Legislator Case Law & Legislation
1184/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations and merits of compensation claim.

Case Number 1184/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against two final judgments regarding expropriation compensation. The appellants argued procedural defects and errors in applying substantive law, but the Court found the appeal inadmissible due to a lack of timely filing and the absence of a positive finding of res judicata in the lower court's reasoning. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants' deposit was forfeited to the public treasury.

Legislator headnote

AI generated

Art. 577 para. 1 & 2 C.P.D.; Art. 564 para. 3 C.P.D.: The Supreme Court must examine the admissibility of an appeal ex officio, rejecting it if the statute of limitations has expired or if the lower court failed to establish a binding precedent as required by substantive law.

Keywords

AI generated
statute of limitations res judicata expropriation compensation procedural admissibility ex officio review forfeiture of deposit expropriation law

Cited Legislation

AI generated
Art. 577 para. 1 & 2 C.P.D.
Art. 564 para. 3 C.P.D.
Art. 3, 4, 13 § 4 of Law 2882/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1184/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Μαρί Δεργαζαριάν, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Δ. του Λ., 2) Κ. Δ. του Λ., 3) Λ. Δ. του Θ. και 4) Μ. Δ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Ξαπλαντέρη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βασιλείου - Τρύφων, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2010 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με τις αιτήσεις του ήδη αναιρεσιβλήτου και με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 117/2012 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και ακολούθως, μετά την από 26-11-2019 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων για διόρθωση αυτής, εκδόθηκε η 23/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναιρέσεως είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής.

Τη συνδρομή της εν λόγω προϋποθέσεως εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, απορρίπτει δε την αναίρεση, αν λείπει η προϋπόθεση αυτή. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το ν. 4335/2015, αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη.

Με το νόμο αυτό (4335/2015), η ως άνω προθεσμία ορίστηκε διετής, πλην όμως, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος αυτού (23-7-2015) αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με αναίρεση (Ολ.Α.Π. 10/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., τα αναφερόμενα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και αυτό της αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο, που κατατίθεται στο πρωτότυπο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του Κ.Πολ.Δ.

οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση αποφάσεως, κατά το άρθρο 315 του Κ.Πολ.Δ., μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί, εκτός από την ανακοπή ερημοδικίας. Με τη διόρθωση της αποφάσεως, δεν δημιουργείται νέα, αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα, η οποία, ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική, παράγει έννομα αποτελέσματα, αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (Α.Π. 330/2022, Α.Π. 1119/2019, Α.Π. 1112/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 24.5.2021 και αριθμό καταθέσεως 18/2021 αίτηση αναιρέσεως, συμπροσβάλλονται οι, εκδοθείσες κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, υπ' αριθμ. 23/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατά το μέρος της που απέρριψε την αίτηση διορθώσεως της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καθώς και η τελευταία, υπ' αριθμ. 117/2012, απόφαση, της οποίας ζητήθηκε η διόρθωση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες, υπ' αριθμ. 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, της οποίας δεν προκύπτει ότι έχει λάβει χώρα επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 3-12-2012. Επιπλέον, η υπό κρίση από 24.5.2021 αίτηση αναιρέσεως, κατατέθηκε στη γραμματεία του ως άνω Εφετείου στις 25-5-2021, όπως αποδεικνύεται από την κάτω από την αίτηση αυτή σχετική πράξη καταθέσεως.

Επομένως, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, σχετικής καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών, η οποία έληγε στις 3-12-2015. Η πρώτη, ως άνω, προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 23/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία διορθώθηκε εν μέρει η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αφετηρία για την έναρξη της εν λόγω τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.

Τούτο δε διότι, με τη διόρθωση της αποφάσεως αυτής, δεν δημιουργήθηκε, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, νέα, αυτοτελής, απόφαση, αλλά διορθώθηκε η ήδη υπάρχουσα, η οποία, ως ενιαίο σύνολο με τη διορθωτική, παράγει έννομα αποτελέσματα, ως προς όλα τα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της έναρξης της προθεσμίας ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της.

Κατά συνέπειαν, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ασκήθηκε μετά την πάροδο της παραπάνω προθεσμίας των τριών ετών, που άρχισε να τρέχει από την 3-12-2012 και συμπληρώθηκε την 3-12-2015, δηλαδή ασκήθηκε εκπροθέσμως και είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη.

Ως προς την πρώτη, όμως, από τις προσβαλλόμενες, υπ' αριθμ. 23/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η αίτηση διορθώσεως της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Στις 6.2.2012 συζητήθηκαν ενώπιον του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, συνεκδικαζόμενες με την από 16-2-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, 34 αιτήσεις ιδιοκτητών ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν με την υπ' αριθ.

πρωτ. 1059397/4625/0010/25-7-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ 775/Δ18-9-2006), περί καθορισμού, επίσης, οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεών τους, καθώς και προσδιορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα εδαφικά τμήματα και άρσεως της υποχρεώσεως αυταποζημιώσεως, μεταξύ των οποίων και η από 30-10-2010 και με αριθμό καταθέσεως 252/2010 αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, σε σχέση με τα με α.κ.π. 677, 678, 679 και 680 ακίνητα, ιδιοκτησίας των πρώτου και δευτέρου και με α.κ.π. 726 ακίνητο, ιδιοκτησίας των τρίτου και τέταρτου τούτων.

Επ' αυτών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, για τα ως άνω ακίνητα των αναιρεσειόντων, καθώς και για το ευρισκόμενο στην με α.κ.π. 678 ιδιοκτησία των δύο πρώτων τούτων ισόγειο βιοτεχνικό κτήριο. Τη διόρθωση της ως άνω αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 26-11-2019 και με αριθμό καταθέσεως 56/28-11-2019 αίτησή τους, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ισχυρισθέντες ότι, από προφανή παραδρομή του δικαστηρίου που την εξέδωσε, παρεισέφρησαν, κατά τη διατύπωσή της, ακούσια σφάλματα και παραλείψεις, με συνέπεια να υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, ειδικότερα δε, ότι:

Α) στις σελίδες 1 και 2 του φύλλου 98 αυτής, δεν περιλαμβάνονται τα με α.κ.π. 677, 678, 679, 680 και 726 ακίνητά τους, μεταξύ των ακινήτων για τα οποία ήρθη το ισχύον γι' αυτά τεκμήριο ωφέλειας και υποχρέωσης αυταποζημιώσεως του Ν. 653/1977 και πρέπει αυτή να διορθωθεί, εις τρόπον ώστε να συμπληρωθούν οι ανωτέρω σελίδες της με τους κτηματολογικούς αριθμούς των ακινήτων τους, Β) αν και στο αιτιολογικό της υπό διόρθωση αποφάσεως το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι από το με α.κ.π. 679 ακίνητο, εναπομένον εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα αυτού, επιφανείας 1.246 τ.μ., υφίσταται μείωση της αξίας του, την οποία προσδιόρισε σε ποσοστό 28% επί της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αυτού, στο διατακτικό της, από παραδρομή, δεν περιέλαβε σχετική διάταξη γι' αυτό και πρέπει να διορθωθεί αυτή, με τη σχετική συμπλήρωση στο διατακτικό και Γ) παρότι για το βιομηχανικό κτίσμα, επιφανείας 450 τ.μ.

και όγκου 3.398,50 κ.μ., που βρίσκεται στο εκτός του απαλλοτριουμένου τμήματος της με α.κ.π. 678 ιδιοκτησίας, ζήτησαν με την αίτησή τους να επιδικασθεί μόνο ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης της αξίας αυτού, ως επικειμένου στο εναπομένον μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου τους, από παραδρομή καθόρισε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, ποσού (100) ευρώ ανά κ.μ., ως επικειμένου συστατικού του απαλλοτριουμένου και πρέπει αυτή να διορθωθεί, εις τρόπον ώστε να οριστεί ρητά σ' αυτή ότι η ορισθείσα αποζημίωση των 100 ευρώ ανά κ.μ.

για το ανωτέρω κτίσμα, αφορά σε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω μείωσης της αξίας αυτού, ως επικειμένου στο εναπομένον εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα του ακινήτου τους. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 23/2020 του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία απορρίφθηκαν τα ανωτέρω υπό στοιχεία Α και Γ σκέλη- αιτήματα αυτής και διορθώθηκε η υπ' αριθμ. 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς το ανωτέρω, υπό στοιχείο Β, σκέλος της.

Ήδη οι αναιρεσείοντες, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλουν την τελευταία αυτή απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής που απέρριψε την από 26-11-2019 αίτησή τους, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τα ως άνω Α και Γ σκέλη - αιτήματά της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ. αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της αποφάσεως, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στο πλαίσιο της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη (Α.Π. 552/2021, Α.Π. 965/2020, Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 395/2019), συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της αποφάσεως, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού, η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά διατυπώνει ορθώς την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου.

Η παραδρομή, όμως, στην οποία οφείλονται τα λάθη, πρέπει να είναι πρόδηλη, δηλαδή να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση αυτής και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, είτε από το συνδυασμό της προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα, πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της αποφάσεως και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της.

Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της αποφάσεως, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται, στη συνέχεια, η διόρθωσή της. Κατά συνέπειαν, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων, αλλά μόνον ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ. 17/2017, Α.Π. 552/2021, Α.Π. 275/2021, Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 395/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Α.Π. 1431/2022, Α.Π. 663/2021, Α.Π. 42/2020). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 49/2022). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 686/2021, Α.Π. 619/2021, Α.Π. 328/2020).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 485/2022, Α.Π. 49/2022, Α.Π. 686/2021).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους, επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (Α.Π. 1871/2022, Α.Π. 1083/2022). Δεν έχει, επίσης, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Εξ άλλου, αναίρεση επιτρέπεται, κατά μεν τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 15 του ίδιου άρθρου, αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση, ενώ, κατά το εδάφιο α' της διατάξεως του άρθρου 309 του ίδιου Κώδικα, οι αποφάσεις, που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορούν, μετά τη δημοσίευσή τους, να ανακαλούνται από το δικαστήριο που τις εξέδωσε.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Η παραδοχή ότι υπάρχει ή όχι δεδικασμένο, μπορεί να γίνει με άμεσο τρόπο, δηλαδή με σαφή περί του αιτήματος σκέψη της αποφάσεως ή με έμμεσο τρόπο, όπως, όταν, υπό το ένδυμα της διόρθωσης ή της ερμηνεία της αποφάσεως, αλλοιώνεται η ουσία της διορθούμενης ή ερμηνευόμενης αποφάσεως.

Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να γίνει δεκτό ότι πρόκειται και για ανάκληση οριστικής αποφάσεως, οπότε ιδρύεται και ο από τον αριθμό 15 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 395/2019, ΑΠ 1034/1997). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως αίτηση, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, ιδίως δε η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, κάθε ένδικο μέσο, η ανακοπή και η τριτανακοπή (Α.Π. 1824/2017, Α.Π. 363/2017).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο, μετά από έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, δέχθηκε μερικώς το αγωγικό αίτημα ή απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της (Α.Π. 472/2014). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου, αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σ' αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως, δε, στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση, βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Συνιστούν, δε, έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432- 449 του Κ.Πολ.Δ. και οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (Α.Π. 1332/2021, Α.Π. 728/2020, Α.Π. 856/2019, Α.Π. 612/2019, Α.Π. 1332/2018).

Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά, αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας, που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1071/2015, Α.Π. 825/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 23/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση αυτής, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, της απόρριψης δηλαδή των αναφερθέντων παραπάνω, υπό στοιχεία Α και Γ σκελών- αιτημάτων της από 26-11-2019 αιτήσεως των ήδη αναιρεσειόντων, για διόρθωση της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, τα ακόλουθα: "Αναφορικά με τα αιτούμενα την διόρθωσή τους, κεφάλαια της απόφασης αυτής, προέκυψε ότι η υπό διόρθωση απόφαση έκρινε τα εξής:

Α) Ως προς το ανωτέρω πρώτο αίτημα-σκέλος της υπό κρίση αίτησης διόρθωσης, περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας: Αφού έκρινε συνολικά με τις λοιπές συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, ως παραδεκτά και νόμιμα, τα ανωτέρω αιτήματα των αιτούντων της υπό κρίση αίτησης, διότι δεν απέρριψε ειδικώς κάποιο από αυτά ως μη νόμιμο, ενώ διέλαβε στο τμήμα του αιτολογικού της και δη στην 1η σελίδα του 62ου φύλλου της, που αναφέρεται στο παραδεκτό του αιτήματος αυτού, χωριστή σκέψη, με γενική αναφορά όμως σε όλες τις αιτήσεις που περιλάμβαναν τέτοιο αίτημα, περί του παραδεκτού του εν λόγω αιτήματος για ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και αυτοποζημίωσης των παρόδιων ιδιοκτητών του Ν. 653/1977, χωρίς όμως να εξετάσει στο εν λόγω σημείο χωριστά μία προς μία τις αιτήσεις και δη αυτή των αιτούντων, ως προς το εν λόγω αίτημα, στη συνέχεια, στην 1η σελίδα του 98ου φύλλου του αιτιολογικού αυτής, όπου πλέον είχε εισέλθει στην εξέταση της ουσίας των ενδίκων αιτήσεων, ως προς τα αιτήματα αυτών που κρίθηκαν παραδεκτά και νόμιμα, έκανε ειδική μνεία, με σαφή αναφορά στον κτηματολογικό αριθμό καθενός εκ των ενδίκων απαλλοτριούμενων ακινήτων, των ακινήτων εκείνων για τα οποία έκρινε ως βάσιμα και στην ουσία τους τα αιτήματα αυτών, περί άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και της υποχρέωσης αυταποζημίωσης εκ του λόγου αυτού των παρόδιων ιδιοκτητών τους, στα οποία όμως δεν έχουν συμπεριληφθεί, αλλά έχουν παραλειφθεί τελείως όλα τα ανωτέρω απαλλοτριούμενα ακίνητα των αιτούντων, με τους κτηματολογικούς τους αριθμούς, δηλαδή τα με α.κ.π.

…, …, …, … και … ακίνητα, τα οποία δεν αναφέρονται στην με βάση τους κτηματολογικούς τους αριθμούς παράθεση των ακινήτων αυτών, για τα οποία το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τις αντίστοιχες αιτήσεις ως ουσία βάσιμες. Η παράλειψη όμως αυτή δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο της ίδιας της απόφασης, ανενδοίαστα και σαφώς, ότι οφείλεται σε πρόδηλο σφάλμα και προφανή παραδρομή του δικάσαντος Δικαστηρίου, από αυτά που μπορούν [...] να διορθωθούν με αίτηση διορθώσεως του ιδίου δικάσαντος Δικαστηρίου.

Και τούτο διότι η παράλειψή τους, με βάση τα αναγραφόμενα σε αυτήν είτε έγινε εσφαλμένως από το Δικαστήριο, διότι αυτό εξέλαβε ότι δεν υπήρχε καθόλου σχετικό αίτημα από τους νυν αιτούντες, στην ανωτέρω 252/2010 αίτηση τους, ώστε δεν απεφάνθη τίποτα σχετικώς γι' αυτό, είτε διότι θεώρησε ότι δεν ίσχυε γι' αυτούς το εν λόγω τεκμήριο και έτσι απέρριψε (σιγή), αλλά εκουσίως στην ουσία το εν λόγω αίτημά τους, μη περιλαμβάνοντας στο στάδιο της κατ' ουσία κρίσης της ένδικης αίτησής τους και τα ακίνητά τους, μεταξύ αυτών για τα οποία δέχθηκε τις αντίστοιχες αιτήσεις ως ουσία βάσιμες.

Σημειωτέον δε εν προκειμένω τυγχάνει ότι τελικώς στην αιτούμενη τη διόρθωσή της απόφαση, δεν περιλήφθηκε καθόλου σχετική διάταξη στο διατακτικό της, περί άρσης του εν λόγω τεκμηρίου ωφέλειας, για κανένα ακίνητο, ακόμα και για τα ακίνητα εκείνα που ρητά στο αιτιολογικό της δέχθηκε ότι συνέτρεχε περίπτωση άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας και αυταποζημίωσής τους.

Επομένως [...] το σχετικό αίτημα των αιτούντων, να διορθωθεί η ανωτέρω απόφαση, όχι στο διατακτικό της, ώστε να υπάρχει ακολουθία μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού αυτής (όπως άλλωστε θα έπρεπε να έχει διατυπωθεί αυτό για να είναι νόμιμο στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης περί διόρθωσης απόφασης κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, όπως φέρει τίτλο αυτή), αλλά να συμπεριληφθούν, στην ανωτέρω σελίδα αυτής, δηλαδή στο στάδιο της κατ' ουσίαν κρίσης του αιτιολογικού αυτής και τα δικά τους παραλειφθέντα ακίνητα, με ρητή αναφορά αυτών με τον κτηματολογικό τους αριθμό στο συγκεκριμένο σημείο του αιτιολογικού της [...] είναι μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο.

Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή [...], δεν προκύπτει, ιδίως από την επισκόπηση της υπό διόρθωση απόφασης, ότι το παρόν Δικαστήριο παρέλειψε να περιλάβει στο ανωτέρω κεφάλαιο του αιτιολογικού της τα ακίνητα αυτά των αιτούντων, ακουσίως, από προφανή παραδρομή, αλλά είτε ότι άφησε αδίκαστη αίτηση τους, αφού όμως περιέλαβε σιωπηρά στο σκεπτικό του σχετική εκτίμηση, έστω και εσφαλμένη, περί του περιεχομένου της αίτησης, ότι δηλαδή δεν περιείχε αυτή τέτοιο αίτημα, όπως φαίνεται να δέχθηκε ότι περιείχαν οι λοιπές αιτήσεις, για τις οποίες ρητά με συγκεκριμένη αναφορά των κτηματολογικών αριθμών των ακινήτων στα οποία αφορούσαν τις δέχθηκε, είτε ότι απέρριψε το εν λόγω αίτημα σιωπηρά, διότι έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν για τα ένδικα ακίνητα αιτούντων, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αποδοχής του.

Και στις δύο περιπτώσεις [...] πρόκειται για κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου που δεν επιτρέπεται [...], στα πλαίσια του απορρέοντος από την απόφαση αυτή δεδικασμένου, να ανατραπεί με απλή αίτηση διόρθωσης κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ και δη με τρόπο τέτοιο ώστε το Δικαστήριο που εξέδωσε αυτή να προβεί ουσιαστικά σε ανάκληση του περιεχομένου της, αφού στην περίπτωση που αυτή η κρίση ήθελε κριθεί εσφαλμένη, είτε διότι το Δικαστήριο τούτο άφησε σχετική αίτηση των αιτούντων αδίκαστη, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της σχετικής αίτησής τους, είτε διότι εσφαλμένως αλλά εκουσίως, απέρριψε αίτημά τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να γίνει δεκτό, κατά κακή εκτίμηση των πραγμάτων και των αποδείξεων ή κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το τυχόν σφάλμα αυτής, μπορεί να διορθωθεί αποκλειστικά και μόνο από ανώτερο του δικάσαντος Δικαστήριο, μετά από άσκηση σχετικού ενδίκου μέσου κατ' αυτής. [...] αναφορικά με το ανωτέρω (Γ) αίτημα- σκέλος της υπό κρίση αίτησης διόρθωσης, προέκυψαν τα εξής:

Όπως ήδη ανωτέρω εκτέθηκε, με την ανωτέρω συνεκδικασθείσα, στα πλαίσια καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτρίωσης, υπ' αριθ. 252/2010 αίτησή τους, οι πρώτος και δεύτερος των αιτούντων ζητούσαν για τα απαλλοτριούμενα με α.κ.π. 678, 679 και 680 ακίνητα, συνιδιοκτησίας τους, τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για το έδαφος και τα επικείμενα (συστατικά) αυτών και ειδικώς για το επί του με α.κ.π. 678 απαλλοτριούμενου ακινήτου τους επικείμενο βιομηχανικό κτίσμα, να καθοριστεί η τιμή αυτού σε 200 ευρώ ανά μ3, ενώ για τα μη απαλλοτριούμενα, εναπομένοντα εδαφικά τμήματα των ανωτέρω ακινήτων τους, είχαν περιλάβει σχετικό αίτημα περί μείωσης αξίας εναπομένοντος, μεταξύ των άλλων και για την εν προκειμένω ενδιαφέρουσα με α.κ.π. 678 απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία τους.

Εξάλλου το Δικαστήριο τούτο δεχθέν το αίτημα των πρώτου και δεύτερου των αιτούντων, για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος για το ανωτέρω βιομηχανικό τους κτίσμα, προσδιόρισε τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της, την αξία του κτίσματος αυτού στο ποσό των 100 ευρώ ανά τ.μ., και δη στο διατακτικό αυτής στο υπό στοιχείο (Ε) κεφάλαιο της περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης για "ΚΤΙΣΜΑΤΑ-ΟΙΚΙΕΣ-ΑΠΟΘΗΚΕΣ", στο φύλλο 115 αυτής και στην 1η σελίδα αυτού, όρισε την οριστική τιμή αυτού, υπό στοιχείο (8α) αναφέροντας επί λέξει τα εξής: "στο ποσό των 100 ευρώ ανά κ.μ.

για το βιοτεχνικό κτίριο της με Α.Κ.Π. ιδιοκτησίας". Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι, ανεξαρτήτως του αιτήματος που υποβλήθηκε από τους αιτούντες στη δίκη καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος και της ανωτέρω κρίσης της υπό διόρθωση απόφασης, όπως σαφώς συνάγεται από τα οικεία κτηματολογικά διαγράμματα και το οικείο απόσπασμα του κτηματολογικού πίνακα της ένδικης απαλλοτρίωσης και όπως αναγνωρίζουν στην υπό κρίση αίτηση τους οι πρώτος και δεύτερος των αιτούντων και συνομολογεί και το Ελληνικό Δημόσιο με τις προτάσεις του στα πλαίσια της παρούσας δίκης, το εν λόγω βιομηχανικό κτίσμα, για το οποίο ορίστηκε τελικώς τιμή μονάδος αποζημίωσης ως κτίσμα επικείμενο της απαλλοτριούμενης με α.κ.π. 678 ιδιοκτησίας τους, δεν βρισκόταν επί του αφαιρούμενου, λόγω της απαλλοτρίωσης, εδαφικού τμήματος αυτής, ώστε να συντρέχει περίπτωση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης γι' αυτό, ως απαλλοτριούμενο, όπως εσφαλμένως ορίστηκε από το Δικαστήριο τούτο με την ανωτέρω απόφασή του, αλλά αυτό παρέμενε αναπαλλοτρίωτο επί του εναπομείναντος μετά την απαλλοτρίωση εδαφικού τμήματος της ιδιοκτησίας αυτής, για το οποίο εναπομένον εδαφικό τμήμα της οι αιτούντες είχαν ζητήσει τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, λόγω μείωσης της αξίας του, συνεπεία της απαλλοτρίωσης.

Αναφορικά δε με το τελευταίο αυτό αίτημα τους, η υπό διόρθωση απόφαση διέλαβε σχετική σαφή απορριπτική σκέψη στο αιτιολογικό της, στο 95° φύλλο αυτής, όπου στην πρώτη σελίδα αυτού αναφέρει επί λέξει τα εξής: "Αντιθέτως, δε, δεν υφίστανται μείωση της αξίας τους τα κάτωθι ακίνητα για τους λόγους που ειδικότερα για το καθένα εκτίθενται κατωτέρω και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά αιτήματα" και εν συνεχεία, στη σελίδα 2 του ιδίου φύλλου αυτής, υπό το στοιχείο (3), όπου αναφέρεται ρητά για την εν λόγω ιδιοκτησία ότι: "3) στο με Α.Κ.Π. 678 ακίνητο, η αρχική επιφάνεια του οποίου ήταν 2.414,80 τ.μ.

και η εναπομείνασα μετά την απαλλοτρίωση 2.239,80 τ.μ., στην οποία ουδεμία μεταβολή επέρχεται ως προς την πολεοδομική κατάσταση της, το μέγεθος της καθώς και στη χρήση για την οποία προοριζόταν". Αντίστοιχα, δε, μετά την εν λόγω σαφή απόρριψη του αιτήματος των πρώτου και δεύτερου των αιτούντων περί καθορισμού αποζημίωσης λόγω μείωσης αξίας εναπομένοντος, για την εν λόγω ιδιοκτησία τους με α.κ.π. 678, ουδεμία σχετική διάταξη περί επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για την ιδιοκτησία αυτή περιλαμβάνεται στο διατακτικό αυτής, για το έδαφος αυτής, πολλώ δε μάλλον για το επ' αυτού ευρισκόμενο και μη απαλλοτριούμενο βιομηχανικό κτίσμα, ως επικείμενο συστατικό του εναπομένοντος τμήματος αυτής, για το οποίο όμως είχε ήδη προηγουμένως καθοριστεί οριστική τιμή μονάδος αυτού ανά μ3, σαν να ήταν και αυτό απαλλοτριούμενο και κτισμένο επί εδάφους που απαλλοτριωνόταν, πράγμα όμως που ήταν εσφαλμένο.

Επομένως, από τις ανωτέρω περιεχόμενες στην αιτιολογία της υπό διόρθωση απόφασης κρίσεις και τις τελικώς περιληφθείσες στο διατακτικό της διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι το παρόν Δικαστήριο, κάνοντας (έστω και εσφαλμένη) εκτίμηση των πραγμάτων, εάν ήθελε θεωρηθεί ότι στο σχετικό αίτημα των αιτούντων επί του οποίου δίκασε με την υπό διόρθωση απόφαση του, δεν περιλαμβανόταν αίτημα περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του ευρισκόμενου επί του με Α.

Κ. 678 βιομηχανικού τους κτίσματος, ως απαλλοτριούμενου, αλλά μόνο εναπομένοντος, όπως αυτοί διατείνονται σήμερα με την υπό κρίση αίτηση διόρθωσης, ερμηνεύοντας την αίτησή τους έστω και εσφαλμένως, τους επιδίκασε διάφορο του αιτηθέντος, έσφαλε δηλαδή όχι από ακούσια παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασής του, αλλά από εσφαλμένη κρίση και εκτίμηση του περιεχομένου της αίτησής τους.

Αλλά και στην περίπτωση ακόμα που ήθελε θεωρηθεί ότι στην αίτησή τους δεν περιεχόταν σαφώς τέτοιο αίτημα, δηλαδή αίτημα περί καθορισμού της αξίας του βιομηχανικού κτίσματος στα πλαίσια αποζημίωσης αυτού ως απαλλοτριούμενου συστατικού του απαλλοτριούμενου κάτωθι αυτού εδάφους της με Α.Κ.Π. 678 ιδιοκτησίας τους, μολονότι όμως αυτό, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, ουδέποτε απαλλοτριώθηκε, αλλά στα πλαίσια προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης επικειμένου του εναπομένοντος τμήματος της εν λόγω ιδιοκτησίας τους, και πάλι το δίκασαν Δικαστήριο τούτο με την ανωτέρω απόφαση του, έστω και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγμάτων, σχημάτισε σαφή κρίση, την οποία διατύπωσε όπως πράγματι την ήθελε και, επομένως, δεν υπήρχε διάσταση μεταξύ αυτού που πραγματικά ήθελε και τελικώς διατύπωσε στο διατακτικό της και μάλιστα από προφανή παραδρομή κατά τη διατύπωση αυτού.

Αντίθετα, η απορριπτική της κρίση ως προς τη μείωση της αξίας του εναπομένοντος εδαφικού τμήματος της με Α.Κ.Π. 678 απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας των πρώτου και δεύτερου των αιτούντων, επί του οποίου και βρισκόταν στην πραγματικότητα το βιομηχανικό κτίσμα και για την αξία του οποίου ζητούν διόρθωση της ανωτέρω 117/2012 απόφασης, ρητά διατυπώθηκε κατά τα ανωτέρω στο κείμενο αυτής, στο αιτιολογικό της και εν συνεχεία κατά συμφωνία με αυτή, δεν περιλήφθηκε ουδεμία διάταξη περί επιδίκασης τέτοιας αποζημίωσης και στο διατακτικό της.

Επομένως, με το τρίτο κατά σειρά σκέλος της υπό κρίση αίτησης διόρθωσης, όπως αυτό ανωτέρω διατυπώθηκε, ζητείται σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ανεπίτρεπτη από το άρθρο 315 ΚΠολΔ διόρθωση της απόφασης αυτής αφού [...], αντικείμενο της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 315 ΚΠολΔ αίτησης διόρθωσης, δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, όπως προκύπτει όμως ότι είναι τα ανωτέρω σφάλματα της υπό διόρθωση απόφασης, τα οποία μπορούν να αρθούν επιτρεπτώς μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης και προκαλούν προφανή ασυμφωνία μεταξύ δηλωθέντος και βουληθέντος, περίπτωση που όμως, σύμφωνα με όσα ανωτέρω προέκυψαν, δεν ισχύει εν προκειμένω αναφορικά με το σκέλος αυτό της υπό κρίση αίτησης, το οποίο και θα πρέπει εκ του λόγου αυτού να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Τριμελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες, κατά το άρθρο 315 του Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, για διόρθωση, κατά τα ως άνω σκέλη της, της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, καθόσον, όπως από την ίδια την υπό διόρθωση απόφαση προκύπτει, δεν υπήρξε πρόδηλη παραδρομή, δεν υπήρξαν δηλαδή στην απόφαση ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξή της, συνεπεία των οποίων υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί σ' αυτήν, τυχόν δε διαγνωστικά σφάλματα, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή ουσιαστικής διατάξεως ή στην εκτίμηση των αποδείξεων, μπορούν να αρθούν επιτρεπτώς, μόνο με την οδό των ένδικων μέσων, και όχι με τη διόρθωσή της.

Τα περιστατικά αυτά, που το ως άνω Εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό της εφαρμοσθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 315 του Κ.Πολ.Δ., την οποία δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της και, συνεπώς, δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών, για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η μη συνδρομή των προϋποθέσεων διόρθωσης της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το προαναφερθέντα κεφάλαια αυτής.

Οι αιτιολογίες δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι "... στην περίπτωση που η κρίση ήθελε κριθεί εσφαλμένη, είτε διότι το Δικαστήριο άφησε σχετική αίτηση των αιτούντων αδίκαστη, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της ... είτε διότι εσφαλμένως, αλλά εκουσίως, απέρριψε αίτημά τους, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις να γίνει δεκτό, κατά κακή εκτίμηση των πραγμάτων και των αποδείξεων ή κάνοντας εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το τυχόν σφάλμα αυτής, μπορεί να διορθωθεί αποκλειστικά και μόνο από ανώτερο του δικάσαντος Δικαστήριο, μετά από άσκηση σχετικού ενδίκου μέσου κατ' αυτής...", δεν είναι υποθετικές, διαζευκτικές και αντιφατικές, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες διατείνονται, αλλά επάλληλες αιτιολογίες, που οδηγούν στο διατυπωμένο με βεβαιότητα και κατά τρόπο αναμφίβολο αποδεικτικό πόρισμα και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό και, για το λόγο αυτό, δεν καθιστούν αναιρετέα την απόφαση, για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Συνεπώς, οι προβαλλόμενοι - σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης της αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας- τέταρτος και ο πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται, αντιστοίχως, πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες, σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης της αποφάσεως, ως προς το ίδιο κεφάλαιο αυτής (της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας), με τους, πρώτο, δεύτερο και τρίτο, λόγους αναιρέσεως, ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση 1) για πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, με το να δεχτεί ότι απαλλαγής από το τεκμήριο ωφελείας τυγχάνουν περιοριστικά μόνο τα στο σκεπτικό της υπό διόρθωση αποφάσεως, που επέχει θέση και διατακτικού, αριθμητικώς αναφερόμενα ακίνητα, εσφαλμένα διέγνωσε και κατ' ουσίαν αγνόησε και ανέτρεψε το αληθές δεδικασμένο, που πηγάζει από αυτή, 2) για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι με την αντιστροφή της απαγωγικής διαγνωστικής λογικής της διορθωτέας αποφάσεως σε επαγωγική, ουσιαστικά, δέχτηκε το αντίθετο και παραμόρφωσε ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής και 3) για πλημμέλειες από τους αριθμούς 9 και 15 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, με την αντιστροφή της απαγωγικής διαγνωστικής λογικής της υπό διόρθωση αποφάσεως, άφησε την για το ζήτημα αυτό αίτησή τους αδίκαστη, γεγονός που συνιστά και παρά το νόμο μερική ανάκληση οριστικής αποφάσεως, καθόσον αφορά την αντικατάσταση του, και ως διατακτικό - δεδικασμένο, ισχύοντος σκεπτικού.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα: α) ο πρώτος από αυτούς, καθώς και ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του (της παράβασης του αριθμού 15 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), διότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αγνόησε και δεν ανέτρεψε το αληθές δεδικασμένο, που πηγάζει από την υπό διόρθωση απόφαση, ούτε ανακάλεσε εν μέρει αυτήν, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν.

Αντιθέτως, εάν το Εφετείο είχε προβεί στη διόρθωση της φερόμενης ως διορθωτέας αποφάσεως, τότε και μόνο θα είχε επέλθει πλήρης ανατροπή, τόσο του αιτιολογικού, όσο και του διατακτικού αυτής, με αποτέλεσμα να πρόκειται, πλέον, για νέα απόφαση, ουσιωδώς διαφορετική από την υπό διόρθωση, η οποία θα προσέβαλλε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή και θα συνιστούσε ανάκλησή της, β) ο δεύτερος (πέραν του απαραδέκτου αυτού, αφού η απόφαση, της οποίας ζητείται η διόρθωση, δεν συνιστά αποδεικτικό έγγραφο, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του Κ.Πολ.Δ.), διότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπό διόρθωση αποφάσεως, ήτοι δεν υπέπεσε σε λάθος ως προς την ανάγνωσή της, αφού δεν δέχτηκε ότι έχει περιεχόμενο αντίθετο με το πραγματικό, αντιθέτως, μετά από σωστή ανάγνωσή της, κατέληξε σε πόρισμα, διαφορετικό από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό και γ) ο τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του (της παράβασης του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.), διότι, όπως προκύπτει από το παραπάνω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δίκασε στο σύνολό της, δηλαδή και ως προς τα τρία σκέλη - αιτήματα αυτής, την αίτηση διόρθωσης της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας, μετ' εκτίμηση δε της ουσίας, δέχτηκε αυτήν ως βάσιμη, μόνο ως προς το ένα σκέλος της, απορρίπτοντας ως αβάσιμα τα άλλα δύο σκέλη της.

Περαιτέρω, με τον προβαλλόμενο -σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης της αποφάσεως, ως προς το κεφάλαιο της μη επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του κτίσματος στο απομένον υπόλοιπο της με α.κ.π. 678 ιδιοκτησίας των δύο πρώτων αναιρεσειόντων - πρώτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 3, 4 και 13 § 4 του Ν. 2882/2001, οι οποίοι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα αυτοτελούς οικονομικής αξίας επικείμενα, έκρινε ότι, από την παραδοχή της υπό διόρθωση αποφάσεως, περί μη απομείωσης της αξίας του απομένοντος μετά την απαλλοτρίωση τμήματος της με α.κ.π. 678 ιδιοκτησίας, υπάρχει απορριπτικό δεδικασμένο και για τη μη απομείωση της αξίας του επ' αυτού, οικονομικά αυτοτελούς, κτίσματος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, προεχόντως διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει, όπως απαιτείται για τη θεμελίωσή του, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, θετική κρίση για παραδοχή δεδικασμένου, σε κάθε δε περίπτωση διότι το επικαλούμενο σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, δεν αφορά στην προσβαλλόμενη, αλλά στην υπό διόρθωση απόφαση, τυχόν δε άρση αυτού θα μπορούσε να επιτευχθεί με άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής και όχι με τη διαδικασία διόρθωσής της.

Τέλος, ο προβαλλόμενος σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης της αποφάσεως, ως προς το ίδιο κεφάλαιο αυτής (της μη επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του κτίσματος στο απομένον υπόλοιπο της με α.κ.π. 678 ιδιοκτησίας), δεύτερος λόγος αναιρέσεως, της πλημμέλειας από τους αριθμούς 15 και 16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι έσφαλε το δικαστήριο που εξέδωσε την φερόμενη ως διορθωτέα απόφαση, ανακάλεσε αυθαίρετα και παρά το νόμο την παραδοχή και τη διάταξη αυτής για επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης για την απομείωση της αξίας του ως άνω κτίσματος και παρέβη το δεδικασμένο που πηγάζει από αυτή, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, ακόμη και αν η υπό διόρθωση απόφαση έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών διατάξεων ή την εκτίμηση των αποδείξεων, το σφάλμα αυτό δεν μπορεί να λυθεί με διόρθωση αυτής, αλλά πρέπει να κριθεί από ιεραρχικά ανώτερο Δικαστήριο, μετά την άσκηση ενδίκου μέσου κατ' αυτής, δεν συνιστά αυθαίρετη ανάκληση της αποφάσεως, ούτε παραβιάζει το από αυτή δεδικασμένο, αλλά αιτιολογία και επιχείρημα υπέρ της απόρριψης της αιτηθείσας διόρθωσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να μην επιβληθούν όμως σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ελλείψει σχετικού αιτήματος του τελευταίου. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.5.2021 και με αριθμό καταθέσεως 18/2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 23/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας και της υπ' αριθμ. 117/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Εφετείου Καλαμάτας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ