Supreme Court dismisses appeals against conviction for theft due to defendant's failure to appear in court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two convicted defendants against a Fifth Chamber judgment regarding theft charges. The court ruled that the appeal of the second defendant was inadmissible because he failed to appear at the scheduled hearing after being legally summoned. Consequently, the court rejected the first defendant's appeal as unsupported and ordered both parties to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 513(1)(c), 514, 583(1) of the Code of Criminal Procedure; The appeal is inadmissible if the appellant fails to appear in court after being duly summoned, and the appeal is rejected if it lacks sufficient support.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1185 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1185/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Πλαστήρα Αναστασάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων – κατηγορουμένων: 1) X1, κρατούμενου στη Δικαστική Φυλακή Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο Αλυγιζάκη και 2) X2, κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Α' Τύπου Μαλανδρίνου, που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1797/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες – κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 25.4.2005 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1032/2005.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του 1ου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του 1ου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης του 2ου αναιρε-σείοντος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Ποιν.Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. 2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 2006 αποδεικτικό επίδοσης της Γραμματέως της Δ.Φ. ..... , ο εκ των αναιρεσειόντων X2 κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση από 26.4.2005 αίτηση αναίρεσης τούτου κατά της 1797/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ).
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναίρεσης, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της πράξεως (περιλαμβανομένων και των επιβαρυντικών περιστάσεων αυτής), για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη η οποία κατά περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Η αιτιολογία αυτή πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προσβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην απόσβεση του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, όπως είναι το αίτημα για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, κατά την οικεία διάταξη, για τη θεμελίωσή τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον αφορά την από 25.4.2005 αίτηση του ετέρου αναιρεσείοντα X1 για αναίρεση της ως άνω υπ' αριθ. 1797/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς αλληλο-συμπληρώνονται, το δικαστήριο που δίκασε δέχτηκε ανελέγκτως ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος σ' αυτήν αναφερομένων αποδεικτικών μέσων προέκυψαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα (X1) και τον συγκατηγορούμενό του (X2) αξιόποινη πράξη της (διακεκριμένης) κλοπής από κοινού από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και η πράξη τους αυτή τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια:
Οι κατηγορούμενοι στην οδό .... στις 12.6.1999 από κοινού, αφού ενώθηκαν προκειμένου να διαπράττουν κλοπές και ληστείες, αφαίρεσαν από την κατοχή των αλβανών υπηκόων ... και .... το υπ' αριθ. κυκλ. .... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας .... ιδιοκτησίας των ανωτέρω, το οποίο ιδιοποιήθηκαν παράνομα, τελούσαν δε τις πράξεις αυτές της κλοπής κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, διότι από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως και την υποδομή που έχουν διαμορφώσει προκύπτει σκοπός τους προς πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του εγκλήματος αυτού, ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους.
Να σημειωθεί ότι με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο που δίκασε δέχτηκε επίσης και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τις λοιπές αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στους κατηγορουμένους αυτούς: Α) Στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 6.6.1997 έως 9.7.1997 συμφώνησαν από κοινού να διαπράξουν το κακούργημα της ληστείας και ενώθηκαν σε οργανωμένη και σταθερή σύμπραξη για τη διάπραξη περισσοτέρων κακουργημάτων που δεν είχαν καθορισθεί ακόμη ειδικά.
Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους με περισσότερες από μια πράξεις τέλεσαν περισσότερα εγκλήματα που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος και δη: 1) Στην αγροτική περιοχή .... στις 29.6.1999 και περί ώρα 03.00, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπα με κουκούλα προκειμένου να μην τους γνωρίσουν οι παθόντες ... , ... , ... , ....
και αφού προσποιήθηκαν τους αστυνομικούς, με την απειλή ότι θα σκοτώσουν ή θα προκαλέσουν σωματική βλάβη σε αυτούς, αφαίρεσαν από αυτούς το ποσό των 185.000 δρχ., δύο κινητά τηλέφωνα, μία χρυσή αλυσίδα, μια τηλεόραση μάρκας SONY 14 ιντσών, τα διαβατήριά τους, καθώς και τις πράσινες κάρτες που είχαν εφοδιαστεί από τον ΟΑΕΔ. 2) Στην περιοχή της οδού .....
στις 29.6.1999 και περί ώρα 3.30', εμφανιζόμενοι με την ίδια κάλυψη, όπως αναφέρεται παραπάνω, με την απειλή ότι θα σκοτώσουν ή θα επιφέρουν σωματική βλάβη στους παθόντες ... και ... , αφαίρεσαν από αυτούς το χρηματικό ποσόν των 25.000 δρχ., δηλαδή ξένα ολικά κινητά πράγματα, τα οποία παρανόμως ιδιοποιήθηκαν. 3) Στην περιοχή της ....
στις 30.6.1999 και περί ώρα 23.30' με την απειλή ότι θα σκοτώσουν ή θα επιφέρουν σωματική βλάβη, χρησιμοποιώντας κοντόκανη καραμπίνα και μαχαίρι, στους παθόντες ομοεθνείς τους ... και ... , τους οποίους προηγουμένως είχαν προθυμοποιηθεί να μεταφέρουν έναντι κομίστρου στην .... , ακινητοποίησαν αυτούς και αφαίρεσαν από αυτούς το χρηματικό ποσό των 9.000 δρχ., τα ειδικά δελτία ταυτότητας ομογενών και τα διαβατήριά τους, ξένα ολικά κινητά πράγματα, τα οποία ιδιοποιήθηκαν παράνομα. 4) Στον ..... , σε αγροτική περιοχή στις 18.6.1999 και περί ώρα 1.30, έχοντας αποφασίσει να εκτελέσουν το κακούργημα της ληστείας, δηλαδή με απειλές εναντίον προσώπου ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος και ζωής να εξαναγκάσουν άλλον να τους παραδώσει ξένο ολικά κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθούν παράνομα, κάνοντας χρήση κυνηγετικής καραμπίνας, πυροβόλησαν τουλάχιστον τρεις φορές προς την παράγκα που διέμενε ο ρουμάνος υπήκοος ....
σπάζοντας τα τζάμια του παραθύρου με σκοπό να τον εξαναγκάσουν να τους παραδώσει το χρήματά του για να τα ιδιοποιηθούν παράνομα. Δεν ολοκλήρωσαν όμως την πράξη της ληστείας από λόγους εξωτερικούς, ανεξάρτητους από τη δική τους βούληση και συγκεκριμένα γιατί ο ανωτέρω αναφερόμενος δεν υπέκυψε στην απειλή τους και αρνήθηκε να τους παραδώσει τα χρήματα.
Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά την ανωτέρω έννοια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καθόσον αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου – αναιρεσείοντος X1 των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 374 στοιχ. δ' και στ' του ΠΚ, καθόσον αφορά την καταδίκη του για την πράξη της κλοπής, ήτοι ότι η ως άνω πράξη της κλοπής τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και ότι αυτή επίσης τελέσθηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
Αφού, σε συνδυασμό και με αυτά που, κατά τα άνω, δέχτηκε για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία σχετικά με την τέλεσή της (κλοπής) από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και την εκ μέρους αυτού τέλεση της πράξεως αυτής και της ληστείας (που περιέχει και την ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος) από κοινού και κατ' εξακολούθηση και σχετικά με την υποδομή που είχε διαμορφώσει αυτός με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης (κλοπή αυτοκινήτων, κατοχή και χρήση ειδικά διασκευασμένων όπλων κλπ) από την οποία προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος όπως και σταθερή ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, οι αποδείξεις που θεμελιώνουν τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που συγκροτούν τις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής που εφαρμόσθηκαν.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. δ' πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, καθόσον αφορά την καταδίκη του για το αδίκημα της διακεκριμένης κλοπής, δεν διέλαβε, ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος αυτού των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου 374 στοιχ.
δ' και ε' του ΠΚ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδριάσεως του Δικαστηρίου κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του κατηγορουμένου (ήδη αναιρεσείοντος), μετά την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας αγορεύοντας επί της υπερασπίσεως, του ζήτησε «να αναγνωρισθεί στον κατηγορούμενο ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ». Έτσι όμως όπως προβλήθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αφού δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου της ουσίας τα πραγματικά περιστατικά που κατά τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2δ' ΠΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Γι' αυτό και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠΔ δεύτερος λόγος της αίτησης με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η από 26.4.2004 αίτηση του κατηγορουμένου X1 πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 26.4.2005 αιτήσεις των: 1) X1 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας 2) X2 και ήδη κρατούμενου στις Φυλακές Λάρισας, για αναίρεση της υπ' αριθ. 1797/2004 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθένα από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ