Legislator Case Law & Legislation
1185/2007 AI generated

1185/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1185/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3344/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3264/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιουλίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22 Απριλίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1185/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 26 δόσεις. Οι δόσεις αυτές συμφωνήθηκε να είναι έντοκες, πλην της δεύτερης εκ 53.000.000 δραχ., στην οποία έχουν συμπεριληφθεί οι τόκοι. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου η εκκαλούσα κατέβαλε την πρώτη δόση εκ 50.000.000 δραχ. Η τελευταία δόση συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 26 Απριλίου 2001.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1185 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1185/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΒΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΥΡΥΤΕΧ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη Γλυφάδα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ψωμά.

Της αναιρεσίβλητης : Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητά της ως ειδικής εκκαθαρίστριας της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ-ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΚΛΩΣΤΗΡΙΑ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στο Καρπενήσι και τελεί υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 του ν. 1892/1990. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσεπενέκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3344/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3264/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Ιουλίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 22 Απριλίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Βασιλείου Ρήγα, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της αποφάσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου ή αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εδέχθη ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με την 7815/1992 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου η εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΚΛΩΣΤΗΡΙΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ Α.Ε.", τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 14 του Ν.2000/1991.

Με την απόφαση αυτή διορίσθηκε εκκαθαρίστρια της ως άνω εταιρείας η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.". Η τελευταία, της οποίας η επωνυμία μετά την τροποποίηση του καταστατικού της είναι "ΕΤΒΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", με την ως άνω ιδιότητα διενήργησε δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της προαναφερθείσας υπό εκκαθάριση εταιρείας, κατά τον οποίο αναδείχθηκε πλειοδότρια η εκκαλούσα.

Με το ........ συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Καρπενησίου Ειρήνης σύζ. Λέων. Παπαδοπούλου-Αγκαστινιώτη η ως άνω εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε." και με την ιδιότητα της εκκαθαρίστριας της εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ - ΠΑΤΡΑΪΚΗ ΚΛΩΣΤΗΡΙΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙΟΥ Α.Ε.", πώλησε, μεταβίβασε και παρέδωσε στην εκκαλούσα το σύνολο του ενεργητικού της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρείας, ήτοι το εργοστασιακό συγκρότημα με το οικόπεδο, τις εγκαταστάσεις του με το μηχανολογικό εξοπλισμό του, τα αποθέματα νημάτων και λοιπά κινητά δικαιώματα κλπ αντί τιμήματος 648.871.065 δραχ.

Το τίμημα συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε 26 δόσεις. Οι δόσεις αυτές συμφωνήθηκε να είναι έντοκες, πλην της δεύτερης εκ 53.000.000 δραχ., στην οποία έχουν συμπεριληφθεί οι τόκοι. Κατά την υπογραφή του ως άνω συμβολαίου η εκκαλούσα κατέβαλε την πρώτη δόση εκ 50.000.000 δραχ. Η τελευταία δόση συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 26 Απριλίου 2001.

Ρητά ορίστηκε στο ως άνω συμβόλαιο: 1) ότι η εκκαθαρίστρια εταιρεία έχει το δικαίωμα σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής έστω και μίας των δόσεων μετά των τόκων αυτής, να αξιώσει την άμεση καταβολή ολοκλήρου του οφειλομένου υπολοίπου τμήματος, το οποίο θα καθίσταται άμεσα και αυτοδίκαια ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, εντόκως με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, με εκτέλεση του παρόντος συμβολαίου που κηρύσσεται και με το παρόν από τους συμβαλλόμενους τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος για την αιτία αυτή...(όρος β), ότι η αγοράστρια δικαιούται να καταβάλλει και πριν τη συμπλήρωση των ανωτέρω προθεσμιών καταβολής των δόσεων οιαδήποτε δόση ή μέρος δόσης ή ολόκληρο το πιστωθέν τίμημα...(όρος στ), 3)ότι η αγοράστρια υποχρεούται να θέσει σε λειτουργία το εργοστάσιο εντός δύο μηνών από της υπογραφής του παρόντος.

Σε περίπτωση που το εργοστάσιο δεν τεθεί σε λειτουργία εντός της ανωτέρας προθεσμίας από την υπαιτιότητα της αγοράστριας, τότε ολόκληρο το υπόλοιπο τίμημα θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και θα επιδιώκεται η είσπραξή του με εκτέλεση του παρόντος, το οποίο συμφωνείται για την περίπτωση αυτή τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος (όρος ζ), 4) Ότι εντός μηνός από τη θέση σε λειτουργία του εργοστασίου η αγοράστρια υποχρεούται να προσλάβει πενήντα εργαζόμενους εντός τριών μηνών (από τη θέση σε λειτουργία του εργοστασίου) πενήντα ακόμη εργαζόμενους και εντός δώδεκα μηνών ογδόντα ακόμη εργαζόμενους και συνολικά 180 εργαζομένους, χωρίς δικαίωμα μείωσης του αριθμού αυτού μέχρι αποπληρωμής του τιμήματος.

Για τις θέσεις αυτές των 180 εργαζομένων, σε περίπτωση που δεν καλυφθούν από υπαιτιότητα της αγοράστριας, εξαιρουμένης της ανωτέρας βίας, κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα, κατά ποσοστό τουλάχιστον 85% η αγοράστρια είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει στην εκκαθαρίστρια για κάθε μήνα καθυστέρησης ως ποινική ρήτρα, το ποσό των 200.000 δραχ.

Για κάθε μη καλυπτόμενη θέση εργασίας και για τον αριθμό των θέσεων που υπολείπονται, αφαιρούμενης της απόκλισης 15% (όρος η). Και 5) Ότι η λειτουργία του εργοστασίου θα είναι συνεχής χωρίς διακοπή μέχρι αποπληρωμής του πιστωμένου τιμήματος. Στην περίπτωση οριστικής διακοπής αυτής με υπαιτιότητα της αγοράστριας, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος, η αγοράστρια υποχρεούται να καταβάλλει στην εκκαθαρίστρια ως ποινική ρήτρα ποσό ίσο προς το τίμημα του συνόλου του ενεργητικού της πωληθείσας εταιρείας.

Το ποσό αυτό θα μειώνεται κατά 14% για κάθε έτος λειτουργίας ή σε αντίστοιχα κλάσματα του 14%, εφόσον η λειτουργία του εργοστασίου δεν ήταν ολόκληρων ετών αλλά μηνών ή ημερών. Ότι η ως άνω ρήτρα θα οφείλεται στην περίπτωση που η αγοράστρια διακόψει τη λειτουργία λόγω δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας είτε γενικής είτε του κλάδου(όρος θ).

Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει ότι η εκκαλούσα παρέλαβε και λειτούργησε το ως άνω εργοστάσιο σύμφωνα με τους όρους του ως άνω συμβολαίου και κατέβαλε και τη δωδέκατη (σύμφωνα με το συμβόλαιο)δόση της 26-10-1997.Ήτοι κατέβαλε το συνολικό ποσό των 349.533.667 δραχ. Τις δόσεις 13, 14 και 15 ποσού 22.740.000 δραχ.

η κάθε μία οι οποίες καίτοι έληγαν στις 26-1-1998, 26-4-1998 και 26-7-1998 αντίστοιχα δεν τις κατέβαλε υπαιτίως η εκκαλούσα και τον Μάιο του ιδίου έτους (1998) διέκοψε τη λειτουργία του εργοστασίου και απέλυσε το προσωπικό αυτού. Λόγω της μη εμπρόθεσμης καταβολής των ως άνω δόσεων του τιμήματος από υπαιτιότητα της εκκαλούσας, η εφεσίβλητη, σύμφωνα με τον β΄ όρο της σύμβασης, με την από ......

εξώδικη πρόσκληση-δήλωσή της, που επιδόθηκε στην πρώτη(εκκαλούσα) στις 26-11-1998 αξίωσε την καταβολή ολοκλήρου του υπολοίπου οφειλομένου τιμήματος εντός δέκα ημερών από τις κοινοποιήσεως της πρόσκλησης, το οποίο ανερχόταν (κεφάλαιο και τόκοι) στο ποσό των 340.729.929 δραχ επιφυλαχθείσα για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών από ποινικές ρήτρες.

Η εκκαλούσα δεν κατέβαλε εντός της ως άνω προθεσμίας το υπόλοιπο του τιμήματος και έτσι κατέστη υπερήμερη. Και ναι μεν αυτή(εκκαλούσα) με την από 17-2-1999 επιστολή της προς την εφεσίβλητη και με τις από 1-3-1999, 16-4-1999 και 29-4-1999 που επακολούθησαν πρότεινε στην τελευταία την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος πλην όμως η προσφορά της αυτή δεν ήταν η προσήκουσα, καθόσον δεν συμπεριλάμβανε στην πρόταση εξόφλησης και την εξόφληση των νομίμων μέχρι τότε τόκων και ως εκ τούτου δεν κατέστη η εφεσίβλητη υπερήμερη για να αρθεί η υπερημερία της εκκαλούσας.

Η εφεσίβλητη, λόγω της ως άνω υπερημερίας της εκκαλούσας, δεν υπαναχώρησε από την σύμβαση όπως αβασίμως υποστηρίζει η τελευταία, αλλά με την ως άνω εξώδικη πρόσκλησή της ζήτησε το υπόλοιπο του τιμήματος και επιφυλάχθηκε να ζητήσει και τις αξιώσεις της από ποινικές ρήτρες... Όπως προαναφέρθηκε με τον όρο (η) της σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να προσλάβει εκκαλούσα σταδιακά εντός προθεσμίας δώδεκα (12) μηνών από τη θέση σε λειτουργία του εργοστασίου συνολικά 180 εργαζόμενους και σε περίπτωση μη κάλυψης των θέσεων αυτών από υπαιτιότητα της κατά ανωτέρω χρονικά διαστήματα και κατά ποσοστό 85% να καταβάλει στην εφεσίβλητη για κάθε μήνα καθυστέρησης ποινική ρήτρα εκ 200.000 δραχ.

για κάθε μη καλυπτόμενη θέση εργασίας για τον αριθμό των θέσεων που υπολείπονται. Στον ίδιο όρο(η) μετά τη συμφωνία για την πρόσληψη των εργαζομένων και πριν από την συμφωνία για την ποινική ρήτρα σε περίπτωση μη κάλυψης των θέσεων αυτών, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η εκκαλούσα δεν έχει δικαίωμα να μειώσει τον αριθμό αυτό των εργαζομένων μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος που συμφωνήθηκε να είναι η 26-4-2001 αφού με την ποινική ρήτρα διάδικοι σκόπευαν στην πρόσληψη των εργαζομένων και εφόσον στην ίδια παράγραφο και στην ίδια φράση και μάλιστα μεταξύ του όρου της πρόσληψης αυτών (εργαζομένων) και της συμφωνίας για ποινική ρήτρα στην αντίθετη περίπτωση, παρεμβάλλεται η συμφωνία για τη διατήρησή τους μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος ήτοι μέχρι τις 26/4/2001, η ποινική ρήτρα σαφώς συμφωνήθηκε και περιλαμβάνει όχι μόνο την πρόσληψη των εργαζομένων, αλλά και τη διατήρησή τους μέχρι την αποπληρωμή του τιμήματος.

Άλλωστε δεν θα είχε νόημα η συμφωνία για ποινική ρήτρα, αν περιλάμβανε μόνο τη πρόσληψη των εργαζομένων και όχι τη διατήρησή της, αφού τότε η εκκαλούσα θα προσλάμβανε και στη συνέχεια θα απέλυε αυτούς(εργαζομένους)... Σκοπός δε των ποινικών ρητρών ήταν όχι μόνο η εξασφάλιση της αποπληρωμής του τιμήματος και των τόκων αλλά και η εξυπηρέτηση κοινωνικών αναγκών".

Κρίνασα τοιουτοτρόπως η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τα άρθρα 404 επ.ΑΚ και έχει νόμιμη βάση διαλαμβάνουσα την επιβαλλομένη υπό των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 305 αρ.4 και 340 εδ.β΄ του ΚΠολΔ αιτιολογία, η οποία δεν είναι ανεπαρκής, αφού αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του Δικαστηρίου και δη η κάλυψη υπό της συμπεφωνημένης ποινικής ρήτρας και της υποχρεώσεως της αναιρεσειούσης προς διατήρηση του προσωπικού μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος.

Κατ΄ ακολουθίαν, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ΄ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1στοιχ.β, 346 και 453§1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, όπως και είναι και τα έγγραφα που χρησιμεύουν προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις των διαδίκων που τις προσκόμισε.

Σαφής δε και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ..

Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ΄ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτοδίκων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκλησή των.(ΟλΑΠ9/2000).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.γ΄του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την από 14.7.1999 επιστολή της αναιρεσειούσης προς την αναιρεσίβλητη, δια της οποίας προσφέρθηκε το οφειλόμενο από την πώληση βιομηχανικού συγκροτήματος τίμημα με τους νομίμους τόκους, της οποίας έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή στο Εφετείο.

Του εγγράφου, όμως, δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, εφόσον στις ενώπιον αυτού προτάσεις της, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπησή των, (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), διαλαμβάνεται μόνη η, μη συνιστώσα κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση του εγγράφου αυτού, φράση "προσκομίζουμε και επικαλούμεθα όλα τα σχετικά που είχαμε προσκομίσει στην δίκη του πρώτου βαθμού", τα οποία αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις, που ενσωματώθηκαν σ΄ εκείνες ενώπιον του Εφετείου .

Συνεπώς το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος το πιο πάνω έγγραφο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ΄του ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου που προσκομίσθηκε νόμιμα, και ο ανωτέρω (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.7.2004 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 3264/2003 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό εβδομήντα (1.170) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ