Legislator Case Law & Legislation
1185/2015 AI generated

1185/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1185/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1185/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πάντως, αν η αίτηση αναιρέσεως του καθ’ ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο, αλλά εκτιμάται ως κλήση για τη συζήτηση της αιτήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την 3100/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπέρ των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων Α.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1185 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …. και παραστάθηκε δια της Μυρτούς Γερμάνη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Α. Ζ., κατοίκου ..., 2) Σ. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο πρώτος μετά και ο δεύτερος δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαρίας - Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις και 3) Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο, όπως εκπροσωπείται νομίμως, που εδρεύει στην … και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2006 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3100/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6926/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-3-2014 αίτησή του, την οποία επανέφερε προς συζήτηση με την από 17-3-2015 κλήση, μετά από ματαίωση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κόμη, με την οποία εισηγείται την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια των πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, κατά το άρθρο 82 εδ. γ’ ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη της παρ.3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (ΚΠολΔ 568), πρέπει να έχει επιδοθεί και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους, ώστε να ενημερώνεται και αυτός για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και να ασκεί τα δικαιώματά του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και του άρθρου 558 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους", συνάγεται ότι κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν απευθύνεται κατ’ αρχήν η αίτηση αναιρέσεως, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση.

Πάντως, αν η αίτηση αναιρέσεως του καθ’ ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο, αλλά εκτιμάται ως κλήση για τη συζήτηση της αιτήσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και την 3100/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, υπέρ των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων Α.

Ζ. και Σ. Π. άσκησε πρόσθετη (μη αυτοτελή) παρέμβαση η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργαζομένων Ιδιωτικού Δικαίου στο Δημόσιο, η οποία μάλιστα έγινε δεκτή κατ’ ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο στη σειρά της κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκε η ανωτέρω Ομοσπονδία, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι αρχική δικάσιμος προς συζήτηση της ένδικης αίτησης ορίσθηκε αρμοδίως η 10-3-2015, οπότε η συζήτηση της αίτησης ματαιώθηκε. Από την ...12-1-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ., που προσκομίζεται από το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αίτησης, με την πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου για την 10-3-2015 και με κλήση από το επισπεύδον αναιρεσείον, επιδόθηκε στην προσθέτως παρεμβαίνουσα Ομοσπονδία την 12-1-2015.

Εξ άλλου, από το προσκομιζόμενο στη δικογραφία, από 24-3-2015, αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του δικαστηρίου τούτου Ε. Π., προκύπτει ότι επιδόθηκε με θυροκόλληση στην απολειπόμενη προσθέτως παρεμβαίνουσα επικυρωμένο αντίγραφο της από 17-3-2015 κλήσης του αναιρεσείοντος με την πράξη κατάθεσης και προσδιορισμού δικασίμου για την 26-5-2015 και με κλήση από το επισπεύδον να παραστεί κατ’ αυτή.

Την ίδια ως άνω ημερομηνία (24-3-2015) ο προαναφερόμενος δικαστικός επιμελητής παρέδωσε απλό αντίγραφο της ένδικης αίτησης, που θυροκολλήθηκε, στον Αξιωματικό Υπηρεσίας του αρμόδιου Αστυνομικού Τμήματος Ομονοίας και την επόμενη εργάσιμη ημέρα (26-3-2015) ταχυδρόμησε προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα Ομοσπονδία από το Ταχυδρομικό Γραφείο Αμπελοκήπων Αθηνών με συστημένη επιστολή έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία ανέφερε τα υπό του άρθρου 128 παρ.4 ΚΠολΔ απαιτούμενα στοιχεία.

Η απεύθυνση της αίτησης αναίρεσης και κατά της προσθέτως παρεμβαίνουσας εκτιμάται, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, ως κλήση αυτής στην παρούσα αναιρετική δίκη. Επομένως, εφόσον η απολειπόμενη προσθέτως παρεμβαίνουσα κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει, παρά την απουσία της, να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης.

2.Επειδή, με το ν.993/1979 "περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (στο εξής: ΟΤΑ) και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (στο εξής: ΝΠΔΔ), ο οποίος εκδόθηκε σε εκτέλεση των διατάξεων του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος 1975, όπως είχε τροποποιηθεί και κωδικοποιηθεί με το π.δ. 410/1988 "Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, που αφορούν το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ 191 Α’ ), ορίσθηκαν οι επιτρεπτές περιπτώσεις προσλήψεως στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζει τα εξής: "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται", ενώ η παράγραφος 8 του ήδη αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος ορίζει ότι "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 [...]".

Περαιτέρω, στο άρθρο 49 του ν. 993/1979 και ήδη 55 του π.δ. 410/1988, ορίζονται τα εξής: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου αυτού, η αποζημίωση λόγω απόλυσης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την υπηρεσία καθορίζεται ως εξής: α) Για το προσωπικό που έχει συνεχή υπηρεσία από ένα έτος μέχρι τρία έτη οι αποδοχές ενός μήνα, πάνω από τρία έτη και μέχρι έξη έτη οι αποδοχές δύο μηνών, πάνω από έξη και μέχρι οκτώ έτη οι αποδοχές τεσσάρων μηνών.

β) Για κάθε συμπληρωμένο έτος υπηρεσίας μετά τα δέκα και μέχρι τριάντα έτη, η πιο πάνω αποζημίωση προσαυξάνεται με το ποσό των αποδοχών ενός μήνα. [...]" (παρ.1). "Ο υπολογισμός της αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα με καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, οι μηνιαίες αποδοχές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά το ποσό που υπερβαίνουν το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, πολλαπλασιαζόμενο με τον αριθμό τριάντα (30)" (παρ.2). "Το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπάγεται, για τη χορήγηση σύνταξης, στην ασφάλιση του Δημοσίου, εφόσον συμπληρώνει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, δύναται να αποχωρεί από την υπηρεσία λαμβάνοντας το μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, το δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της προβλεπόμενης από τις κείμενες διατάξεις αποζημίωσης" (παρ.4, όπως έχει τροποποιηθεί το πρώτο εδάφιο αυτής με το άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3320/2005 "Θέματα προσωπικού Δημόσιου Τομέα, οικονομικά ΟΤΑ κλπ. (ΦΕΚ 48 Α’ /23-2-2005) και ισχύει, κατά τη παρ.2 του άρθρου αυτού, από 1-1-2004). "Ως επικουρικά ασφαλισμένοι, για την εφαρμογή της παρ.4 του άρθρου αυτού, νοούνται όσοι έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για τη λήψη επικουρικής σύνταξης" (παρ.7). "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους μισθωτούς με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου που υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του ν. 993/1979 και του ν. 1188/1981, οι οποίοι δεν ανήκουν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό ή βοηθητικό προσωπικό των άρθρων 9 του ν. 993/1979 και 258 του ν. 1188/1981" (παρ.10).

H ανωτέρω παρ.4 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, πριν την ως άνω τροποποίησή της, είχε ως ακολούθως: "Το προσωπικόν του παρόντος Κεφαλαίου το μη υπαγόμενον, δια την χορήγησιν συντάξεως, εις την ασφάλισιν του Δημοσίου, συμπληρούν τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύναται να αποχωρή εκ της υπηρεσίας λαμβάνον το μεν επικουρικώς ησφαλισμένον το 40%, το δε μη ησφαλισμένον επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως της οριζομένης εις την παρ.1 του άρθρου αυτού".

Από τη σαφή διατύπωση της τροποποιηθείσας ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι, ενώ μέχρι την τροποποίηση αυτής με το ν. 3320/2005, το προσωπικό που εδικαιούτο να λάβει την αποζημίωση του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988 ορίζονταν ρητά στις διατάξεις του ν.993/1979, δηλαδή ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, που προσλήφθηκε πριν την ισχύ του ν. 993/1979 και όσοι υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και συνδέονταν με το Δημόσιο με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, παρότι δεν ανήκαν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, μετά τη γενόμενη τροποποίηση αναφέρεται πλέον γενικά στο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Η τροποποίηση αυτή είναι σύμφωνη προς τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 103 του ισχύοντος Συντάγματος και ιδιαίτερα προς αυτή της παρ.8 αυτού, που ορίζει ότι μπορεί να υπηρετεί σε οργανικές θέσεις προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πέραν αυτού που προβλέπεται στην παρ.3 του ίδιου άρθρου (ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό).

Ήδη, στις παρ.2 και 3 του άρθρου 5 του ν. 3801/2009 "Ρυθμίσεις θεμάτων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και άλλες διατάξεις οργάνωσης και λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης"(ΦΕΚ Α’ 163/4-9-2009), που δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση ενόψει του ότι η πρωτόδικη απόφαση δημοσιεύθηκε την 31-12-2007, ορίζονται τα ακόλουθα: "Στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β’ του π.δ. 410/1988 ‘ ‘ Κώδικας Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ’ ‘ υπάγεται όλο το προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ανεξαρτήτως ειδικότητας" (παρ.2). "Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Ε’ του π.δ. 410/1988 και του άρθρου 88 του Κεφαλαίου ΣΤ’ δεν θίγονται από τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου" (παρ.3).

Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού και σε σχέση με την παρ.2 του άρθρου 5 αναφέρονται τα εξής: "Όπως είναι γνωστό στο Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 103 παρ.3) προβλεπόταν ότι το ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό μπορεί να κατέχει οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ και τους ΟΤΑ.

Αποτέλεσμα της εν λόγω συνταγματικής διάταξης ήταν όλο το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου να μην υπάγεται στο Κεφάλαιο Β’ του π.δ. 410/ 1988, που ρυθμίζει τα θέματα κατάστασης του ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού που κατέχει οργανικές θέσεις. Μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος, το έτος 2001, στο πλαίσιο της οποίας (άρθρο 103 παρ.8) ορίσθηκε ότι μπορεί να υπηρετεί σε οργανικές θέσεις προσωπικό ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και πέραν αυτού που προβλέπεται στην παρ.3 του άρθρου 103 (ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό), θα πρέπει να προβλεφθεί ρητά και για το προσωπικό αυτό η υπαγωγή του στο Κεφάλαιο Β’ του π.δ. 410/1988, ώστε να δικαιούται, πέραν των άλλων, και την αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, για την οποία μέχρι σήμερα το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους είχε αντίθετη άποψη, δίδοντας την ερμηνεία ότι μόνο το ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό δικαιούται και την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης ή καταγγελίας της σύμβασης από την υπηρεσία".

Περαιτέρω, προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αποζημίωσης αυτής, η οποία έχει προνοιακό χαρακτήρα (ΑΠ 790/ 2014, 1159/2011), αποτελούν αφενός μεν η μη υπαγωγή των μισθωτών στην ασφάλιση του Δημοσίου για τη χορήγηση σύνταξης (αρνητική προϋπόθεση), αφετέρου δε η συμπλήρωση των προϋποθέσεων προς λήψη σύνταξης γήρατος από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται (θετική προϋπόθεση), ενώ η επικουρική ασφάλισή τους και η συμπλήρωση των προϋποθέσεων απόληψης επικουρικής σύνταξης, δεν αποτελεί προϋπόθεση, αλλά συνιστά περίπτωση περαιτέρω περιορισμού της μειωμένης αποζημίωσης.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αυτό (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

3.Επειδή, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, που προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως εκπαιδευτικοί, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 993/1979, εργάστηκαν σε αυτό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου έως τη συνταξιοδότησή τους (την 31-1-2006 και 6-6-2005, αντίστοιχα) και δικαιούνται την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 49 του ν. 993/1979 και ήδη 55 του π.δ. 410/1988, παρά το ότι δεν υπάγονταν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό και ανεξαρτήτως του ότι είχαν προσληφθεί μετά την 21-12-1979, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος του ν. 993/1979.

Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία την κύρια βάση της αγωγής, που στηριζόταν στις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 49 του ν.993/1979 και ήδη 55 του π.δ. 410/1988, όπως ίσχυαν μετά την τροποποίηση της παρ.1 του άρθρου 49 του ν. 993/1979 με το άρθρο 6 παρ.1 του ν.3320/2005, επιδικάζοντας στους ενάγοντες ως αποζημίωση το ποσό των 13.939,85 και 16.453,21 ευρώ, αντίστοιχα.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί (βλ. παραπάνω, σκέψη αρ.2), ουδόλως παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, τις οποίες, αντιθέτως, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι, εφ’ όσον δεν ανήκαν στο ειδικό επιστημονικό, τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό και δεν υπηρετούσαν κατά τη δημοσίευση του ν. 993/1979, δεν δικαιούνται την αιτούμενη αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (και όχι του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο), είναι αβάσιμος.

4.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση. Έξοδα δεν θα επιδικασθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος, ελλείψει σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-3-2014 αίτηση για αναίρεση της 6926/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ