Legislator Case Law & Legislation
1185/2012 AI generated

1185/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1185/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1185/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 216§ 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για την νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή του αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1185 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φ.ς Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Β.-Π. Λ., κατοίκων ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Χαρά Καζαντζή, η οποία δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Φ. χα Β.-Π. Λ. και τα τέκνα του α) Λ. Λ. του Β.-Π. και β) Δ. Λ. του Β.-Π., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 438/1997, 200/2001 μη οριστικές, 138/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 205/2007 μη οριστική, 265/2008 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείων με την από 16-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 31-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, η υπό κρίση από 16/1/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 265/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ. 747/2009 θετικής γνωμοδοτήσεως του ΣΤ' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και το βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και, ακολούθως, με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε πριν την έναρξη ισχύος αυτού (8-8-2009).

ΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, και στην διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται, ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ενώ η διακοπή αυτή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη.

Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο κληρονόμος αυτού, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο του αναιρεσιβλήτου, που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 133/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Διευθύνσεως Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, την 10/9/2011, ήτοι μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, νομίμως και συνεχίζεται η δίκη με τους, α) Φ.

χήρα Β. -Π. Λ., β) Δ. Λ. και γ) Λ.- Δ. Λ., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του άνω αποβιώσαντος, συζύγου της πρώτης και τέκνων των λοιπών εξ αυτών, όπως αποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. Δ.Υ/7.12.2011 και 4215/2012 Πιστοπ. του Δήμου Ιωαννίνων και της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών αντιστοίχως, αφού, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οι ως άνω κληρονόμοι που παρέστησαν κατά την συζήτηση, δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου εδήλωσαν την εκ του θανάτου του ανωτέρω επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης, η οποία, έτσι, συνεχίζεται νόμιμα στο όνομά τους.

ΙΙΙ. Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 216§ 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για την νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή του αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαραδέκτου λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε και με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε, επίσης, με αναφορά απλή στη σχετική διάταξη του νόμου ή απλή μνεία αυτής, ούτε και με δικαστική ομολογία του εναγομένου, η οποία, ως αποδεικτικό μέσο με δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αποκλείει μόνο τη διεξαγωγή των αποδείξεων και απαλλάσσει τον αντίδικο από το βάρος της αποδείξεως του ομολογουμένου ισχυρισμού.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητος αγωγής επί ακινήτου, απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε, επίσης, να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων. Η ακριβής, εξάλλου, περιγραφή του ακινήτου, η οποία μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, είναι αναγκαία, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να τάξει τις δέουσες αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκοπούμενο δικόγραφο της αναγνωριστικής επί κυριότητος ακινήτου ενδίκου αγωγής, περιγράφεται σε αυτό επαρκώς το επίδικο ακίνητο, κατά την θέση, τα όρια και το εμβαδόν του, ώστε να μην γεννώνται αμφιβολίες περί της πραγματικής του ταυτότητος και, ειδικότερα, περιγράφεται ως οικοπεδική έκταση, εμβαδού 701 τ.μ., κειμένη στην θέση "Τζεμ" του Δήμου Ιωαννίνων, συνορεύουσα ανατολικώς με ιδιοκτησίες Η. Ν., Α. Σ. και Χ., βορείως με ιδιοκτησία Τ., δυτικώς με δασική οδό και πέραν αυτής με δάσος του Ελληνικού Δημοσίου και πέραν αυτής με ιδιοκτησία του Υπουργείου Κοινωνικής προνοίας και νοτίως με ακίνητα διαφόρων ιδιοκτητών του Προσφυγικού Συνοικισμού. Επομένως, η περί του αντιθέτου προβαλλομένη αιτίαση διά του πρώτου λόγου αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, - κατ' ορθή, όμως, εκτίμησή της από τον αριθμό 14 του ιδίου άρθρου-, διότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.

Ιy. Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟΛ ΑΠ 12-13/95).

Εξ' άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369,1033 και 1192 ΑΚ, συνάγεται, ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος επί ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και αυτού που αποκτά, υποκειμένη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώριση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία.

Από δε τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί από τον νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητος επί των κληρονομιαίων ακινήτων, η επί των οποίων κυριότητα μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον αυτός (ο κληρονόμος) αποδεχθεί, με δημόσιο έγγραφο, την κληρονομία και μεταγράψει την περί της αποδοχής δήλωσή του ή εκδοθεί κληρονομητήριο και αυτό μεταγραφεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση "Τζεμ" της κτηματικής περιφέρειας Ιωαννίνων, έχει έκταση 468,16 τ.μ. (όπως εμφαίνεται με τα γράμματα Α1-41-51-1-2-15-4-14-13-12-36-35-33-32-31-30- 25-21-Α2-7-18-16-Α1 στο τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου μηχανικού Κ.

Τ., που είναι συνημμένο στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε ο ίδιος) και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησίες Η. Ν., Α. Σ. και Χ., βόρεια με ιδιοκτησία Τ. δυτικά με δασική οδό και πέραν αυτής με δάσος δημοσίου και εν μέρει με ιδιοκτησία Κοινωνικής Πρόνοιας και νότια με ιδιοκτησία Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και ήδη διαφόρων ιδιοκτητών Προσφυγικού Συνοικισμού.

Το επίδικο απέμεινε μετά από διαδοχικές μεταβιβάσεις τμημάτων δύο αγροτεμαχίων εκτάσεως 657,96 τ.μ. και 2562,14 τ.μ., που ανήκαν στον πατέρα του ενάγοντος Δ. Λ.. Οι αγροί αυτοί είχαν περιέλθει στην κυριότητα του από αγορά από αληθείς κυρίους. Συγκεκριμένα ο πρώτος από την Γ. χα Ν. Ρ. δυνάμει του υπ' αρ. .../1943 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Γεωργίου Γκαστή και ο δεύτερος από τους κληρονόμους του Ν.

Ρ. δυνάμει τον υπ' αριθμ. .../1973 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα (στους τόμους 27 και 31 και α.α. ... και ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων). Οι συνεχόμενοι αυτοί αγροί αποτελούσαν τμήματα μιας ευρύτερης εκτάσεως, που είχε απαλλοτριωθεί το έτος 1930 από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της υπ' αριθμ. 10244/7-2-1930 Υπουργικής Απόφασης για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την αποκατάσταση αστών προσφύγων.

Το Ελληνικό Δημόσιο όρισε τότε διαχειριστή της περιουσίας του αυτής την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, η οποία υπό την ιδιότητά της αυτή προέβη σε διάφορες μεταβιβάσεις τμημάτων της απαλλοτριωθείσας έκτασης σε ιδιώτες. Ετσι μεταβιβάσθηκαν οι ως άνω συνεχόμενοι αγροί στους προαναφερόμενους δικαιοπαρόχους του πατέρα του ενάγοντος Δ.

Δ. και δη με συμβάσεις πωλήσεως, οι οποίες καταρτίσθηκαν με τα υπ' αριθμ. .../ 1932, .../1933 και .../1933 συμβόλαια του τότε Συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Μιχαήλ Κυρκόπουλου αντίστοιχα, που μεταγράφηκαν νομίμως στα βιβλία μεταγραφών (στον τόμο 17 και α.α. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων). Ο πατέρας του ενάγοντος πέθανε στις 25-12-1969 χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγο του Λ.

και το μοναδικό τέκνο του ενάγοντα. Σ' αυτούς περιήλθε το επίδικο και μάλιστα κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στη σύζυγο και κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα. Την 6-8-1982 πέθανε χωρίς διαθήκη και η ως άνω μητέρα του ενάγοντος και κληρονομήθηκε απ' αυτόν.

Συνεπώς και το ανήκον στην μητέρα του ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ίδιο. Αυτός αποδέχθηκε τις κληρονομιές των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του με την υπ' αριθμ. .../29-12-1982 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανού Λιδοργιαννάκη την οποία μετέγραφε στα οικεία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων στον τόμο 635 και αριθμ. ... .

Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφές ότι το επί του επιδίκου δικαίωμα κυριότητος του ενάγοντος στηρίζεται σε αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1933. Για τα περιστατικά αυτά πέραν από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν κατατέθεισαν με σαφήνεια οι μάρτυρες του εφεσίβλητου - ενάγοντος, που είναι πιο αξιόπιστοι, διότι οι καταθέσεις τους συμπορεύονται με τα εξής κρίσιμα περιστατικά και συγκεκριμένα:

α) στον προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. 39981/1954 τίτλο κτήσεως του Α. Α., που αφορά όμορο στην ιδιοκτησία του ενάγοντος ακίνητο αναφέρεται πως αυτό συνορεύει με ακίνητο του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Δ. Λ., β) τα επίσης προσαγόμενα με επίκληση υπ' αριθμ. .../1942, .../1932, .../1954 συμβόλαια με τα οποία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος επώλησαν σε διάφορους τμήματα του ακινήτου τους αναφέρουν ότι συνορεύουν με διάφορες ιδιοκτησίες και όχι με ιδιοκτησία του δημοσίου.

Και τούτο διότι ακριβώς δεν απέμεινε αδιάθετη ιδιοκτησία του Δημοσίου. Εξάλλου από την υπ' αριθμ. 60/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο πραγματογνώμονας Τοπογράφος Μηχανικός Κ. Τ. σε εκτέλεση την υπ' αριθμ. 438/1977 και 200/2001 αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου καθώς και τη συμπληρωματική του ιδίου πιο πάνω πραγματογνώμονα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα των δύο συνεχόμενων αγρών του πατέρα του ενάγοντος Δ.

Λ. και ταυτίζεται με μέρος των οικοπέδων 6 και 7 του τοπογραφικού διαγράμματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας έτους 1958. Αντίθετα από τις αποδείξεις δεν επιβεβαιώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένστασης του εναγομένου και ειδικότερα ότι το επίδικο ταυτίζεται με τα υπ' αριθμ. 6 και 7 οικόπεδα του τοπογραφικού διαγράμματος της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας έτους 1958 που απένειμαν αδιάθετα μετά την οικοπεδοποίηση της έκτασης, που απαλλοτριώθηκε με την υπ' αριθμ. 10244/7-2-1930 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Πρόνοιας για την αποκατάσταση των αστών προσφύγων, όπως ισχυρίζεται.

Ούτε αποδείχτηκε ότι ασκούσε διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου στο επίδικο. Αντίθετα με δημόσια έγγραφα και άλλες επιζήμιες πράξεις και ενέργειες δημοσίων αρχών και εξουσιοδοτουμένων οργάνων, το εναγόμενο αναγνώριζε τα δικαιώματα του ενάγοντος στο επίδικο. Έτσι όταν ο ενάγων υπέβαλε το έτος 1981 αίτηση προς το Δασαρχείο Ιωαννίνων, ζητώντας να του επιτραπεί η αφαίρεση της περίφραξης του οικοπέδου του στο σημείο που συνορεύει με τον δασικό δρόμο, το Δασαρχείο, που εξέτασε τους τίτλους του επέτρεψε να προβεί σε αφαίρεση της περίφραξης σε μήκος πέντε (5) μέτρων, προκειμένου να εξυπηρετηθεί στην επικείμενη διαμόρφωση του οικοπέδου του".

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή του αρχικού αναιρεσιβλήτου ως κατ' ουσίαν βάσιμη, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν έσφαλε, στερώντας την απόφασή του από την νόμιμη βάση της με ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, αφού με τις αμέσως πιο πάνω πλήρεις και σαφείς παραδοχές του, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσεως της κυριότητος από τον αναιρεσίβλητο επί του επιδίκου ακινήτου, διαλαμβάνεται με σαφήνεια και πληρότητα ότι το επίδικο εμπίπτει στους τίτλους ιδιοκτησίας του-αναιρεσιβλήτου, εντεύθεν δε καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων του Αστικού Κώδικος περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητος επί ακινήτου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ερευνώμενος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16/1/2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 265/2008 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ