Supreme Court dismisses appeal against three defendants while remanding case for trial on others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding three defendants who failed to appear or be represented by counsel, declaring their hearing inadmissible. For the remaining defendants, the court upheld the lower court's finding that the plaintiffs' claim was legally inadmissible due to a lack of entitlement to the specific state benefit in question. Consequently, the case was remanded for a substantive trial on the merits for these parties, while costs were awarded to the State.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2), 576(3), 568(1), 568(4), and 498(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte whether absent defendants were properly summoned, and if not, declare the hearing inadmissible for them, whereas in cases of joint litigation where some are represented, the case is divided and the appeal is remanded for trial on the merits for the represented parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1185 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 2...., και 19. Β. Κ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2308/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3407/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19/6/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου ανέγνωσε την από 16/1/2020 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2 και 3,568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ή αν επέσπευσε αυτός τη συζήτηση και σε αρνητική περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση τόσο γι' αυτόν όσο και για τους μετέχοντες στη δίκη περισσοτέρους διαδίκους.
Σε περίπτωση, όμως, απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 4/2019, ΑΠ 650/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως 9246 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι. Κ., 1114Β/26-11-2019,1115 Β/26-11-2019, 1116 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., 9252 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι.
Κ., 1118 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., 9249 Β/26-11-2019,9253 Β/26-11-2019,9247 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι. Κ.,1117 Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π., 9245Β/26-11 -2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι.
Κ., 1123Β/27-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Π.,9254Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι. Κ., 1121 Β/27-11-2019,1122Β /27-11-2019 και 9244Β/26-11-2019 του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι.
Κ. με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου καθώς και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 28-1-2020 στους πρώτη ,δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τέταρτο, δέκατο έκτο, δέκατο έβδομο και δέκατο ένατο των αναιρεσιβλήτων.
Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ., παρά την απουσία τους, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης. Ως προς τους δέκατο τρίτο, δέκατο πέμπτο και δέκατο όγδοο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι συνδέονται με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους με τη δικονομική σχέση της απλής ομοδικίας και δεν εμφανίστηκαν επίσης και κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
η υπόθεση πρέπει να χωρισθεί και να κηρυχθεί ως προς αυτούς η συζήτηση της αναίρεσης απαράδεκτη, εφόσον δεν αποδεικνύεται κλήτευση αυτών από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ούτε ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητοι επισπεύδουν την συζήτηση της αναίρεσης. Τούτο γιατί αν και στο δικόγραφο της αναίρεσης αναφέρεται ότι ο δέκατος τρίτος αναιρεσίβλητος Ε.
Α. κατοικεί επί της οδού ..., ο δέκατος πέμπτος αναιρεσίβλητος Π. Κ. κατοικεί επί της οδού ... και ο δέκατος όγδοος Δ. Γ. κατοικεί επί της οδού ..., ο δικαστικός επιμελητής Δ. Π. ο οποίος αναζήτησε στις πιο πάνω διευθύνσεις τους δέκατο τρίτο και δέκατο όγδοο των αναιρεσιβλήτων και ο δικαστικός επιμελητής Ι. - Ι.
Κ., ο οποίος αναζήτησε στην πιο πάνω διευθύνση τον δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, δεν βρήκαν αυτούς στις πιο πάνω διευθύνσεις, όπου ήταν άγνωστοι. Τα παραπάνω προκύπτουν: 1) από τις 1120Β/26-11-2019 και 1119Β/26-11-2019 εκθέσεις επίδοσης - Ματαίωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.
Π. για τους δέκατο τρίτο και δέκατο όγδοο των αναιρεσιβλήτων και 2) από την 9248Β/26-11-2019 βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. - Ι. Κ. για τον δέκατο πέμπτο των αναιρεσιβλήτων, που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο όμως περαιτέρω ως επισπεύδον την παρούσα συζήτηση δεν επικαλείται ούτε αποδεικνύει κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων ως αγνώστου διαμονής σύμφωνα με τα άρθρα 135, 136 ΚΛΠΟΔ.
Μετά ταύτα ως προς αυτούς πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς όμως αναιρεσίβλητους, που έχουν κλητευθεί κατά τα προαναφερθέντα νομίμως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της 3407/2011 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552,553, 556,558, 564 παρ.3, 566 ΚΠΟΛΔ, όπως το άρθρο 564 παρ.3 ΚΠολΔ ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 - ΟΛΑΠ 18/2018) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ,ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ" αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ' αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για τον χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξάλλου, με τις διατάξεις του Ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α') εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη Δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Στο άρθρο 13 με τον τίτλο, "Συλλογικές συμφωνίες" προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" του ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001.2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους... 5. 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός, δεν είχαν υποχρέωση, αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ" εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (Ολ.
ΣτΕ 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του Ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων, του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ" αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγηση της.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α' 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ" εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με τον νόμο αυτόν δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στον νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεων του και με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ" εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ" εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ" εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 3336/2005, με τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" που ορίζει ότι, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπική διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση ως προσωπικής διαφοράς, της ειδικής παροχής των 176 ευρώ, σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες που διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των 176 ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των Υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγηση της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψη της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των 176 ευρώ, που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις Υπηρεσίες αυτές δεν τη δικαιούνται από 1-1-2005, με βάση την αρχή της ισότητας, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ., χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών. (ΑΠ Ολομ. 16/2015, ΑΠ 490/2019, ΑΠ 92/2018, ΑΠ ΑΠ 333/2018, ΑΠ 356/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 §2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη από 24/12/2007 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι αναφερόμενοι σ' αυτή ενάγοντες και ήδη αναιρεσείβλητοι εξέθεσαν ότι είναι υπάλληλοι του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, ότι εργάζονται στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι στις ρυθμίσεις του ν. 3205/2003 και ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό σε καθένα από αυτούς, ως πρόσθετη μηνιαία ειδική παροχή του άρθρου 14§2 ν. 3016/2002 για το χρονικό διάστημα, που αναφέρεται στην αγωγή, η οποία (παροχή), χορηγηθείσα, κατά τα περαιτέρω στην αγωγή διαλαμβανόμενα, με πληθώρα ΚΥΑ σε ετερόκλητες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου κλπ., που υπάγονται στο ανωτέρω μισθολογικό καθεστώς, αδιακρίτως του είδους, των συνθηκών εργασίας και της υπηρεσιακής κατάστασης αυτών έχουσα προσλάβει το χαρακτήρα "μιάς γενικής, μη εξαρτώμενης από ουσιαστικές εργασιακές ιδιαιτερότητες αμοιβή, δηλαδή αύξηση των τακτικών μηνιαίων απολαβών των υπαλλήλων αυτού, ως αντιτίμου της παρεχόμενης εργασίας τους, εντός του ίδιου χρόνου απασχόλησης, λειτουργούσα αθροιστικά προς την ενιαία μισθολογική βάση του Ν. 2470/1997 και αποτελεί πλέον γενικό κανόνα για όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους που υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και προσαυξάνει τις αποδοχές τους, χωρίς άλλη προϋπόθεση και που, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν χορηγήθηκε και σε αυτούς, αν και συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την χορήγησή της, μη συμψηφιζομένη με την ειδική κατ' αποκοπή αμοιβής που αυτοί λαμβάνουν με βάση τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ.4 του ν.2592/1998 και τις εκδοθείσες ΚΥΑ, ως επιφορτιζόμενοι με την εκτέλεση του έργου της πρακτικής εξετάσεως ικανότητας οδηγήσεως των υποψηφίων οδηγών επί 7 με 8 ημέρες το μήνα και 3,5 ώρες την ημέρα.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2308/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα ενάγοντα το ποσό των 4.224 ευρώ. Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερα από έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ,με την προσβαλλόμενη 3407/2011 απόφασή του και όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε ότι οι αναιρεσείβλητοι είναι υπάλληλοι του Ελληνικού Δημοσίου και εργάζονται στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο/που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 και εντεύθεν με το ν.2470/1997 και από 1-1-2004 με το ν.3205/2003.
Ωστόσο οι ενάγοντες, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος) δεν ελάμβαναν την ένδικη παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002, που απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, που προσαυξάνει χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, με την χορήγησή της σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων ,που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, χωρίς να ασκεί επιρροή για την επιδίκαση της ένδικης αξίωσης το γεγονός ότι αυτοί έλαβαν κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα της απασχόλησής τους, πέραν των τακτικών αποδοχών τους, και την ειδική μηνιαία αμοιβή της παρ.4 του άρθρου 16 του ν.2592/1998 για την εκτέλεση του έργου της εξέτασης των υποψηφίων οδηγών εκτός του νομίμου ωραρίου, που ανέρχεται μηνιαίως σε 550 ευρώ και 450 ευρώ για τους εξεταστές και βοηθούς εξεταστών αντίστοιχα.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των ήδη αναιρεσειβλήτων και επιδικασθεί σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 4.224 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2007 ως ειδική παραχή του άρθρου 14 ν.3016/2002.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. (από παραδρομή αναφέρεται το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του Ν.3016/2002. 24 παρ. 2, 3 του Ν. 3205/2003 αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν.3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απορρέει υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων/διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Oλ.
ΑΠ 16/2015, ΑΠ 821/2019, ΑΠ 92/2018, ΑΠ 333/2018).
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Πρέπει λοιπόν, κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους αναιρεσίβλητους που εξετάζεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και κρίθηκε παραδεκτή ως προς αυτή η αίτηση αναίρεσης.
5) Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, που αφορούσε το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη. Από τις αιτιολογίες που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή, που είχε γίνει δεκτή και είχε το προεκτεθέν περιεχόμενο είναι μη νόμιμη.
Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση όσον αφορά τους παραπάνω αναιρεσιβλήτους κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της, που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής, να εξαφανιστεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή των άνω αναιρεσιβλήτων ως νόμιμη και ν' απορριφθεί η αγωγή ως προς αυτούς ως μη νόμιμη στο σύνολό της, δηλαδή και κατά την μη εξετασθείσα πρωτοδίκως επικουρική της βάση εξ αδικοπραξίας με την οποία επιχειρείται θεμελίωσή της στις διατάξεις των άρθρων 104 και 105 Εισ.Ν.Α.Κ.
Τούτο γιατί εφόσον οι ενάγοντες εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται κατά το νόμο ή το Σύνταγμα την ανωτέρω παροχή του άρθρου 14 Ν.3016/2002, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ευθύνη του εναγομένου κατά το άρθρο 104 του ΕισΝΑΚ από την παράλειψη της καταβολής αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους δέκατο τρίτο (Ε. Α.), δέκατο πέμπτο (Π. Κ.) και δέκατο όγδοο (Δ. Γ.) των αναιρεσιβλήτων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 19-6-2014 και με αριθμό κατάθεσης 479/25-6-2014 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 3407/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 16-11-2009 έφεση ως προς αυτούς.
Δέχεται αυτήν κατ' ουσία Εξαφανίζει την 2308/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 24-12-2007 (αρ. κατ.6378/2007) αγωγή ως προς τους αμέσως παραπάνω.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς αυτούς.
Καταδικάζει τους παραπάνω ενάγοντες - εφεσιβλήτους - αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος - αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ