Supreme Court annuls First Instance judgment on data privacy breach, remanding case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's judgment dismissing the plaintiff's claim for damages regarding a data privacy breach. The court found that the defendant bank was contractually obligated to inform the client about data processing with third-party credit monitoring agencies, as explicitly stated in the loan agreement. Consequently, the court ruled that the failure to notify the client did not constitute an unlawful act warranting compensation, but ordered the case remanded for a new trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2472/1997, άρθρο 1: Η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων απαιτεί ειδική ενημέρωση του ενδιαφερόμενου για κάθε τρίτο, εκτός όταν η σύμβαση ρητά προβλέπει την επεξεργασία με σκοπό την εκπλήρωση υποχρεώσεων του ενδιαφερόμενου και την προστασία των συμφερόντων του.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1184 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1184/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Γ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Τόπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 153/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7589/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-9-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 7589/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 11-7-2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθ. 153/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 20-4-2017 αγωγή του ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Ο ν. 2472/1997, ``Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα'`, ο οποίος ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο και εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία του ατόμου από την αυτοματοποιημένη επεξεργασία πληροφοριών προσωπικού χαρακτήρα της 28ης Ιανουαρίου 1981, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2068/1992, και προς την 95/46/ΕΚ Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 24-10-1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει σκοπό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 αυτού, τη θέσπιση των προϋποθέσεων για την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς προστασία των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των φυσικών προσώπων και ιδίως της ιδιωτικής ζωής.
Στη διάταξη του άρθρου 2 του ανωτέρω νόμου, δίνεται η έννοια των κρίσιμων ορισμών που έχουν σχέση με τις ειδικές ρυθμίσεις για τη συλλογή και επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, ορίζεται ότι: ``Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: α) ``Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα'`, κάθε πληροφορία που αναφέρεται στο υποκείμενο των δεδομένων.....
β)..... γ) ``Υποκείμενο των δεδομένων'`, το φυσικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί, δηλαδή μπορεί να προσδιορισθεί αμέσως ή εμμέσως, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσοτέρων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από άποψη φυσική, βιολογική, ψυχική, οικονομική, πολιτιστική, πολιτική ή κοινωνική, δ) ``Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα'` (``επεξεργασία'`), κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου ή ένωση προσώπων ή φυσικό πρόσωπο, με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διατήρηση ή αποθήκευση, η τροποποίηση, η εξαγωγή, η χρήση, η διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, η διασύνδεση, η δέσμευση (κλείδωμα), η διαγραφή, η καταστροφή, ε) ``Αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα'` (``αρχείο``), κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, στ)..., ζ) ``Υπεύθυνος επεξεργασίας``, οποιοσδήποτε καθορίζει το σκοπό και τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός.
Όταν ο σκοπός και ο τρόπος της επεξεργασίας καθορίζονται με διατάξεις νόμου ή κανονιστικές διατάξεις εθνικού ή κοινοτικού δικαίου, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τα ειδικά κριτήρια βάσει των οποίων γίνεται η επιλογή του, καθορίζονται αντίστοιχα από το εθνικό ή το κοινοτικό δίκαιο, η) ``Εκτελών την επεξεργασία'`, οποιοσδήποτε επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λογαριασμό υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, θ) ``Τρίτος`` κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας, ι) ``Αποδέκτης``, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή ή υπηρεσία, ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός, στον οποίο ανακοινώνονται ή μεταδίδονται τα δεδομένα, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για τρίτο ή όχι, ια) ``Συγκατάθεση`` του υποκειμένου των δεδομένων, κάθε ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βουλήσεως, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει και με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.
Η ενημέρωση αυτή περιλαμβάνει πληροφόρηση τουλάχιστον για το σκοπό της επεξεργασίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες δεδομένων, που αφορά η επεξεργασία, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση του υπεύθυνου επεξεργασίας και του τυχόν εκπροσώπου του.
Η συγκατάθεση μπορεί να ανακληθεί, οποτεδήποτε, χωρίς αναδρομικό αποτέλεσμα, ιβ) ``Αρχή``, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού χαρακτήρα που θεσπίζεται στο κεφάλαιο Δ του παρόντος νόμου``. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι: ``Οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στην εν όλω ή εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία καθώς και στη μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία περιλαμβάνονται ή πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο``.
Στη διάταξη του άρθρου 4 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 του ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: ``Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας πρέπει: α) Να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και να υφίστανται θεμιτή και νόμιμη επεξεργασία ενόψει των σκοπών αυτών, β) Να είναι συναφή, πρόσφορα, και όχι περισσότερα από όσα κάθε φορά απαιτείται ενόψει των σκοπών της επεξεργασίας, γ) Να είναι ακριβή και, εφόσον χρειάζεται, να υποβάλλονται σε ενημέρωση, δ)... (παρ.1).
Η τήρηση των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου βαρύνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας...(παρ. 2)``. Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 αυτού, όπως το εδ. γ' της παρ. 2 τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 2915/2001, ορίζεται ότι: ``Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα επιτρέπεται μόνον όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη συγκατάθεσή του. (παρ. 1).
Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επεξεργασία και χωρίς τη συγκατάθεση, όταν: α) Η επεξεργασία είναι αναγκαία για την εκτέλεση σύμβασης, στην οποία συμβαλλόμενο μέρος είναι υποκείμενο δεδομένων... β)... γ)... δ)..., ε) Η επεξεργασία είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση του εννόμου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος ή οι τρίτοι στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα και υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα και δεν θίγονται οι θεμελιώδεις ελευθερίες αυτών (παρ. 2).
Με τη διάταξη του άρθρου 10, όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του ν. 3471/2006, ορίζεται ότι: ``Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι απόρρητη. Διεξάγεται αποκλειστικά και μόνο από πρόσωπα που τελούν υπό τον έλεγχο του υπεύθυνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία και μόνο κατ' εντολή του (παρ. 1).
Για τη διεξαγωγή της επεξεργασίας ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα, που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου (παρ. 2). Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας... (παρ. 3).
Αν η επεξεργασία διεξάγεται για λογαριασμό του υπεύθυνου από πρόσωπο μη εξαρτώμενο από αυτόν, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως. Η ανάθεση προβλέπει υποχρεωτικά ότι ο ενεργών την επεξεργασία τη διεξάγει μόνο κατ' εντολή του υπεύθυνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (παρ. 4)``.
Στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 έως 3 αυτού ορίζεται ότι: ``Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει, κατά το στάδιο της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να ενημερώνει με τρόπο πρόσφορο και σαφή το υποκείμενο για τα εξής τουλάχιστον στοιχεία: α) την ταυτότητά του και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του, β) το σκοπό της επεξεργασίας, γ) τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και δ) την ύπαρξη του δικαιώματος πρόσβασης (παρ. 1).
Εάν για τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ο υπεύθυνος επεξεργασίας ζητεί τη συνδρομή του υποκειμένου, οφείλει να το ενημερώσει ειδικώς και εγγράφως για τα στοιχεία της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, καθώς και για τα δικαιώματά του, σύμφωνα με τα άρθρα 11 έως και 13 του παρόντος νόμου... (παρ. 2). Εάν τα δεδομένα ανακοινώνονται σε τρίτους, το υποκείμενο ενημερώνεται για την ανακοίνωση πριν από αυτούς (παρ. 3).
Με το άρθρο 12 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι: ``Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως``, ενώ στις παρ. 2 και 3 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι, ``Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες:
α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους, β) Τους σκοπούς της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών. γ) Την εξέλιξη της επεξεργασίας για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του. δ) Τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης μπορεί να ασκείται από το υποκείμενο των δεδομένων και με τη συνδρομή ειδικού. ε) Κατά περίπτωση, τη διόρθωση, τη διαγραφή ή τη δέσμευση (κλείδωμα) των δεδομένων των οποίων η επεξεργασία δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ιδίως λόγω του ελλιπούς ή ανακριβούς χαρακτήρα των δεδομένων και στ) Την κοινοποίηση σε τρίτους, στους οποίους έχουν ανακοινωθεί τα δεδομένα, κάθε διόρθωσης, διαγραφής ή δέσμευσης (κλειδώματος) που διενεργείται σύμφωνα με την περίπτωση ε`, εφόσον τούτο δεν είναι αδύνατο ή δεν προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες (παρ. 2).
Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας... (παρ. 3). Με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α αυτού, ορίζεται ότι, ``το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προβάλλει οποτεδήποτε αντιρρήσεις για την επεξεργασία δεδομένων που το αφορούν.
Οι αντιρρήσεις απευθύνονται εγγράφως στον υπεύθυνο επεξεργασίας και πρέπει να περιέχουν αίτημα για συγκεκριμένη ενέργεια, όπως διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή....``. Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του νόμου αυτού προβλέπονται, για την περίπτωση παραβίασης των διατάξεών του για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και υπό τις οριζόμενες ειδικότερα προϋποθέσεις, ποινικές κυρώσεις, για όσες συμπεριφορές κρίνονται αξιόποινες, καθώς και υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη.
Από τις εκτεθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 95/46/ΕΚ, προκύπτει, ότι, στο πλαίσιο του σκοπούμενου συγκερασμού, αφενός της προστασίας του ατόμου από την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων (άρθρο 9 Α Συντάγματος) και αφετέρου της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας και χρήσης τους (άρθρο 5 Α Συντάγματος), η νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων προϋποθέτει, μεταξύ άλλων:
α) την ακρίβεια και επικαιρότητα των δεδομένων, β) την εκ μέρους του υπεύθυνου επεξεργασίας ενημέρωση του υποκειμένου και γ) τη συγκατάθεση του υποκειμένου, εκτός των περιπτώσεων που, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 2472/1997, εξαιρούνται από την υποχρέωση συγκατάθεσης. Ειδικότερα, με το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, καθιερώνεται βασική υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, για την ενημέρωση του υποκειμένου των προσωπικών δεδομένων, για την επεξεργασία των δεδομένων του, με σαφή και πρόσφορο τρόπο, ιδίως ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ταυτότητας του τυχόν εκπροσώπου του, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων, την ύπαρξη του δικαιώματος του υποκειμένου για πρόσβαση αυτού σε πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των δεδομένων του.
Η ενημέρωση, όταν τα δεδομένα συλλέγονται απευθείας από το υποκείμενο αυτών, γίνεται κατά τη συλλογή τους. Η ενημέρωση γίνεται εγγράφως και μπορεί να περιλαμβάνεται και σε έντυπο αίτησης, με την οποία το υποκείμενο δηλώνει για συγκεκριμένο σκοπό τα προσωπικά του δεδομένα, αρκεί να πληροί τα στοιχεία που προαναφέρθηκαν.
Ταυτόχρονα, η ενημέρωση, αποτελεί και δικαίωμα του υποκειμένου των δεδομένων. Το δικαίωμά του αυτό προστατεύεται με το άρθρο 12 του άνω νόμου. Η υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας και το δικαίωμα του υποκειμένου για την ενημέρωση, αποσκοπούν αφενός στην με ελεύθερη, ρητή, ειδική και με πλήρη επίγνωση δήλωση βουλήσεως του υποκειμένου των δεδομένων για παροχή της συγκατάθεσής του να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, όπως αξιώνεται από τα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 περ.
ια' του ν. 2472/1997, και γι' αυτό, άλλωστε, πρέπει να προηγείται της συγκατάθεσης, αφετέρου για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του υποκειμένου, α) για πρόσβαση στις πληροφορίες σχετικές με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, ήτοι τη συλλογή και τον τρόπο αυτής, το σκοπό της επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών, την εξέλιξη της επεξεργασίας, τις μεταβολές, τις διορθώσεις των δεδομένων, την τυχόν κοινοποίηση σε τρίτους των δεδομένων, με την ικανοποίηση από την πλευρά του υπεύθυνου επεξεργασίας σχετικής αίτησής του, εντός των οριζόμενων προθεσμιών, και τη δυνατότητα του υποκειμένου να προσφύγει στην αρμόδια Αρχή για την ικανοποίηση του αιτήματός του, σύμφωνα με το άρθρο 12 του άνω νόμου και β) για την προβολή αντίρρησης, κατά το άρθρο 13 του νόμου αυτού, δηλαδή του δικαιώματος του υποκειμένου να προβάλει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, οποτεδήποτε, έγγραφες αντιρρήσεις για την επεξεργασία των δεδομένων που το αφορούν και να ζητήσει συγκεκριμένη ενέργεια, όπως, ενδεικτικά, τη διόρθωση, προσωρινή μη χρησιμοποίηση, δέσμευση, μη διαβίβαση ή διαγραφή.
Ειδικότερα, δε, ως προς το στοιχείο της ενημέρωσης για τους αποδέκτες των δεδομένων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας, πρέπει να ενημερώνει το υποκείμενο, είτε ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο του αποδέκτη, του οποίου έτσι θα προκύπτει η ταυτότητα, είτε, κατά ρητή αναφορά του νόμου, ως προς την κατηγορία των αποδεκτών, οπότε, σ' αυτή την περίπτωση, δεν προσδιορίζεται κάθε πρόσωπο της κατηγορίας, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του.
Πληροί, δε, την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 11 παρ. 1 περ. γ' του ν. 2472/1997, για τη νομιμότητα της επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, προϋπόθεση της ενημέρωσης του υποκειμένου των δεδομένων, η αναφορά της κατηγορίας των αποδεκτών των δεδομένων, όπως ρητά αναγράφεται στην οικεία διάταξη. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων μεταβιβάσει αυτά στον εκτελούντα την επεξεργασία, ο οποίος υπάγεται σε κάποια από τις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών, για την οποία έχει γίνει η ενημέρωση, δεν είναι αναγκαίο ο υπεύθυνος επεξεργασίας να προβεί σε νέα ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, όταν ανακοινώσει στον εκτελούντα την επεξεργασία τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του υποκειμένου.
Τούτο, μάλιστα, διότι, ο εκτελών την επεξεργασία, ενεργεί την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας αυτών και όχι για δικό του λογαριασμό. Η αναφορά στο άρθρο 11 παρ. 1 περ. α του ν. 2472/1997, ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να ενημερώσει το υποκείμενο για την ταυτότητά του ``και την ταυτότητα του τυχόν εκπροσώπου του``, αφορά τον τυχόν εκπρόσωπο του υπεύθυνου επεξεργασίας, προς τον οποίο το υποκείμενο θα μπορεί να απευθύνεται για την άσκηση των δικαιωμάτων του και όχι τον εκτελούντα την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υποκειμένου για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Εξάλλου, ο εκτελών την επεξεργασία, δεν ταυτίζεται με τον ``τρίτο``, όπως ρητά εξειδικεύεται στο σχετικό ορισμό του άρθρου 2 περ. θ` του άνω νόμου. Έτσι, η πρόβλεψη του άρθρου 11 παρ. 3, περί υποχρέωσης του υπεύθυνου επεξεργασίας να ενημερώσει το υποκείμενο για την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτο, πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων στον τρίτο, δεν έχει εφαρμογή και για την περίπτωση μεταβίβασης των δεδομένων στον εκτελούντα την επεξεργασία για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας.
Η ως άνω κρίση, εκτός της αναφοράς της ενημέρωσης σε ``κατηγορίες αποδεκτών'`, στηρίζεται και στο ότι η ίδια διατύπωση διαλαμβάνεται και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β του νόμου αυτού, που ορίζει ότι, μεταξύ των πληροφοριών, τις οποίες το υποκείμενο έχει δικαίωμα να λαμβάνει από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας των δεδομένων, είναι και ``οι κατηγορίες των αποδεκτών'` των δεδομένων, χωρίς να απαιτεί συγκεκριμένη ταυτότητα του αποδέκτη.
Επίσης, στηρίζεται και στο ότι, δεν θεσπίζεται υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας, πέραν εκείνης της ενημέρωσης του υποκειμένου κατά τη συλλογή των δεδομένων περί των στοιχείων, που προαναφέρθηκαν, και για τη μεταγενέστερη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, σε κάθε είδους εξέλιξη της επεξεργασίας, χωρίς σχετική αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων, εκτός της περίπτωσης που προαναφέρθηκε, της ενημέρωσης δηλαδή του υποκειμένου πριν από την ανακοίνωση των δεδομένων σε τρίτον.
Προκειμένου, όμως, να εξασφαλίζονται οι αρχές της διαφάνειας, της ασφάλειας και προστασίας της ιδιωτικής ζωής του ατόμου από την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, αλλά και να μπορεί το υποκείμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα της πρόσβασης και των αντιρρήσεων, προβλέπεται με σαφήνεια, ότι το υποκείμενο των δεδομένων, μπορεί να υποβάλει αίτηση στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ζητήσει την αναλυτική ενημέρωση για όλα τα στοιχεία και την εξέλιξη της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, για το χρονικό διάστημα από την προηγούμενη ενημέρωση ή πληροφόρησή του.
Μεταξύ δε αυτών των στοιχείων, περιλαμβάνεται ασφαλώς και η πληροφόρησή του για την κοινοποίηση των δεδομένων σε συγκεκριμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρχή, υπηρεσία ή οργανισμό, που επεξεργάζεται τα δεδομένα για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (εκτελούντα την επεξεργασία) και το οποίο θα ανήκει στην κατηγορία αποδεκτών για την οποία έχει ενημερωθεί.
Αντίστοιχη αυτοτελής υποχρέωση ενημέρωσης με εκείνη του υπεύθυνου επεξεργασίας δεν βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία, ενόψει του ότι αυτός ενεργεί για λογαριασμό και υπό την εποπτεία του υπεύθυνου επεξεργασίας, εκτός εάν και ο εκτελών την επεξεργασία των δεδομένων συλλέγει με σκοπό και αποφασισμένο τρόπο περαιτέρω επεξεργασίας τα δεδομένα, δηλαδή επεξεργασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους της εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης ανάθεσης της επεξεργασίας για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 958/2022, ΑΠ 1140/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 του ίδιου κώδικα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: ''Στις 15.2.2002 ο ενάγων(ήδη αναιρεσίβλητος) στη Θεσσαλονίκη, υπέβαλε προς την εναγομένη(ήδη αναιρεσείουσα) τράπεζα, αίτηση για την έκδοση της υπ' αριθμ. 548650629074012 πιστωτικής κάρτας "mastercard".
Προς τούτο συμπλήρωσε και υπέγραψε το σχετικό έντυπο της τράπεζας με τίτλο ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ EUROBANK MASTERCARD 10551255, στο οποίο ο ίδιος αυτοβούλως καταχώρησε τα προσωπικά του στοιχεία (επάγγελμα, όνομα και διεύθυνση επιχείρησης, τηλέφωνο επιχείρησης) και κατά (ενν. τα) οικονομικά του στοιχεία (ετήσιο εισόδημα), που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης.
Η αίτηση έγινε δεκτή και χορηγήθηκε από την εναγομένη η άνω με αριθμό 548650629074012 πιστωτική κάρτα. Περαιτέρω, η εναγομένη τράπεζα ανέθεσε στην εταιρία, με την επωνυμία "ΜΕΛΛΟΝ ΑΕ", η οποία δραστηριοποιείται μεταξύ άλλων στην παροχή υπηρεσιών ενημέρωσης οφειλετών εταιριών για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, την ενημέρωση μέσω τηλεφώνου των οφειλετών της εναγομένης τράπεζας, για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμης οφειλής και ενδεχόμενα την πρόταση των τρόπων αποπληρωμής αυτής για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη είσπραξη από την τράπεζα.
Στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης και δεδομένου ότι ο ενάγων είχε καταστεί υπερήμερος ως προς την αποπληρωμή της οφειλής του προς την εναγομένη από την ως άνω σύμβαση πιστωτικής κάρτας, η εναγομένη τράπεζα διαβίβασε στην εταιρία ενημέρωσης οφειλετών τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος με το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής του, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή.
Η δε αποδέκτρια των στοιχείων αυτών εταιρία προέβη στην επεξεργασία των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ' αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος με την καταχώρηση αυτών στο αρχείο της (Η/Υ) για τις ανάγκες εκτέλεσης της σύμβασης και στη χρήση αυτών, με τηλεφωνική όχληση στον αριθμό του τηλεφώνου του ενάγοντος δια της προστηθείσης υπαλλήλου του στις 25-11-2014 και ώρα 15.40.
ζητώντας την επιβεβαίωση των προσωπικών του στοιχείων, αναφέροντας το ύψος της οφειλής του καλώντας τον να το εξοφλήσει και να καταβάλει άμεσα την ελάχιστη δόση του στην κάρτα. Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η διαβίβαση των προσωπικών στοιχείων του ενάγοντος και των πληροφοριών από την εναγομένη προς την εισπρακτική εταιρία έγινε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συναίνεση του ενάγοντος και ότι η δεύτερη επεξεργάστηκε τα εν λόγω στοιχεία χρησιμοποιώντας αυτά δια του προστηθέντος υπαλλήλου της, ο οποίος κάλεσε τον ενάγοντα στο τηλέφωνο του όπως αυτό συνέβη κατά την ανωτέρω ημερομηνία, για ληξιπρόθεσμη οφειλή προερχόμενη από τη σύμβαση της πιστωτικής κάρτας του Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αυτή προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω διαβιβασθέντων σ' αυτήν προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος καλώντας τον τηλεφωνικώς την 25-11-2014 ώρα 15.40 μ.μ δια της υπαλλήλου της, Γιάκου, όπως προαναφέρθηκε.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι στη σύμβαση, ο ενάγων είχε αποδεχθεί ότι τα προσωπικά του στοιχεία θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή τρίτους που εκτελούν κατ' εντολή της με σκοπό ανάμεσα σε άλλα την προάσπιση των συμφερόντων της και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενάγοντος ως και ότι ενημερώθηκε νόμιμα μέσω της σύμβασης όπως και μέσω του εντύπου που φέρει τον τίτλο "ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ" και με την υπογραφή της αιτήσεώς του για την έκδοση της πιστωτικής κάρτας συναίνεσε στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων παραπέμποντας στον σχετικό όρο της εν λόγω αιτήσεως για την απόκτηση της ως άνω κάρτας.
Για την ορθή και νόμιμη εφαρμογή των διατάξεων, που αφορούν στην ενημέρωση του ενάγοντος από την εναγομένη Τράπεζα και τη συγκατάθεση του πρώτου για την επεξεργασία και διαβίβαση σε τρίτους των προσωπικών του στοιχείων, η εναγομένη τράπεζα ήταν υποχρεωμένη να τον ενημερώσει ειδικώς για την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών, με την οποία συνεργάζεται (επωνυμία, έδρα κλπ) στην οποία είχαν διαβιβαστεί τα προσωπικά στοιχεία του ενάγοντος και η οποία θα τον καλούσε προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του, γεγονός που δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση.
Δηλαδή η εναγομένη τράπεζα παρέλειψε να ενημερώσει τον ενάγοντα για την ταυτότητα του υπεύθυνου επεξεργασίας, αλλά και του εκπροσώπου του, με προσδιορισμό της επωνυμίας, έδρας, διεύθυνσης αλλά και του τηλεφώνου του, για τον σκοπό επεξεργασίας (διαβίβαση) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών των δεδομένων του με προσδιορισμό της επωνυμίας, διεύθυνσης και αριθμού τηλεφώνου.
Άλλωστε, ως "συγκατάθεση" υπό την έννοια του Ν. 2472/1997 ορίζεται η ελεύθερη, ρητή και ειδική δήλωση βούλησης, που εκφράζεται με τρόπο σαφή και εν πλήρη επιγνώσει, με την οποία το υποκείμενο των δεδομένων, αφού προηγουμένως ενημερωθεί, δέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που το αφορούν...
Εξάλλου, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί επιτρεπτής επεξεργασίας των δεδομένων του ενάγοντος, χωρίς τη συγκατάθεσή του κατά το άρθρο 5 παρ. 2 του άνω νόμου 2472/1997, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον ο ενάγων θεμελιώνει την παράνομη επεξεργασία σε παράλειψη ενημέρωσής του εκ μέρους της εναγομένης και όχι σε έλλειψη συγκατάθεσής του.
Οι προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις της εναγομένης (δια των προστηθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν σημαντική βλάβη, ενώ τα όργανά της, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση) των προσωπικών δεδομένων του, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωσή του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης.
Ενόψει δε του είδους του θιγόμενου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 5.869,40 ευρώ (που είναι το ελάχιστο ποσό κατά τον ως άνω νόμο, ήτοι το ποσό των 2.000.000 δρχ) του πέραν αυτού αιτουμένου ποσού απορριπτομένου ως υπερβολικού καθόσον σκοπός του νομοθέτη δεν είναι ο πλουτισμός του υποκειμένου (ενάγων) αλλά η συμμόρφωση των υπευθύνων επεξεργασίας στις οριζόμενες από τις διατάξεις του Ν.2472/1997, Ν.3758/2009, ως τροποποιήθηκε, υποχρεώσεις τους.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ενώ, όπως αναφέρθηκε, η υπαιτιότητα της εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία (ενν. δεν) απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της, όπως προαναφέρθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη...".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές και με πρόσθετες παραδοχές, που αφορούν στην απόρριψη ενστάσεων της εναγομένης, το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείo δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την Πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη Τράπεζα να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5.869,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενο δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα, εκτός από την πραγματοποιηθείσα, κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων, ενημέρωση του αναιρεσίβλητου, όφειλε να προβεί σε ενημέρωση αυτού για τη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων, και κατά τον χρόνο διαβίβασης αυτών στην ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2472/1997, με εσφαλμένη υπαγωγή των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών στον εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθόσον με βάση τα περιστατικά αυτά συγκροτείται το πραγματικό της εν λόγω διάταξης και συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, δεδομένου ότι η γενόμενη κατά τη συλλογή των προσωπικών δεδομένων του αναιρεσίβλητου, σύμφωνα με σχετικό όρο της δανειακής σύμβασης και του εντύπου που φέρει τον τίτλο ''ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ'', αλλά και της σχετικής αίτησης που υπέβαλε ο τελευταίος για την έκδοση της επίμαχης πιστωτικής κάρτας, ενημέρωση αυτού ως υποκειμένου των δεδομένων, πληρούσε την οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα, υπεύθυνη επεξεργασίας των δεδομένων, υποχρέωση ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου, κατά τρόπο πρόσφορο και σαφή, για τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων και το σκοπό επεξεργασίας αυτών, ο δε αναιρεσίβλητος συνήνεσε εγγράφως στη διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στις αναφερόμενες κατηγορίες αποδεκτών και, συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον αναιρεσίβλητο ειδικά για τη συγκεκριμένη εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, στην οποία θα διαβιβάζονταν τα προσωπικά του δεδομένα και η οποία θα τον καλούσε, όπως και συνέβη, προς ενημέρωση και διευθέτηση της οφειλής του.
Και τούτο, διότι, ειδικότερα, κατά τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην προαναφερόμενη αίτηση για την έκδοση πιστωτικής κάρτας, στη δανειακή σύμβαση και το έντυπο που φέρει τον τίτλο ''ΓΕΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ'', συνομολογείται ρητά ότι τα προσωπικά στοιχεία του αναιρεσίβλητου θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας από την ίδια ή τρίτους που εκτελούν κατ' εντολή της με σκοπό ανάμεσα σε άλλα την προάσπιση των συμφερόντων της και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του αναιρεσίβλητου, στην κατηγορία δε των πιο πάνω ''τρίτων'' υπάγεται και η ως άνω εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών, και συνεπώς, αφού η παράλειψη ενημέρωσης του αναιρεσιβλήτου για την διαβίβαση των προσωπικών του δεδομένων στην ανωτέρω εταιρεία δεν αποτελεί παράνομη και υπαίτια πράξη των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, δια της οποίας προσβλήθηκε η προσωπικότητά του, δεν θεμελιώνεται και η επίδικη αξίωση του αναιρεσίβλητου για καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την παράλειψη αυτή.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος. Ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού, η οποία επιβάλλει την επί της ουσίας εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της, παρέλκει, καθιστάμενη αλυσιτελής, η έρευνα του δευτέρου λόγου αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που καταβλήθηκε από αυτή για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω των ιδιαίτερων ερμηνευτικών δυσχερειών, οι οποίες υπήρξαν ως προς την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόστηκαν, ενόψει του ότι η αναιρούμενη απόφαση προηγήθηκε της έκδοσης της υπ' αρ. 3/2020 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που επέλυσε το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της έννοιας του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 (άρθρο 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 7589/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Και Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ