Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning and presumption of innocence grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by two defendants against a Fifth Chamber verdict convicting them for illegal gambling operations. The appellants argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting their expert examination request and violated the presumption of innocence. The court rejected these claims, ruling that the rejection of the expert examination was sufficiently motivated and that the conviction was based on established evidence rather than unexamined assumptions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 466, 473, 510 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on the lack of specific reasoning for rejecting an expert examination request or on the violation of the presumption of innocence is inadmissible if the lower court's decision is sufficiently motivated and does not constitute an unreviewable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1184 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1184/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χρήστου Μπαρδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. Σ. Χ. Α., κατοίκου ... και 2. Χ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ιωαννίδου, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 276/2024 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 07.11.2024 κρινόμενες (2) αιτήσεις, οι οποίες ασκήθηκαν με δήλωση ενώπιον της Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ζ. Χ. και έλαβαν, αντίστοιχα, αριθμούς πρωτοκόλλου 27/2024 και 26/2024 και οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στους αναιρεσείοντες και την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση από 7-11-2024 (με αριθμό πρωτ. αντίστοιχα 27/2024 και 26/2024) αιτήσεις των 1) Σ. Χ. του Α. και 2) Χ. Γ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι, με τις ελαφρυντικές περιστάσεις των άρθρων 84 παρ. 2 περ. α' και ε' ΠΚ ο μεν πρώτος για την αξιόποινη πράξη της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιγνίων από κοινού, η δε δεύτερη για την αξιόποινη πράξη της απλής συνέργειας σε παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων και τους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως, αντίστοιχα, δύο(2) ετών στον πρώτο και ενός (1) έτους στη δεύτερη, έχουν ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στις 18-10-2024 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2,3), περιέχουν δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφ' ενός μεν, ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση περί απόρριψης του αιτήματος για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και, αφ' ετέρου, ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων σε συνδυασμό με "παράβαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου" και β) απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρ. 464, 474 παρ. 4, 504 παρ. 1, 505 παρ. Ια, 509, 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' ΚΠΔ].
Επομένως, είναι παραδεκτές (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της συνάφειάς των, να εξεταστούν περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων τους.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ., όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ειδικότερα δε η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά, καθώς και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, πλήττεται ανεπιτρέπτως η, αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.
Α.Π. 1/2005, ΑΠ 753/2023, ΑΠ 1531/2022, Α.Π. 999/2020). Επίσης, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στην διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.
Η παραδοχή ή μη εξ άλλου των αιτημάτων του κατηγορουμένου ανάγεται μεν στην ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, τούτο όμως οφείλει να απαντήσει στο υποβληθέν αίτημα, αφού επί παραλείψεώς του επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για έλλειψη ακροάσεως κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου (171 ΚΠΔ) και ιδρύεται η εκ του άρθρου 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ πλημμέλεια, επί απορρίψεως δε αυτού, πρέπει να διαλάβει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 139 παρ.2 ΚΠΔ και 93 παρ.3 του Συντάγματος ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί άλλως υποπίπτει στην εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' ΚΠΔ πλημμέλεια. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1173/2023, ΑΠ 464/2023, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 132/2022).
Σύμφωνα με το άρθρο 71 ΚΠΔ: "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους σύμφωνα με τον νόμο". Το άρθρο αυτό αντιστοιχεί προς το άρθρο 72Α του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, το οποίο είχε προστεθεί με το άρθρο 6 ν. 4596/2019 (άρθρο 3 της Οδηγίας 2016/343/ΕΕ), εκφράζεται δε με αυτό ρητώς η υπερνομοθετική αρχή του τεκμηρίου αθωότητας που είναι διατυπωμένη στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 Κ.Π.Δ., "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1) αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α)... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (όπως το στοιχείο δ' αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ.2 του Ν.3904/2010).
Επίσης, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το όρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Με τις ως άνω διατάξεις στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.
Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).
Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1029/2024, ΑΠ 963/2024, ΑΠ 215/2024,ΑΠ 1568/2022, ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 504/2020, ΑΠ 1747/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 276/2024 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, καθώς και τα έγγραφα και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης), το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Στο πλαίσιο ελέγχων που διενεργούσε το ΤΑ Καλαμαριάς σε καταστήματα παροχής υπηρεσιών διαδικτύου για την εξακρίβωση τήρησης ή μη της κείμενης νομοθεσίας και ιδίως αναφορικά με την πιθανή διενέργεια απαγορευμένων τυχερών παιγνίων, την 16-12-2017 και περί ώρα 04.00 αστυνομικοί της εν λόγω υπηρεσίας μετέβησαν επί της οδού ..., όπου στεγάζεται κατάστημα με την επωνυμία MANGO, ιδιοκτησίας του Ι.
Α.-Ι. του Ι. (ως προς τον οποίο έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω του θανάτου του), προσωρινώς υπεύθυνος του οποίου ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος. Από τον αστυνομικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο χώρος της εισόδου του καταστήματος έχει διαμορφωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργεί κατ'ουσίαν ως προθάλαμος ελέγχου (face control) για τους εισερχομένους σε αυτόν.
Επίσης διαπιστώθηκε ότι κατά μήκος του κυρίου χώρου του καταστήματος έχουν τοποθετηθεί αντικείμενα τύπου παραβάν απομονώνοντας με αυτό τον τρόπο τον χώρο εισόδου με τον χώρο όπου τοποθετούνται οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Οι αστυνομικοί της ως άνω υπηρεσίας, αφού εισήλθαν στο κατάστημα, κατέλαβαν τον πρώτο κατηγορούμενο που ενεργούσε κατ'εντολή του ιδιοκτήτη(ο οποίος απουσίαζε), να έχουν εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία, εντός αυτού δύο (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αποτελούμενους από κεντρική μονάδα, πληκτρολόγιο, ποντίκι και οθόνη, με εγκατεστημένο ειδικό λογισμικό πρόγραμμα για τη διενέργεια τυχερών παιγνίων, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με Ηλεκτρονικό Υπολογιστή - κεντρική μονάδα υπολογιστή που λειτουργούσε ως κεντρικός διαχειριστής του προγράμματος των τυχερών παιγνίων (server), εισάγοντας μονάδες πονταρίσματος και έχοντας τον έλεγχο του Η/Υ των πελατών - παιχτών.
Στην οθόνη του υπολογιστή που έθεσαν σε λειτουργία, τη στιγμή που διενεργήθηκε ο έλεγχος εμφανίζονταν σχηματισμοί τρίλιζας με φρουτάκια - ζωάκια καθώς και μονάδες πονταρίσματος. Το προαναφερόμενο κατάστημα, όσο και οι Η/Υ με το εγκατεστημένο ειδικό λογισμικό τυχερών παιγνίων "φρουτάκια" δεν είχαν πιστοποιηθεί από την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου παιγνίων, ούτε έφεραν την ειδική σήμανση που προβλέπεται από το ν. 4002/2011.
Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την σαφή κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας -αστυνομικού, όταν αυτός και οι συνάδελφοί του μπήκαν στο κατάστημα ο 1ος κατηγορούμενος μόλις είχε βγει έξω από αυτό και μιλούσε στο τηλέφωνο, η δε δεύτερη κατηγορούμενη, υπάλληλος του καταστήματος βλέποντας τους αμέσως πάτησε ένα πλήκτρο του κεντρικού υπολογιστή και χρησιμοποιώντας κάποιο πρόγραμμα από τον υπολογιστή που λειτουργούσε ως κεντρικός διακομιστής (server) άλλαξε τις ενδείξεις στην οθόνη των υπολογιστών στους οποίους εμφαίνονταν το άνω απαγορευμένο τυχερό παίγνιο, σε φόντο με την ένδειξη WINDOWS ΧΡ.
Επιπλέον οι αστυνομικοί ακολουθώντας καλώδια που αντιλήφθησαν στο κατάστημα, έφθασαν στο υπόγειο αυτού, όπου διαπίστωσαν ότι οι υπολογιστές στους οποίους διενεργούνταν τα τυχερά παίγνια και η κεντρική μονάδα ήταν συνδεδεμένοι και λειτουργούσαν σε κλειστό κύκλωμα με δύο έτερους υπολογιστές του υπογείου και οι οποίοι προφανώς αποτελούσαν τις κεντρικές μονάδες αποθήκευσης και λειτουργίας του τυχερού παιγνίου.
Την ώρα του αστυνομικού ελέγχου, συνελήφθησαν εκτός από τους κατηγορουμένους και οι θαμώνες - πελάτες του εν λόγω καταστήματος, Κ. Δ., Χ. Κ., που συμμετείχαν στην διενέργεια του άνω ηλεκτρονικά διεξαγόμενου παιγνίου τύπου φρουτάκια, αντί ενός άγνωστου ποσού που προκατέβαλαν στον προσωρινά υπεύθυνο του καταστήματος (1° κατηγορούμενο), ο οποίος έβαζε τις αντίστοιχες μονάδες στον υπολογιστή, αποσκοπώντας σε οικονομικό όφελος στον εαυτό τους από την επιτυχή έκβαση του παιχνιδιού.
Συγκεκριμένα ο παίκτης μετά την καταβολή του άνω ποσού και την απόκτηση των αντίστοιχων μονάδων καταχωρημένων στον υπολογιστή πατώντας το κουμπί αυτού εμφανίζονταν σε διαρκή κίνηση διάφορα εικονίδια και σχήματα (φρουτάκια, ζωάκια, διαμάντια, κ.α) τα οποία απεικονίζονταν σε τρεις σειρές και στήλες, δίνοντας δε εντολή με το πάτημα ενός πλήκτρου είχε τη δυνατότητα να ακινητοποιήσει προς στιγμή την εικόνα με σκοπό να επιτύχει την εκ συμπτώσεως εμφάνιση επί της στήλης ή σειράς ίδιων αντικειμένων (τρίλιζα), δηλαδή τρία όμοια ζωάκια ή φρουτάκια στην ίδια σειρά κάθετα, οριζόντια ή διαγώνια.
Εάν ο παίκτης κέρδιζε πετυχαίνοντας τρίλιζα, πιστώνονταν με μονάδες πονταρίσματος που τις εξαργύρωνε σε χρήματα , κερδίζοντας παράνομο οικονομικό όφελος, εάν δε έχανε και δη δεν σχημάτιζε τρίλιζα, αφαιρούνταν αυτόματα πόντοι από τους προπληρωμένους έως σταδιακά τον μηδενισμό τους, με αποτέλεσμα την απώλεια των εκ μέρους του προκαταβληθέντων χρημάτων με αντίστοιχο παράνομο όφελος του ιδιοκτήτη, διαδικασία που μετά βεβαιότητας λάμβανε χώρα και στην προκειμένη περίπτωση.
Χωρίς την εγκατάσταση του ειδικού λογισμικού στους Η/Υ δεν μπορούσε να γίνει η διεξαγωγή του άνω παιχνιδιού, του οποίου η έκβαση εξαρτάται αποκλειστικά από την τύχη , χωρίς ο παίκτης να μπορεί να συμβάλει με τις δικές του ικανότητες, γνώσεις και πνευματικές ικανότητες στη διαμόρφωση του αποτελέσματος.
Δινόταν έτσι η δυνατότητα στον ιδιοκτήτη του καταστήματος στο πλαίσιο άσκησης του επιτηδεύματος του και εκμεταλλευόμενος την διαμορφωμένη υποδομή του καταστήματος του να προσφέρει τυχερά παίγνια προς διεξαγωγή, να εκμεταλλεύεται πλήρως τη διεξαγωγή τους, έχοντας τον οικονομικό έλεγχο επ'αυτών και την καθολική τους διαχείριση και επιτρέποντας σε τρίτους την πρόσβαση και συμμετοχή σε αυτά τα τυχερά παίγνια, αλλά και τη δυνατότητα στον ενημερωμένο πρώτο κατηγορούμενο, προσωρινά υπεύθυνο του καταστήματος κατά τις ώρες της βάρδιας του, εκτός από το να εισπράττει χρήματα και να εξαργυρώνει μονάδες πονταρίσματος, να διαχειρίζεται το τοπικό δίκτυο, να πραγματοποιεί την έναρξη της διενέργειας των τυχερών παιγνίων, την απενεργοποίησή τους, να σημειώνει τις μονάδες πονταρίσματος, αλλά και να επιβλέπει την εν γένει διενέργειά τους.
Η εκ μέρους των κατηγορουμένων αμφισβήτηση της ιδιότητας του άνω παιχνιδιού "φρουτάκια" ως τυχερού παίγνιου κατά την έννοια του άρθρου 25 του ν. 4002/2011, είναι αβάσιμη καθόσον πέραν των όσων προαναφέρθηκαν, περί του ότι η θετική για τον παίκτη έκβαση εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την τύχη και όχι από την τεχνική δεινότητά του, γιατί ουδεμία απολύτως δυνατότητα -έστω και παραμικρής- επέμβασης έχει, έτσι ώστε να επιτευχθεί λόγω της δεξιοτεχνίας του το επιτυχές προς αυτόν αποτέλεσμα, δηλαδή του σχηματισμού όμοιας τρίλιζας, υφίσταται και η απαιτούμενη οικονομική διακινδύνευση, στην έννοια της οποίας κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.ββ εδ.β του ν. 4002/2011 ,περιλαμβάνεται και η συμμετοχή σε διεξαγωγή τυχερού παιγνίου που παρέχεται δωρεάν (bonus, free bets κλπ) και συνδέεται με οικονομική διακινδύνευση χρηματικού ποσού ή άλλου περιουσιακού στοιχείου η οποία προηγήθηκε ή και ακολουθεί, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. 'Αλλωστε στην ίδια ως άνω υποπερίπτωση του άρθρου 25 του ν.4002/2011, διαλαμβάνεται ότι, στα τυχερά παίγνια εντάσσονται και όλα όσα έχουν χαρακτηριστεί ως "μικτά" ή "τυχερά παίγνια " σύμφωνα με τις διατάξεις του Β.Δ. 29/71 μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (δηλαδή έως 22.8.2011) και το τυχερό παιχνίδι "φρούτα" (το κοινώς λεγόμενο φρουτάκια) που διενεργείτο εντός του άνω καταστήματος ιδιοκτησίας του του κατηγορούμενου, έχει χαρακτηριστεί ως τυχερό δυνάμει της υπ.
αριθμ. Φ 3006.5/243-23127/28.6.1985 απόφασης Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ Β.443/1985), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ.3 του ΒΔ 29/71 κι ως εκ τούτου, τα γνωρίσματα που καθόρισαν το επίδικο παίγνιο ως τυχερό έχουν ήδη αξιολογηθεί κατά την προγενέστερη νομοθετική υπαγωγή του παιγνίου στην κατηγορία των τυχερών και όλες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των κατηγορουμένων καθίστανται απορριπτέες.
Από κανένα δε αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι παραπάνω παίκτες διενεργούσαν το προαναφερόμενο παίγνιο μέσω διαδικτύου, όπως επικαλούνται οι κατηγορούμενοι χωρίς όμως να δίνεται καμιά πειστική εξήγηση, γιατί με τη θέα των αστυνομικών να αλλάξουν την οθόνη των υπολογιστών.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δεύτερη κατηγορουμένη , εργαζόμενη όπως προεκτέθηκε στο άνω κατάστημα παρείχε με πρόθεση απλή συνέργεια στον προσωρινά υπεύθυνο (1° κατηγορούμενο ) και στον ιδιοκτήτη του ανωτέρω καταστήματος, οι οποίοι διεξήγαγαν τα προαναφερόμενα τυχερά παίγνια στο κατάστημα, αφού εν γνώσει της διεξαγωγής του εν λόγω παράνομου τυχερού παιγνίου, άλλαξε τις ενδείξεις στην οθόνη των επίδικων υπολογιστών , μόλις αντιλήφθηκε την είσοδο αστυνομικών στο άνω κατάστημα με τον διακριτικό τίτλο "MANGO", σύμφωνα με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα αστυνομικού, προκειμένου να εξαφανίσει τις αποδείξεις απαγορευμένου παιχνιδιού .
Να λεχθεί επίσης ότι σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού, στο άνω κατάστημα έχουν λάβει χώρα παρόμοιες παραβάσεις, ενώ σύμφωνα με τις ομολογίες των κατηγορουμένων και οι δύο έχουν κατηγορηθεί για παρόμοια αδικήματα. Όσον αφορά το προβαλλόμενο αίτημα των κατηγορουμένων περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (αρθ. 183 ΚΠΔ) για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη εγκατεστημένου λογισμικού στους κατασχεμένους από το 2017 άνω Η/Υ που βρέθηκαν στο άνω κατάστημα, πρέπει να απορριφθεί καθόσον το άνω αποδεικτικό υλικό ήταν αρκετό για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν ήταν εγκατεστημένο το ειδικό λογισμικό πρόγραμμα, αφού, χωρίς την εν λόγω εγκατάσταση οι παίκτες δεν θα μπορούσαν να παίζουν , το παιχνίδι φρουτάκια, το οποίο και αποδείχθηκε ότι έπαιζαν.
Μετά τις παραπάνω παραδοχές κι επειδή αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι πραγμάτωσαν με τη συμπεριφορά τους την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων που τους αποδίδονται, πρέπει ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για πράξη της παράβασης του άρθρου 52παρ.1γ ν. 4002/2011 (διεξαγωγή τυχερών παιγνίων χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο άδεια), ενώ η δεύτερη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της απλής συνδρομής στην ίδια πράξη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, που αναγνωρίστηκε με την εκκαλουμένη απόφαση υπέρ αυτών, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 470 ΚΠοιν.Δ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του εκκαλούντος-κατηγορουμένου".
Ακολούθως δε, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - και αφού απέρριψε το αίτημα για διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης - κήρυξε τους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους ένοχους και συγκεκριμένα τον μεν πρώτο για την πράξη της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιγνίων από κοινού, την δε δεύτερη για απλή συνέργεια σε παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων (παρ.
άρθρ. 12, 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 45, 47 παρ. 1 Π.Κ., άρθρ. 25 περ. β', ιθ' και 52 παρ. 1 περ. γ' του ν. 4002/2011, όπως τροπ. με το άρθρ. 22 του ν. 4141/2013 και ακολούθως με το ν. 4261/2014) και, αφού τους αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του πρότερου σύννομου βίου (όπως και πρωτοδίκως) και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (άρθρ. 84 παρ. 2 στοιχ.
α', ε' Π.Κ.), επέβαλε στον μεν 1° εξ αυτών ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, στην δε 2η ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ποινές τις οποίες ανέστειλε επί 3ετία, με το ακόλουθο (ως προς την ενοχή τους) διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο Σ. Χ. του Α. ένοχο του ότι: Από κοινού με τον Α.-Ι.-Ι. Ι. του Ι., στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση διεξήγαγαν τυχερά παίγνια, ήτοι διοργάνωναν και διεξήγαγαν χωρίς την προβλεπόμενη απαιτούμενη από τον νόμο ειδική άδεια, τυχερά παίγνια, ήτοι παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη και υφίσταται οικονομική διακινδύνευση, δηλαδή ανάληψη του κινδύνου επένδυσης στο αποτέλεσμα του παιγνίου, προκειμένου να αποδίδεται στους παίκτες άμεσα ή έμμεσα οικονομικό όφελος.
Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, την 16-12-2017, στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, επί της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, με τον διακριτικό τίτλο "MANGO", στο οποίο είναι ιδιοκτήτης ο , Α. - Ι. - Ι. Ι. και προσωρινά υπεύθυνος ο πρώτος κατηγορούμενος Σ. Χ., διεξήγαγαν τυχερά παίγνια στο κατάστημα, καθώς είχαν εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία, εντός αυτού δύο (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αποτελούμενους από κεντρική μονάδα, πληκτρολόγιο, ποντίκι και οθόνη, με εγκατεστημένο ειδικό λογισμικό πρόγραμμα για τη διενέργεια παιγνίων, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με Ηλεκτρονικό Υπολογιστή - κεντρική μονάδα υπολογιστή που λειτουργούσε ως κεντρικός διαχειριστής του προγράμματος των τυχερών παιγνίων (server), εισάγοντας μονάδες πονταρίσματος και έχοντας τον έλεγχο του Η/Υ των πελατών - παιχτών.
Στην οθόνη του υπολογιστή που έθεσαν σε λειτουργία, τη στιγμή που διενεργήθηκε ο έλεγχος εμφανιζόταν σχηματισμοί τρίλιζας με φρουτάκια - ζωάκια καθώς και μονάδες πονταρίσματος. Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά της οικονομικής συναλλαγής μεταξύ παίκτη και καταστήματος, από την οποία προκύπτει οικονομική διακινδύνευση με την έννοια της επιλογής του παίκτη να αναλάβει τον κίνδυνο επένδυσης στο αποτέλεσμα του παιγνίου οποιουδήποτε χρηματικού ποσού προκειμένου να επιδιώξει άμεσα ή έμμεσα οικονομικό όφελος από το αποτέλεσμα του παιγνίου.
Με τις ανωτέρω ιδιότητά τους, διεξήγαγαν τυχερά παίγνια, καθώς ο ανωτέρω υπολογιστής ήταν διαθέσιμος στο κοινό για τη διενέργεια τυχερών παιγνίων με αυτόν, KOL οι θαμώνες - πελάτες του εν λόγω καταστήματος, Κ. Δ., Χ. Κ. που συνελήφθησαν, κατά τη διάρκεια του αστυνομικού ελέγχου, που διενεργήθηκε από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Καλαμαριάς, συμμετείχαν, αφού προηγουμένως είχε καταβάλει άγνωστο ποσό, το οποίο μετατράπηκε σε μονάδες πονταρίσματος, σε απαγορευμένα τυχερά παίγνια, δηλαδή παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη, και υφίσταται οικονομική διακινδύνευση προς επίτευξη άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους.
ΚΗΡΥΣΕΙ την κατηγορούμενη Χ. Γ. του Θ. ένοχη του ότι: Στον παρακάτω αναφερόμενο τόπο και χρόνο, με πρόθεση παρείχε απλή συνδρομή στον ως άνω συγκατηγορουμένο της, που διεξήγαγε τυχερά παίγνια, ήτοι διοργάνωνε και διεξήγαγε χωρίς την προβλεπόμενη απαιτούμενη από τον νόμο ειδική άδεια, τυχερά παίγνια, ήτοι παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη και υφίσταται οικονομική διακινδύνευση, δηλαδή ανάληψη του κινδύνου επένδυσης στο αποτέλεσμα του παιγνίου, προκειμένου να αποδίδεται στους παίκτες άμεσα ή έμμεσα οικονομικό όφελος.
Συγκεκριμένα, στη Θεσσαλονίκη, την 16-12-2017, στο κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, στο οποίο είναι εργαζόμενη, επί της οδού ..., στη Θεσσαλονίκη, με τον διακριτικό τίτλο "MANGO", παρείχε απλή συνέργεια στον προσωρινά υπεύθυνο Σ. Χ. και στον ιδιοκτήτη Ι. Α. - Ι. - Ι. του ανωτέρω καταστήματος, οι οποίοι διεξήγαγαν τυχερά παίγνια στο κατάστημα, καθώς είχαν εγκαταστήσει και θέσει σε λειτουργία, εντός αυτού έναν (2) ηλεκτρονικούς υπολογιστές, αποτελούμενους από κεντρική μονάδα, πληκτρολόγιο, ποντίκι και οθόνη, με εγκατεστημένο ειδικό λογισμικό πρόγραμμα για τη διενέργεια παιγνίων, οι οποίοι ήταν συνδεδεμένοι με Ηλεκτρονικό Υπολογιστή - κεντρική μονάδα υπολογιστή που λειτουργούσε ως κεντρικός διαχειριστής του προγράμματος των τυχερών παιγνίων (server), εισάγοντας μονάδες πονταρίσματος και έχοντας τον έλεγχο του Η/Υ των πελατών - παιχτών.
Στην οθόνη του υπολογιστή που έθεσαν σε λειτουργία, τη στιγμή που διενεργήθηκε ο έλεγχος εμφανιζόταν σχηματισμοί τρίλιζας με φρουτάκια - ζωάκια καθώς και μονάδες πονταρίσματος. Τα ανωτέρω είναι ενδεικτικά της οικονομικής συναλλαγής μεταξύ παίκτη και καταστήματος, από την οποία προκύπτει οικονομική διακινδύνευση με την έννοια της επιλογής του παίκτη να αναλάβει τον κίνδυνο επένδυσης στο αποτέλεσμα του παιγνίου οποιοσδήποτε χρηματικού ποσού προκειμένου να επιδιώξει άμεσα ή έμμεσα οικονομικό όφελος από το αποτέλεσμα του παιγνίου.
Με την ανωτέρω ιδιότητά τους, ως προσωρινά υπεύθυνος και ιδιοκτήτης της επιχείρησης διεξήγαγαν τυχερά παίγνια, καθώς ο ανωτέρω υπολογιστής ήταν διαθέσιμος στο κοινό για τη διενέργεια τυχερών παιγνίων με αυτόν, και οι θαμώνες - πελάτες του εν λόγω καταστήματος, Κ. Δ., Χ. Κ. που συνελήφθησαν, κατά τη διάρκεια του αστυνομικού ελέγχου, που διενεργήθηκε από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας Καλαμαριάς, συμμετείχαν, αφού προηγουμένως είχε καταβάλει άγνωστο ποσό, το οποίο μετατράπηκε σε μονάδες πονταρίσματος, σε απαγορευμένα τυχερά παίγνια, δηλαδή παίγνια των οποίων το αποτέλεσμα εξαρτάται τουλάχιστον εν μέρει από την τύχη, και υφίσταται οικονομική διακινδύνευση προς επίτευξη άμεσου ή έμμεσου οικονομικού οφέλους".
Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ενοχή των κατηγορούμενων, ήδη αναιρεσειόντων, για τις πράξεις της παράνομης διεξαγωγής τυχερών παιγνίων από κοινού και της απλής συνέργειας σε παράνομη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις, ενδοιασμούς (αφού η λέξη "προφανώς" στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν συνιστά αυτοτελή αναφορά, αλλά αναφέρεται σε συνάρτηση με την κατάθεση μάρτυρα κατηγορίας από την διαπίστωση του τι βρέθηκε κατά την αστυνομική επιχείρηση διακρίβωσης του αδικήματος και την εκτίμησή του για τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ηλεκτρονικών υπολογιστών για την διενέργεια του απαγορευμένου παιγνίου για το οποίο αποδόθηκαν στους αναιρεσείοντες - κατηγορούμενους οι κατηγορίες και καταδικάστηκαν για αυτές, σε συνεκτίμηση με το εν γένει αποδεικτικό υλικό), ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, α) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες, β) οι αποδείξεις, από τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και γ) οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 12, 26 παρ.
Ια', 27 παρ. 1, 45, 47, 83, 84 παρ. 2 στοιχ. α', ε' Π.Κ. και άρθρ. 25 περ. β', ιθ' και 52 παρ. 1 περ. γ' του ν. 4002/2011, όπως τροπ. με το άρθρ. 22 του ν. 4141/2013 και ακολούθως με το ν. 4261/2014, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και συνακόλουθα οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που διαλαμβάνονται στον πρώτο λόγο αναίρεσης περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την ενοχή τους, είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Περαιτέρω, επίσης, από την επισκόπηση των ίδιων ως άνω πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι ο συνήγορος των εκκαλούντων κατηγορούμενων και ήδη αναιρεσειόντων, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, υπέβαλε εγγράφως (σελ. 5-6-7 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και ανέπτυξε προφορικά αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διακριβωθεί η ύπαρξη ή μη προγράμματος λογισμικού παιγνίων στους δύο ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας, αστυνομικού, θαμώνες διενεργούσαν το παίγνιο τύπου "φρουτάκια" αντί αγνώστου ποσού που προκατέβαλαν στον υπεύθυνο του καταστήματος, αίτημα, το οποίο, αφού επανέφερε και πάλι ο συνήγορος των εκκαλούντων κατηγορούμενων, μετά την πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας επί της ενοχής, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με το εξής, ως και ανωτέρω εκτίθεται, σκεπτικό (σελ. 20 αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: ".....αίτημα των κατηγορουμένων περί διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης (άρθ. 183 ΚΠΔ) για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη εγκατεστημένου λογισμικού στους κατασχεμένους από το 2017 άνω Η/Υ που βρέθηκαν στο άνω κατάστημα, πρέπει να απορριφθεί καθόσον το άνω αποδεικτικό υλικό ήταν αρκετό για να σχηματίσει το Δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση για το αν ήταν εγκατεστημένο το ειδικό λογισμικό πρόγραμμα, αφού, χωρίς την εν λόγω εγκατάσταση οι παίκτες δεν θα μπορούσαν να παίζουν, το παιχνίδι φρουτάκια, το οποίο και αποδείχθηκε ότι έπαιζαν...".
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού στην παραπάνω αιτιολογία περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι νομικές και ουσιαστικές σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε αβάσιμο το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και ειδικότερα ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικές ελλείψεις, αιτιολογία η οποία, όπως προαναφέρεται, δεν είναι αυτοτελής, αλλά διατυπώθηκε σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ' εκείνες.
Κατά συνέπεια, προκύπτει από τα προεκτεθέντα ότι οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που διαλαμβάνονται, επίσης, στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του αιτήματος τους για την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ως και οι αιτιάσεις αυτών, που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο αναίρεσης για απόλυτη ακυρότητα και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, εν όψει και του ότι, συγκεκαλυμμένα, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αφού παρατίθενται αποσπασματικά τμήματα της κατάθεσης του μάρτυρα αστυνομικού για τη θεμελίωση των ισχυρισμών τους, ενώ γίνεται λόγος για τη μη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και η οποία, κατά τις αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, θα θεμελίωνε την αθωότητά τους, καθόσον θα αποδεικνυόταν ότι δεν υπήρχε εγκατεστημένο λογισμικό στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του καταστήματος, αίτημα το οποίο, όμως, όπως προαναφέρεται, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με επάρκεια αιτιολογίας.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, αμφότεροι οι λόγοι των υπό κρίση αναιρέσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αφενός ως προς την απόρριψη του αιτήματος τους για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αφετέρου ως προς την ενοχή τους (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Π.Δ.), καθώς και για απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Π.Δ.), κατά την διάταξη του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ που συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής των κατηγορούμενων και προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και ο οποίος θεμελιώνεται επίσης στην απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος διενέργειας πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμοι, αφού, άλλωστε, παγίως νομολογείται από το Ακυρωτικό Δικαστήριο ότι η παραβίαση των διατάξεων της άνω Ευρωπαϊκής Σύμβασης δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης πέραν εκείνων που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια που υπάγεται στους προβλεπόμενους πιο πάνω λόγους (ΑΠ 1413/2024, ΑΠ 616/2022, ΑΠ 1218/2019, ΑΠ 354/2019), το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τις από 7-11-2024 (με αριθμό πρωτ. αντίστοιχα 27/2024 και 26/2024) αιτήσεις των 1) Σ. Χ. του Α. και 2) Χ. Γ. του Θ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 276/2024 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ έκαστο των αναιρεσειόντων στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ