεια, λόγω ελλείψεως δηλαδή της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλει, επέφερε το θάνατο σε άλλον, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη της. Και συγκεκριμένα, την άνω ημερομηνία, και περί ώρα 01.30, η κατηγορουμένη, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο της, τύπου ... (και όχι ... με άγνωστο αριθμό κυκλοφορίας που αναφέρεται στο κατηγορητήριο), κινείτο στην ..., πλησίον της προοδευτικής χιλιομετρικής 159+300, στην τοποθεσία ... στην Κοινότητα ..., με κατεύθυνση από ... προς ... Στο ένδικο σημείο το οδόστρωμα έχει συνολικό πλάτος 8,60 μ. (4,30 μ. κάθε ρεύμα) πλέον ασφάλτινου ερείσματος 1,40 μ.

εκατέρωθεν. Στις δύο πλευρές υπάρχει ανυψωμένο έρεισμα πλάτους 3 περίπου μέτρων, με χλοοτάπητα, ενώ, πέραν αυτού στο προς ... ρεύμα, υπάρχει επικλινές τμήμα που καταλήγει σε τάφρο βρόχινων υδάτων. Στο αυτό ρεύμα το χλοώδες έρεισμα παρουσιάζει κοίλωμα, στο οποίο έχει δημιουργηθεί στάση ανάπαυσης (χώρος σταθμεύσεως).

Το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ήταν 70 χλμ/ω, ενώ η ορατότητα, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ανεπαρκής λόγω νύκτας και ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού. Όμως, η κατηγορούμενη δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ενώ είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τουλάχιστον κατά 30 χλμ/ω, βαίνοντας με 100 χλμ/ω.

Έτσι, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τον πεζό ..., γιο των πολιτικώς εναγόντων, ο οποίος επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της, κατευθυνόμενος στη στάση ανάπαυσης και παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό που καθυστερημένα ενήργησε, προσέκρουσε, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου της, στη δεξιά πλευρά του, τον ανέβασε στο καπό, με αποτέλεσμα τη θραύση του ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) από τη βίαιη πρόσκρουση του σώματος του σ' αυτόν, τον μετέφερε επί του καπό σε απόσταση 25 περίπου μέτρων, διασχίζοντας τον χλοοτάπητα, και ακινητοποιούμενη μισό περίπου μέτρο προ του επικλινούς τμήματος, τον εκσφενδόνισε στην τάφρο των βρόχινων υδάτων, αφήνοντας ίχνη πεδήσεως δεξιού τροχού μήκους 22,80 μ.

από τα οποία τα 4,30 μ. στον χλοοτάπητα και αριστερού μήκους 19,15 μ. Λόγω του ελιγμού προς τα δεξιά, τα ίχνη έχουν πλάγια φορά και ξεκινούν από το οδόστρωμα με κατεύθυνση προς τον χλοοτάπητα, όπου το αυτοκίνητο πήρε και άλλη κλίση προς τα δεξιά και ακινητοποιήθηκε στο σημείο που αναφέρθηκε καταλαμβάνοντας, σε θέση διαγώνια, και ολόκληρο σχεδόν το πλάτος του χλοοτάπητα.

Ο πεζός, από την πρόσκρουση του στο αυτοκίνητο και την εκτίναξή του στην τάφρο, υπέστη εσωτερική αιμορραγία και πολλαπλά τραύματα με πιθανό πλήγμα των εσωτερικών οργάνων της θωρακικής και κοιλιακής χώρας, από τα οποία ως μόνη ενεργό αιτία επήλθε αμέσως ο θάνατος του. Το ότι ο πεζός ερχόταν από τα αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου και όχι αντιθέτως, αποδεικνύεται από το σημείο προσκρούσεως (εμπρόσθιο αριστερό) και από τα σημεία στα οποία κτυπήθηκε αυτός (κυρίως στη δεξιά πλευρά), ενώ αν διέσχιζε το οδόστρωμα από τα δεξιά (προερχόμενος από το χώρο σταθμεύσεως), το όχημα θα προσέκρουε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην αριστερή πλευρά αυτού.

Η υπερβολική ταχύτητα του οχήματος αποδεικνύεται από το μήκος των ιχνών τροχοπεδήσεώς του, σε συνδυασμό με τη βίαιη πρόσκρουση στο σώμα του πεζού και την εκτίναξη του σε απόσταση, εφόσον ναι μεν από το νομογράφημα που χρησιμοποιεί η Τροχαία προκύπτει σε σχέση με τα ίχνη πεδήσεως και την τριβή του οδοστρώματος, ταχύτητα γύρω στα 60 χλμ/ω, όμως μεγάλο μέρος της αρχικής ταχύτητας του αυτοκινήτου (άνω των 40 χλμ/ων) απορροφήθηκε από την πρόσκρουση και από την άνοδο στο έρεισμα με τον χλοοτάπητα.

Ακολούθως το Εφετείο διατύπωσε την κρίση ότι η κατηγορουμένη όφειλε και μπορούσε να αντιληφθεί ότι ο πεζός διέσχιζε το οδόστρωμα από απόσταση τουλάχιστον 40 μέτρων και να ενεργήσει αναλόγως, δεδομένου ότι αυτός μέχρι το σημείο της προσκρούσεως είχε διασχίσει περί τα 8 μέτρα (ολόκληρο το ένα ρεύμα και το μεγαλύτερο μέρος του άλλου, εγγίζοντας στη στάση ανάπαυσης).

Τέλος, το Εφετείο δέχθηκε ότι από τα ανωτέρω καθίσταται φανερή η υπαιτιότητα της κατηγορούμενης για το θανάσιμο τραυματισμό του πεζού, ανεξαρτήτως της υπαιτιότητας και του τελευταίου, ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα χωρίς να ελέγξει αν μπορούσε να το πράξει ακινδύνως και χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων που κινούνταν σ' αυτό.

Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ που εφάρμοσε, και είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα: 1] Δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού, στο οποίο αναφέρεται ότι το ατύχημα συνέβη «σε οδό στο λιμάνι της ...», και του αιτιολογικού με το οποίο διευκρινίζεται η ονομασία της άνω οδού [...] και το ακριβές σημείο του ατυχήματος [πλησίον της προοδευτικής χιλιομετρικής 159+300, στην τοποθεσία ...

στην Κοινότητα ...]. 2] Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αμέλεια [μη συνειδητή] της αναιρεσείουσας, αναφέρεται δε κατά τρόπο σαφή και πλήρη, σε τι αυτή συνίσταται, δηλαδή στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου της, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, και στο ότι είχε υπερβεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τουλάχιστον κατά 30 χλμ/ω, και έβαινε με 100 χλμ/ω, ενώ η ορατότητα, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ανεπαρκής λόγω νύκτας και ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού.

Περαιτέρω, καθορίζει σαφώς τα στοιχεία εκείνα από τα οποία οδηγήθηκε στο πιο πάνω συμπέρασμα [όριο ταχύτητας, πλάτος του οδοστρώματος, απόσταση από την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να αντιληφθεί τον πεζό, ίχνη πεδήσεως, βίαιη πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο σώμα του πεζού, εκτίναξή του σε απόσταση, μέρος του οχήματος με οποίο έγινε η πρόσκρουση και λοιπές συνθήκες του ατυχήματος] δεν υπάρχει δε αντίφαση μεταξύ του διατακτικού της απόφασης στο οποίο αναφέρεται «….έβαινε με υπερβολική ταχύτητα» και του σκεπτικού με το οποίο διευκρινίζεται εκείνη με την οποία η αναιρεσείουσα οδηγούσε [100 χιλ/ω] σε σχέση με την επιτρεπόμενη [70 χιλ/ω] στο σημείο του ατυχήματος.

γ] Με την απόφαση γίνεται δεκτό ότι και στις δύο πλευρές του οδοστρώματος υπάρχει ανυψωμένο έρεισμα πλάτους 3 περίπου μέτρων, με χλοοτάπητα. Επομένως είναι σαφής και συμβατή η περαιτέρω παραδοχή της ότι μεγάλο μέρος της αρχικής ταχύτητας του αυτοκινήτου απορροφήθηκε από την πρόσκρουση «και από την άνοδο στο έρεισμα με τον χλοοτάπητα».

Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν δέχεται ως «υπερβολική» την ταχύτητα των 57 χιλ/ω, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά εκείνη των 100 χιλ./ω, ενόψει του ορίου ταχύτητας [70 χιλ./ω] στο σημείο του ατυχήματος. 4] Εφόσον η αμέλεια της αναιρεσείουσας εντοπίζεται στα περιστατικά που προεκτέθηκαν, δεν υπήρχε ανάγκη να διαληφθεί στην απόφαση αν ήταν δυνατή η εκτέλεση άλλου αποφευκτικού ελιγμού εκτός εκείνου που ενήργησε.

Επομένως όλοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και εκ τούτου απορριπτέοι Κατά τα λοιπά δε και καθόσον με τον ίδιους λόγους αναίρεσης προβάλλεται, ότι οι παραδοχές του δικαστηρίου, δεν προκύπτουν από το αποδεικτικά μέσα που αυτό έλαβε υπόψη του, οι λόγος αυτοί είναι απαράδεκτοι, γιατί αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά, περί τα πράγματα εκτίμηση, του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙV.- Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναιρετική αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 314/23.6.2005 αίτηση της ... για αναίρεση της 6241/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στην αναιρεσείουσα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ