Legislator Case Law & Legislation
1185/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil judgment for tort damages based on insufficient evidence of illicit conduct.

Case Number 1185/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment awarding damages for tortious conduct. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence regarding the illicit transfer of funds, but the court found the appellate court's reasoning sufficient and non-contradictory. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews substantive judgments only for specific defects in the statement of claim or insufficient reasoning, and will dismiss an appeal if the lower court's evaluation of evidence is adequate and legally sound.

Keywords

AI generated
appeal admissibility tort damages evaluation of evidence statement of claim legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 297 of the Civil Code
Article 298 of the Civil Code
Article 346 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1185 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1185/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πανοτόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αγγελόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Ιουνίου 1990 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1722/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6462/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19 Ιανουαρίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 8 Φεβρουαρίου 2009 έκθεσή του , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής και γενικότερα του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ως προς το αν δηλαδή εκτίθενται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου προς διακρίβωση μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας: α) έλαβε υπόψη ισχυρισμούς που δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της και έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς παρόλο που αναφέρονται σ' αυτό (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) και β) αξίωσε για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου στοιχεία περισσότερα ή διαφορετικά από εκείνα που απαιτούνται από αυτόν ή αρκέστηκε σε λιγότερα (νομική αοριστία), οπότε ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, στην πρώτη και του άρθρου 559 αρ. 1 στη δεύτερη περίπτωση.

Μη ύπαρξη απαραδέκτου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ υπάρχει και όταν το Δικαστήριο θεωρεί ορισμένη την αγωγή ποιοτικώς και ποσοτικώς, ήτοι την εξειδικεύουσα με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογή, του κανόνα δικαίου και τη μνημονεύουσα τα στοιχεία του νόμου μετ' αναφορά των κρίσιμων περιστατικών.

Τα αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, είναι συνάρτηση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου. Έτσι για τη θεμελίωση αδικοπραξίας, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, απαιτείται η συνδρομή ζημίας, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της ζημίας που επήλθε.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚπολΔ, επισκόπηση το περιεχομένου της υπ' αρ. κατ. 6400/28.6.1990 αγωγής της αναιρεσίβλητης προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εκτίθεται σ'αυτή ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία διατηρούσε πρακτορείο έντυπου υλικού, διατιθέμενου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, με πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο του διοικητικού της συμβουλίου τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο από το έτος 1982 μέχρι την 1.12.1988, κατήρτισε κατά το μήνα Νοέμβριο του 1984 δια του εκπροσώπου της αναιρεσείοντος, με την εδρεύουσα στη Βασιλεία Ελβετίας ανώνυμη εταιρία SCHMIDT-AGENCE A.G συμφωνία υποπρακτόρευσης για τα διατιθέμενα στην Ελβετία έντυπα από την αναιρεσίβλητη, με τον όρο να κατατίθεται το προϊόν της πώλησης (τίμημα) στον υπ' αρ. ....

LIT λογαριασμό της τράπεζας UNION DES BANQUES SUISSES στη Λωζάνη Ελβετίας. Για τον τραπεζικό αυτό λογαριασμό όμως, που υπέδειξε ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης αναιρεσείων προς την αντισυμβαλλόμενη για υποπρακτόρευση αλλοδαπή εταιρία, παρέστησε ψευδώς προς την τελευταία ο αναιρεσείων ότι (δήθεν) ήταν κοινός λογαριασμός αυτού και της αντιπροσωπευόμενης αναιρεσίβλητης (εν αγνοία της τελευταίας), ενώ ήταν μόνον στο δικό του όνομα και αφού η αλλοδαπή εταιρία παραπλανήθηκε, κατέθεσε στον τραπεζικό αυτό λογαριασμό, από το μήνα Νοέμβριο του 1984 μέχρι και τις 17.5.1989, ποσό 222.736,75 ελβετικών φράγκων, ως προϊόν των πωλούμενων καθημερινά εντύπων για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης, το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων.

Γι' αυτό ζήτησε η αναιρεσίβλητη να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ισόποσο σε δραχμές κατά την ισοτιμία ελβετικού φράγκου-δραχμής στο χρόνο άσκησης της αγωγής, των 222.736,75 ελβετικών φράγκων, ήτοι 25.584,421 δραχμών, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και με προσωπική κράτηση του αναιρεσείοντος.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή περιείχε τα αναγκαία, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, στοιχεία, δηλαδή την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του αναιρεσείοντος κατά την ιδιοποίηση του προοριζομένου για την αναιρεσίβλητη ως άνω χρηματικού ποσού και τον ενυπάρχοντα αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και της ζημίας της αναιρεσίβλητης, δεν ήταν δε αναγκαίο να εντίθεται στην αγωγή και ότι είχε αποκτήσει προηγουμένως η αναιρεσίβλητη την κυριότητα του φερομένου ως υπεξαιρεθέντος από τον αναιρεσείοντα ως άνω χρηματικού ποσού.

Συνεπώς όσα αντιθέτως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, αιτιώμενος για εσφαλμένη μη απόρριψη της αγωγής της αναιρεσίβλητης ως αόριστης από το Εφετείο, είναι αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 661/1984). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού έλαβε υπόψη του "όλα τα έγγραφα", τα οποία οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ο αναιρεσείων (εναγόμενος) διετέλεσε από το έτος 1982 μέχρι την 1.12.1988 που παραιτήθηκε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας, εδρεύουσας στην Αθήνα ανώνυμης εταιρίας, η οποία είχε ως σκοπό την πρακτόρευση εφημερίδων, περιοδικών και πάσης φύσεως εντύπων και την πώλησή τους στην Ελλάδα και το εξωτερικό, συνεργαζόμενη με κατά τόπους υποπράκτορες και καταβάλλοντας στους πελάτες -εκδότες της την αξία των εντύπων μετά την αποστολή προς αυτή τακτικών εκκαθαριστικών λογαριασμών από τις συμβεβλημένες αλλοδαπές εταιρίες, οι οποίες κατέθεταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς την αξία των διανεμομένων εντύπων.

Ο αναιρεσείων, ως νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, κατήρτισε με την εδρεύουσα στη Βασιλεία Ελβετίας ανώνυμη εταιρία SCHMIDT AGENCE AG συμφωνία υποπρακτόρευσης των πωλούμενων από την αναιρεσίβλητη εντύπων, με αμοιβή το 50% της αξίας των εντύπων και με την υποχρέωση να κατατίθενται τα οφειλόμενα από την υποπράκτορα ποσά στον υπ' αρ. ...

LIT λογαριασμό της ελβετικής τράπεζας UNION DES BANQUES SUISSES (κατάστημα...), τον οποίο ο αναιρεσείων εμφάνισε ως κοινό αυτού και της αναιρεσίβλητης, πράγμα το οποίο ήταν ψευδές, αφού αυτός ο λογαριασμός ήταν ατομικός του αναιρεσείοντος από την εποχή των σπουδών του στην Ελβετία. Η υποπράκτορας ελβετική εταιρία παραπλανήθηκε από τις ψευδείς διαβεβαιώσεις του αναιρεσείοντος και κατέθεσε σταδιακά, κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Νοέμβριο του 1984 μέχρι τις 17.5.1989 στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό που της υπέδειξε ο αναιρεσείων, το ποσό των 222.736,75 ελβετικών φράγκων, υπολαμβάνοντας ότι ήταν συνδικαιούχος του λογαριασμού η αναιρεσίβλητη και εκπλήρωνε τη συμβατική προς αυτή υποχρέωσή της.

Από το ποσό αυτό ιδιοποιήθηκε παράνομα ο αναιρεσείων και δεν απέδωσε στην αναιρεσίβλητη 151.736,75 ελβετικά φράγκα, (ποσό κατά το οποίο κρίθηκε βάσιμη η αγωγή από το Εφετείο) ενώ διέθεσε το υπόλοιπο (71.000 ελβετικά φράγκα) για την εξόφληση οφειλής της αναιρεσείουσας προς την εταιρία μεταφοράς των εντύπων από το αεροδρόμιο της Ζυρίχης στα σημεία πώλησή τους AIR TRANSPORT SERVICE.

Στο σκεπτικό της απόφασης του Εφετείου γίνεται αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, από τα οποία οδηγήθηκε στη δικανική πεποίθηση, ότι το ποσό των 222.736,75 ελβετικών φράγκων είχε κατατεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό του αναιρεσείοντος από την υποπράκτορα ελβετική εταιρία, για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης (επιστολή της ελβετικής εταιρίας, εξώδικη πρόσκληση της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για απόδοση του οφειλόμενου χρηματικού ποσού, σε συνδυασμό με μη απάντηση του αναιρεσείοντος και αποδεικτικά στοιχεία της ποινικής δικογραφίας σε βάρος του αναιρεσείοντος), όπως και για τον αδικοπρακτικό χαρακτήρα της συμπεριφοράς του (απάτης σε βάρος της ελβετικής εταιρίας και υπεξαιρέσεως σε βάρος της αναιρεσίβλητης), αλλά και της ελλειψεως αποδείξεων για την ευδοκίμηση της ενστάσεως του αναιρεσείοντος ότι έπρεπε να αφαιρεθεί από την οφειλή του ποσό 58.917,94 ελβετικών φράγκων ως αμοιβή του για την εποπτεία εργασιών της υποπράκτορα εταιρίας στην Ελβετία και επί πλέον ποσό (έως 85.000 ελβετικά φράγκα) για την ίδια αιτία, για την οποία αφαιρέθηκε ποσό 71.000 ελβετικών φράγκων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές, αιτιολογίες ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και την υποχρέωσή του να αποζημιώσει την αναιρεσίβλητη με το ποσό των 151.736, 75 ελβετικών φράγκων (και με προσωπική κράτηση του) και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298, 346 του Ακ, που εφάρμοσε.

Συνεπώς όσα αντιθέτως υποστηρίζει ο αναιρεσείων για έλλειψη ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγους αναιρέσεως, είναι αβάσιμα, ενώ κατά το μέρος που αναφέρονται σε σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτα ( άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.). Εξάλλου αβάσιμος είναι και ο από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δικ., κατά το οικείο μέρος, πρώτος λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο χωρίς αποδεικτικά μέσα κατέληξε στην κρίση του ότι το κατατεθέν στο λογαριασμό του αναιρεσείοντος ποσό ανήκε στην αναιρεσίβλητη, καθ' όσον στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία το Εφετείο στήριξε την κρίση του και δεν είναι αναγκαίο να αξιολογείται ιδιαίτερα το κάθε αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα κρίσιμα περιστατικά προς ευδοκίμηση της αγωγής. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-1-2008 αίτηση για αναίρεση της 6462/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ