1185/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1185/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η φερόμενη στην υπό κρίση αίτηση πρώτη αναιρεσείουσα Α. Μ. του Γ. δεν ήταν υπαρκτό φυσικό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεως της (20-8-2008) γιατί αυτή είχε αποβιώσει στις 26-1-2007,όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη …/Β/2007 του Ληξιαρχείου του Δήμου Δοβρά Ημαθίας. Επομένως ως προς τη διάδικο αυτήν πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 1185 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1185/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Μ. συζ. Α. Μ., κατοίκου ..., 3. Ε. Σ. Ανέστη, κατοίκου ... και 4. Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι 2η, 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κανελλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 178/ΤΠ/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-8-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 22-1-2010 έκθεση της Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την 7410 γ /18-11-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ..., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 3-2-2010, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ς δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος, αφού δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την ανωτέρω δικάσιμο της 6-4-2011, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά παρά την απουσία του, μη απαιτούμενης νέας κλήτευσεώς του, αφού η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως του απολειπομένου αναιρεσιβλήτου.
Κατά το άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος επομένως έχει τέτοια ικανότητα από τότε που θα γεννηθεί ζων μέχρι το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ ). Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 73 ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση, κατά δε το άρθρο 56 παρ. 1 ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφ' όσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η έλλειψη του να έχει κάποιος την ικανότητα διαδίκου αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, η φερόμενη στην υπό κρίση αίτηση πρώτη αναιρεσείουσα Α. Μ. του Γ. δεν ήταν υπαρκτό φυσικό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεως της (20-8-2008) γιατί αυτή είχε αποβιώσει στις 26-1-2007,όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη οικεία ληξιαρχική πράξη …/Β/2007 του Ληξιαρχείου του Δήμου Δοβρά Ημαθίας. Επομένως ως προς τη διάδικο αυτήν πρέπει η αίτηση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Για τη θεμελίωση δε λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας πρέπει η παραβίαση αυτή να αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Για τη πληρότητα όμως του από την προαναφερθείσα διάταξη προβλεπομένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμός 4 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται σ' αυτόν ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του αντιδίκου τους αναγνώρισης της συγκυριότητας του το επίδικο ακίνητο, με την αιτιολογία, ότι "...κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, δεν αρκεί μόνο η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα του, αλλά θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις ειδικές συνθήκες και τις περιστάσεις που μεσολάβησαν και προέρχονται από τη συμπεριφορά του ιδίου ή από άλλα περιστατικά, από τα οποία, ενόψει και της αδράνειας του δικαιούχου, δημιουργήθηκε ευλόγως η πεποίθηση της μη ασκήσεως τούτον, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκηση δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα καθίσταται καταχρηστική ...", ψευδώς ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ερμηνεύοντας ψευδώς και εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις αόριστες νομικές έννοιες της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος νομής και απόκτησης κυριότητας των επίδικων ακινήτων, παραβιάζοντας, έτσι, την κοινή πείρα και γνώση, δηλαδή τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού στο σχετικό λόγο αναίρεσης δεν αναφέρονται τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει η απόφαση ή εσφαλμένα χρησιμοποίησε για να ενεύρει με βάση αυτά την έννοια του κανόνος του άρθρου 281 ΑΚ και ιδίως ...
την εξειδίκευση των αναφερομένων σ' αυτόν αορίστων νομικών εννοιών.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει, όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 33/2005, 19/1998, 17/1995).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση, ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκηση του, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις (ΟλΑΠ 62/1990).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262§1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος και το παραδεκτό της, από την άποψη του χρόνου προβολής της, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, να προβάλλονται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, συγχρόνως δε να γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος, ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος και να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αγωγής, με την οποία ασκείται το δικαίωμα, για την αιτία αυτή (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 2102/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, με τις από 26-2-2004 προτάσεις τους της συζήτησης στον πρώτο βαθμό της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτων αγωγής του αντιδίκου τους, πρόβαλαν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών τους, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος του τελευταίου, ισχυριζόμενοι, ειδικότερα ότι: "Αν θεωρηθεί ότι πράγματι είναι υπαρκτό το αιτούμενο δικαίωμα του, αυτό ασκείται προεχόντως καταχρηστικά, αφού πράγματι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός σκοπός (ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος - ΑΚ 281).
Ειδικότερα, πέρα από την από τον αντίδικο μη άσκησή του (δήθεν) δικαιώματος του για μεγάλο χρονικό διάστημα και, στην προκειμένη περίπτωση, για πέρα από το χρονικό διάστημα της έκτακτης χρησικτησίας, κατείχε -η πρώτη απ' αυτούς- νεμόταν και εκμεταλλευόταν επίδικα συνεχώς και αδιάλειπτα με διάνοια κυρίας, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η συμπεριφορά της αυτή από τον αντίδικο, η αδρανής συμπεριφορά του οποίου δημιούργησε εύλογα την πεποίθησή της για το ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του αυτό ...".
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 30/2004 απόφαση του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος του αναιρεσιβλήτου προς άσκηση της. Με τις από 18-5-2005 προτάσεις του στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας που δίκασε ως Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση ύστερα από την άσκηση έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, οι αναιρεσείοντες επανέφεραν στο εν λόγω Δικαστήριο την αμέσως πιο πάνω ένσταση τους με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την επίμαχη ένσταση ως μη νόμιμη με την αιτιολογία που έχει ήδη εκτεθεί, κατά την εκτενή ανάπτυξη του πρώτου λόγου της αναίρεσης. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού, από τα επικαλούμενα από τους ενιστάμενους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση κατάχρησης του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ερμηνεύοντας εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.3, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο Λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς α να φερομένους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 32/1996). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναίρεσης σε περίπτωση παραβίασης περισσοτέρων της μιας διατάξεων πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά απ' αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 448/1996 ΝοΒ 45.987).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να απορρίψει ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση των αναιρεσειόντων περί κτήσης ίδιας κυριότητας της πρώτης απ' αυτούς στα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 1, 2 και 3,26, 74, 180 και 183 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ της 29-10/6-12-1949), 1παρ. 1 του α.ν. 431/1968, 974, 994 παρ. 1, 1045, 1048, 1049, 1051, 1710, 1711, 1813, 1846, 1193, 1198, 1199 του ΑΚ, τις αντίστοιχες διατάξεις του Β.Ρ.Δ, καθώς και εκείνη του άρθρου 16 του ν. 3194/1955.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού, μολονότι παρατίθενται σ' αυτόν οι πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και εκτίθενται, επίσης, στον ίδιο οι απόψεις των αναιρεσειόντων σε σχέση με τη βασιμότητα των διατάξεων αυτών, καθώς και η καταληκτική κρίση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ούτε καν αποσπασματικά, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο της ουσίας, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις των προμνημονευόμενων διατάξεων, ούτε εξειδικεύεται το υπαγωγικό σφάλμα του εν λόγω Δικαστηρίου, δηλαδή αν η παραβίαση της καθεμιάς από τις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή της, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν οι αιτιάσεις που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησαν σε εσφαλμένο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-8-2008 αίτηση των Α. Μ. κ.λ.π για αναίρεση της 178/ΤΠ/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βέροιας, που δίκασε ως Εφετείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουνίου 2011 Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 7 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ