1185/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1185/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] την 1-5-1990 κατήρτισε προφορικώς με την πρώτη εναγομένη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως μηχανολόγος μηχανικός τόσο σε αυτήν όσο και στη δεύτερη εναγομένη [ήδη μη διάδικο] εταιρεία, συμφερόντων του ιδίου ομίλου, στα διάφορα οικοδομικά έργα που ανελάμβαναν.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1185 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νικολακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βερβεσό και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 672/2013 του ίδιου δικαστηρίου και 872/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 399, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] δραστηριοποιείται ως εργολήπτρια εταιρεία στην εκτέλεση ιδιωτικών και δημοσίων έργων (κτιρίων, έργων οδοποιίας, ενεργειακών και βιομηχανικών έργων), συνεργαζόμενη για την παρακολούθηση και εκτέλεση των έργων που αναλάμβανε με πολιτικούς μηχανικούς, μηχανολόγους μηχανικούς, αρχιτέκτονες.
Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] την 1-5-1990 κατήρτισε προφορικώς με την πρώτη εναγομένη σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως μηχανολόγος μηχανικός τόσο σε αυτήν όσο και στη δεύτερη εναγομένη [ήδη μη διάδικο] εταιρεία, συμφερόντων του ιδίου ομίλου, στα διάφορα οικοδομικά έργα που ανελάμβαναν.
Τα ειδικότερα καθήκοντα του ενάγοντος συνίσταντο στην επίβλεψη και παρακολούθηση των εργασιών των συνεργείων στα διάφορα εργοτάξια των εναγομένων εταιρειών, στη σύνταξη των συγκριτικών πινάκων για την αγορά μηχανολογικού εξοπλισμού και των προγραμμάτων πληρωμής και αιτήσεων για προμήθεια υλικών, στην καταγραφή των επιμέρους εργασιών, στην παροχή παραγγελιών, καθώς και στο σχεδιασμό των ενεργειακών έργων, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, αφού μπορούσε να επιλέγει τις ώρες επίβλεψης των συνεργείων και να προσέρχεται στα γραφεία της πρώτης εναγόμενης εταιρείας και ν' αναχωρεί ανάλογα με τον κατά την κρίση του αναγκαίο χρόνο που απαιτούνταν για τη διεκπεραίωση της εργασίας του, ο ενάγων δηλαδή κατά το χρόνο της απασχόλησής του δεν τηρούσε οποιοδήποτε ωράριο, καθώς ο χρόνος παραμονής του στα διάφορα εργοτάξια καθοριζόταν από τον ίδιο με βάση τις εκάστοτε ανάγκες και ανάλογα με τις εκτελούμενες εργασίες, τις οποίες ο ίδιος είχε προγραμματίσει.
Ο ενάγων, στα πλαίσια άσκησης των προαναφερομένων καθηκόντων του, είχε μεγάλη ανεξαρτησία από άποψη ανάπτυξης πρωτοβουλιών για την καλύτερη δυνατή οργάνωση και λειτουργία του εργοταξίου, ευθυνόμενος απέναντι στις εναγόμενες εταιρείες μόνο για τη σωστή τεχνικά εκτέλεση του έργου, χωρίς να υπόκειται σε ειδικότερες οδηγίες ή εντολές των εκπροσώπων της ούτε να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία τους, υπό την έννοια ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες τους ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, αφού ο τόπος παροχής αυτών, που ήταν το εργοτάξιο, ήταν συμβατικά και λόγω της φύσης των υπηρεσιών του προκαθορισμένος, τα παραπάνω δε δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η εκτέλεση του έργου προσδιορίζεται σε κάθε περίπτωση με βάση τον προγραμματισμό της εργολήπτριας και σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτής, στις οποίες είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται και ο ενάγων.
Η επίδικη σύμβαση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα... φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών, σε σχέση με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση και με βάση την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού η νομική δέσμευση και εξάρτηση του ενάγοντος από τις εναγόμενες εταιρείες ήταν ιδιαίτερα χαλαρή, με την έννοια ότι αυτός ως μηχανολόγος μηχανικός είχε μεν συγκεκριμένο αντικείμενο εργασιών, το οποίο ήταν απόλυτα ενταγμένο στα πλαίσια της επιστημονικής και επαγγελματικής δραστηριότητάς του, χωρίς οποιαδήποτε νομική εξάρτηση από τη διεύθυνση του έργου και χωρίς υποχρέωσή του να συμμορφώνεται με τις εντολές και τις οδηγίες των εκπροσώπων των εναγομένων εταιρειών ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών του, μη υποκείμενος στον έλεγχο αυτών αλλ' αντίθετα αναπτύσσοντας κάθε πρωτοβουλία στα πλαίσια των καθηκόντων του με βάση τις επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις του, έχοντας μάλιστα διατελέσει και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης εναγομένης εταιρείας.
Τα παραπάνω ενισχύονται και από το ότι ο ενάγων διατήρησε καθόλο το χρονικό διάστημα της συμβατικής του σχέσης με την εναγομένη την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, ήταν ασφαλισμένος στο Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε., βαρυνόμενος με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του, εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών θεωρημένα από τη Δ.Ο.Υ., στα οποία το ποσό της αμοιβής του δεν ήταν σταθερό, αφού ήταν διαφορετικές οι ώρες απασχόλησής του, οι αποδείξεις που εξεδίδοντο πάντοτε για τις εναγόμενες, των οποίων τα έργα επέβλεπε με αναφορά και της αιτίας καταβολής του κάθε ποσού (λ.χ. "παροχή τεχνικών υπηρεσιών στο έργο:
Αποκατάσταση κελύφους παλαιού αμαξοστασίου στον ΗΣΑΠ Αττική") και επιπρόσθετα η έκδοσή τους δεν χαρακτηρίζεται από περιοδική συστηματικότητα (λ.χ. έκδοση απόδειξης κάθε 1η μηνός ή κάθε 1ο δεκαήμερο) αλλά φέρουν ακανόνιστες ημερομηνίες. Τα παραπάνω ενισχύονται και από τις προσκομιζόμενες από τις εναγόμενες εταιρείες αποδείξεις καταθέσεως σε τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς του ενάγοντος, από τις οποίες προκύπτουν καταθέσεις διαφόρων χρηματικών ποσών από τον Ε.
Κ., νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης εναγομένης. Επιπρόσθετα αν ο ενάγων έφερε, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, την ιδιότητα του μισθωτού, τότε επιπλέον των προαναφερθέντων θα υπέγραφε καταστάσεις μισθοδοσίας ή αποδείξεις εξόφλησης κάθε φορά όπου θα πληρωνόταν και επιπλέον εάν ο μισθός του έφερε τη φύση του μηνιαίως καταβαλλομένου συμβατικού μισθού από σχέση εξαρτημένης εργασίας (ορισμένου ή και αορίστου χρόνου), θα έπρεπε να της παρακρατείται μηνιαίος φόρος μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), ο οποίος προσδιορίζεται μόνο με κλίμακα και τον οποίο η εργοδότρια επιχείρηση όφειλε να αποδίδει στην αρμοδία Δ.Ο.Υ., στοιχεία για τα οποία η ενάγουσα [προδήλως εννοείται:
ο ενάγων] ουδέν εισέφερε αποδεικτικά. Αντίθετα από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προκύπτει ότι η πρώτη εναγόμενη παρακρατούσε φόρο της τάξης του 20%, ο οποίος είναι ο φόρος επαγγελμάτων και όχι μισθωτών, αφού προκύπτει με βάση την εκάστοτε συμφωνηθείσα ανά περίπτωση αμοιβή και όχι με βάση κλίμακα μισθωτών υπηρεσιών.
Σημειώνεται τέλος, αναφορικά με το προσκομιζόμενο με επιμέλεια του ενάγοντος έγγραφο-παρουσιολόγιο, ότι η ύπαρξή του δεν αρκεί για να σχηματίσει το δικαστήριο ασφαλή κρίση περί της υπάρξεως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, δοθέντος ότι κάθε συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν χωρίς άλλο εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη.
Συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατήρτισε με τις εναγόμενες εταιρείες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συγκεκριμένα ότι παρείχε την εργασία του με βάση δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές και οδηγίες αυτών ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο παροχής αυτής και ότι οι εργοδότριες εταιρείες, δια των εκπροσωπούντων αυτές φυσικών προσώπων, ασκούσαν εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές και σε αντάλλαγμα της εργασίας του αυτής είχε συμφωνηθεί ως μηνιαίος μισθός το ποσό των 3.600 ευρώ καθώς και το ποσό των 650 ευρώ ως αποζημίωση για χρησιμοποίηση του πτυχίου από τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, συμφερόντων του ιδίου ομίλου, καθόσον και οι σχετικές καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος δεν κρίνονται αξιόπιστες, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα ως προς τις προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών και αντικρούονται πειστικώς από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης Π.
Κ. και Ν. Μ., πολιτικών μηχανικών και Γ. Π. του Ε., Π. Π. και Θ. Κ., υπαλλήλων της πρώτης εναγομένης εταιρείας. Με βάση δε τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ο ενάγων προσέφερε στην εναγομένη τις υπηρεσίες του ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, μη εφαρμοζόμενης σ' αυτόν της εργατικής νομοθεσίας και οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες, δεδομένου ότι απαιτούν για την ύπαρξή τους την κατάρτιση και λειτουργία έγκυρης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία δεν αποδείχτηκε".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την αντέφεση του ενάγοντος και δέχθηκε την έφεση των εναγομένων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί η μεν πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 109.810,87 ευρώ, η δε δεύτερη το ποσό των 11.700 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες σ' αυτήν διακρίσεις), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. Τούτο διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης και παρά τη γενική διαβεβαίωση του εφετείου ότι σχημάτισε την κρίση του και "από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", προέκυψαν αμφιβολίες κατά πόσον το εφετείο, κατά το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως επί του ουσιώδους ζητήματος αν ο ενάγων συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ή με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του και ειδικότερα: 1) Τα αντίγραφα από τον τραπεζικό λογαριασμό (statement) που διατηρούσε αυτός (ο ενάγων) στην Τράπεζα "Eurobank Ergasias A.E.", από τα οποία προέκυπτε η σταθερότητα και περιοδικότητα στην καταβολή των αποδοχών του. 2) Τις επαγγελματικές του κάρτες, στις οποίες αναγραφόταν το όνομά του, ως διεύθυνσή του η εκάστοτε έδρα της πρώτης εναγομένης, ως τηλέφωνα επικοινωνίας του τα τηλέφωνα αυτής και ως ηλεκτρονική του διεύθυνση η ηλεκτρονική διεύθυνση αυτής. 3) Αντίγραφο της αδείας κυκλοφορίας του φορτηγού αυτοκινήτου με τα στοιχεία ΥΗΟ ..., ιδιοκτησίας της πρώτης εναγομένης, αντίγραφο του ασφαλιστηρίου του και αντίγραφο της από 21-9-2010 απόδειξης παραλαβής αυτού από εκπρόσωπό της μετά την καταγγελία της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, από τα οποία προέκυπτε η παροχή της χρήσεως του ανωτέρω αυτοκινήτου από την πρώτη εναγομένη προς τον ενάγοντα. 4) Αντίγραφο λογαριασμού της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας Cosmote, από το οποίο προέκυπτε η χρήση εκ μέρους του ενάγοντος συνδέσεως κινητής τηλεφωνίας που του παρείχε η πρώτη εναγομένη με εταιρικό πρόγραμμα.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη (αφού η αναίρεση δεν στρέφεται και κατά της δεύτερης εναγομένης), κατά παραδοχή του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 872/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ