Legislator Case Law & Legislation
1184/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt enforcement but allows revocation of bank account garnishment due to lack of legal interest.

Case Number 1184/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's enforcement decision regarding a debt of over 29,000 euros. The appellants argued for the revocation of protective garnishments on the defendants' bank accounts, while the defendants contended the measure was necessary to secure the debt. The court ruled that since the appellants already possessed an enforceable title and could proceed with compulsory execution, they lacked legal interest to justify the additional burden of freezing the accounts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 724 and 725 of the Code of Civil Procedure; The court may revoke a protective garnishment if the creditor has already secured an enforceable title and possesses the means for compulsory execution, thereby lacking the legal interest required to justify the measure.

Keywords

AI generated
protective garnishment legal interest enforceable title bank account seizure Code of Civil Procedure compulsory execution debt enforcement

Cited Legislation

AI generated
Article 724 of the Code of Civil Procedure
Article 725 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1184/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Π. χήρας Χ. Χ. το γένος Β. Χ., κατοίκου … και 2) Ν. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Καλίκα - Σαρικλή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Ε., κατοίκου ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπακρατσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Β) Των αιτούντων - καλούντων: 1) Π. χήρας Χ. Χ. το γένος Β. Χ., κατοίκου … και 2) Ν. Χ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στέλλα Καλίκα - Σαρικλή.

Του καθού η αίτηση - καθού η κλήση: Κ. Γ. του Ε., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπακρατσά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2009 μη οριστική, 76/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-2-2019 αίτησή τους.

Οι καλούντες - αιτούντες, με την υπ' αριθ. κατ. 2315/2020/2006/2020 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης αίτηση ανάκλησης συντηρητικής κατάσχεσης κατ' άρθρο 724 παρ. 2 ΚΠολΔ, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1985/2020 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του Αρείου Πάγου. Με την από 19-11-2020 κλήση οι αιτούντες ζήτησαν τον ορισμό δικασίμου προς συζήτηση της αίτησης. Με την από 27-11-2020 πράξη του Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος ορίστηκε δικάσιμος προς εκδίκαση αυτής η 14-12-2020 και η εγγραφή της στο πινάκιο με αριθμό 52.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, κατέθεσαν έγγραφα σημειώματα, στα οποία αναφέρθηκαν και ζήτησαν όσα αναφέρονται σ' αυτά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο μπορεί σε κάθε στάση της δίκης αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία ή κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Ενώπιον του δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν: Α) η από 22-2-2019 αίτηση αναίρεσης των Π. χήρας Χ. Χ. και Ν. Χ. κατά του Κ. Γ., στρεφόμενη κατά της υπ' αριθ. 2967/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και Β) η από 3-8-2020 αίτηση ανάκλησης συντηρητικής κατάσχεσης των Π. χήρας Χ. Χ. και Ν. Χ. κατά του Κ. Γ., η οποία φέρεται προς συζήτηση με την από 19-11-2020 κλήση των αιτούντων ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1985/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε εαυτό υλικά αναρμόδιο προς εκδίκαση της αίτησης και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Αφού συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 246 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να διατάξει αυτεπαγγέλτως την ένωση και συνεκδίκαση των ως άνω αιτήσεων.

Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθ. 2967/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-4-2016 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της επίσης κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσης, υπ' αριθ. 76/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί η από 2-12-2006 αγωγή του τελευταίου κατά των ήδη αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τους τελευταίους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, κατ' ισομοιρία, το ποσό των 22.954,93 €, νομιμοτόκως, ως υπόλοιπο οφειλόμενης εργολαβικής αμοιβής. Η αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 22-2-2019 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ ΑΠ 18/1998).

Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1506/2017).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1175/2020).

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η δε πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1175/2020, ΑΠ 917/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση του έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο ο δε εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης μίσθωσης έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ' αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (ΑΠ 682/2010).

Όταν δε αυτή (αμοιβή) έχει συμφωνηθεί εφάπαξ και όχι κατά μονάδα έργου, στοιχείο της βάσης της αγωγής του εργολάβου για την πληρωμή της, προκειμένου η αγωγή αυτή να είναι ορισμένη, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, είναι μόνο η συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή και η παράδοση του έργου, σε περίπτωση δε που έχει συμφωνηθεί η τμηματική καταβολή της με την πρόοδο του έργου, αρκεί η αναφορά εκάστης τμηματικής δόσης και της παράδοσης του αντιστοίχου τμήματος του έργου (ΑΠ 1506/2017, ΑΠ 329/2007, ΑΠ 1367/2003).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως, ως προς την έννοια της κατ' αποκοπήν αμοιβής, ότι αυτή υπάρχει όταν η συνολική αμοιβή του εργολάβου έχει συμφωνηθεί επακριβώς εκ των προτέρων σε ορισμένο πάγιο (εφάπαξ) ποσό, ο εργολάβος, μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, αναλαμβάνει τον κίνδυνο του ακριβούς υπολογισμού του κόστους του έργου και επιπλέον της μεταγενεστέρως αύξησης των τιμών των υλικών, των εργατικών αμοιβών ή της ανάγκης προσθέτων εργασιών, σε σχέση με εκείνες που αρχικώς είχαν προβλεφθεί, μη δυνάμενος, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, να απαιτήσει την αύξηση της συμφωνηθείσης εφάπαξ αμοιβής του (ΑΠ 1506/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), για τη θεμελίωση της αγωγής του, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση υπολοίπου συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής, εξέθεσε ότι την 18-10-2004 συνήφθη μεταξύ αυτού και των εναγομένων (ήδη αναιρεσειόντων), σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ίδιος, που είναι εργολάβος οικοδομών το επάγγελμα, ανέλαβε την κατεδάφιση παλαιάς οικίας και την ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής με υπόγειο, επί οικοπέδου συνιδιοκτησίας των εναγομένων, κειμένου στη ..., εντός οικισμού, στη θέση "...", στο … Ο.Τ., µε βάση το συνταχθέν αρχιτεκτονικό σχέδιο του πολιτικού μηχανικού Β.

Κ.. Ότι η αμοιβή του για την εκτέλεση του ως άνω έργου (κατεδάφιση παλαιάς οικίας, ανέγερση νέας διώροφης οικοδομής με υπόγειο και περίφραξη), ορίστηκε στο ποσό των 114.500 €, καταβλητέο σε δόσεις, κατά την πρόοδο των εργασιών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι κατά την πορεία της εκτέλεσης του έργου, οι εναγόμενοι με νεότερη συμφωνία του ανέθεσαν και άλλες πρόσθετες εργασίες και δη την κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα, αντί του συμφωνηθέντος συνολικού ποσού των 3.205,50€, την επέκταση των διαστάσεων του συνόλου της οικοδομής, αντί του συνολικού ποσού των 8.478 €, την αντίστοιχη επέκταση της στέγης κατά 21 μ2 αντί του συνολικού ποσού των 304,50€, την κατασκευή καπνοδόχου τζακιού με τούβλα μπιζουτέ, αντί του ποσού των 250 €, την κατασκευή δυο παταριών, αντί του ποσού των 454 €, την πραγματοποίηση επιπλέον χωματουργικών εργασιών, αντί του ποσού των 385 €, την αγορά πλακιδίων και ειδών υγιεινής, αντί του επιπλέον ποσού των 2.093,435 € και την τοποθέτηση των πλακιδίων, αντί του ποσού των 150 €.

Ότι το συνολικό ποσό των πρόσθετων εργασιών περιλαμβανομένης και της αμοιβής του ανήλθε στο ποσό των 15.320,43€. Ότι, μολονότι ολοκλήρωσε εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας το έργο που του ανατέθηκε και την 1-9-2005 παρέδωσε αυτό στους εναγομένους, οι οποίοι και το παρέλαβαν ανεπιφυλάκτως, οι τελευταίοι έναντι της συνολικής, ως άνω, αμοιβής, του κατέβαλαν τμηματικώς, το ποσό των 94.500€, εξακολουθούν δε να του οφείλουν το υπόλοιπο ποσό των 19.950€ εκ της συμφωνηθείσης αμοιβής των 114.500€ (=114.500-94.500) και το ποσό των 15.320,43€ των πρόσθετων εργασιών, ήτοι συνολικώς το ποσό των 35.270,43€ (=19.950+15.320,43), το οποίο αρνούνται, παρά τις επανειλημμένες έκτοτε οχλήσεις του, να του καταβάλουν.

Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο, είναι πλήρως και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματός της, περί καταβολής της οφειλομένης (υπολοίπου) εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το συμφωνηθέν έργο, τον τρόπο καθορισμού και το ύψος της αμοιβής, την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και την παράδοση αυτού στους εναγομένους-εργοδότες.

Ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την αιτουμένη αμοιβή, για την εκτέλεση προσθέτων εργασιών (κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα, επέκταση διαστάσεων οικοδομής και στέγης αντίστοιχα κ.λ.π) η αγωγή είναι ορισμένη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν η αμοιβή συμφωνήθηκε εφάπαξ (κατ' αποκοπήν) και όχι κατά μονάδα έργου.

Συνεπώς, αναγκαίο στοιχείο, για την θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, αποτελούσε μόνο η κατ' αποκοπήν καθορισθείσα αμοιβή, η οποία και αναφέρεται σ' αυτήν, όχι δε και η ποσότητα των χρησιμοποιηθέντων υλικών, η τιμή μονάδος αυτών, οι επί μέρους εργασίες και η τιμή μονάδος αυτών ανά κυβικό μέτρο. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά την αιτουμένη αμοιβή για εκτέλεση προσθέτων εργασιών και απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη, εκ του λόγου τούτου, την αγωγή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, για ποσοτική αοριστία της αγωγής, διότι δεν αναφέρονται επί πλέον σ' αυτήν και τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της κατά μονάδα έργου συμφωνηθείσης αμοιβής, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο αντισυμβαλλόμενος, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου. Δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων με τις γενικές διατάξεις ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, όπως συμβαίνει όταν ορίσθηκε τμηματική παράδοση του έργου με αντίστοιχη τμηματική καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 119/2014, ΑΠ 1069/2009).

Ως έργο, νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της σύμβασης. Οι τυχόν εργασίες, οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί ή καθορισθεί με την αρχική σύμβαση, αλλά προέκυψαν εκ των υστέρων και εκτελέστηκαν από τον εργολάβο μετά από συμφωνία των μερών, θεωρούνται πρόσθετες και ο εργολάβος δικαιούται διαφορετικής αμοιβής, που είτε καθορίζεται με συμφωνία των συμβαλλομένων, είτε προκύπτει εκ των πραγμάτων, αναλόγως του είδους και του κόστους τους, η αμοιβή δε αυτή είναι ανεξάρτητη της ορισθείσας αρχικής τοιαύτης, η οποία δεν αφορούσε τις εργασίες αυτές (ΑΠ 728/2017).

Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσίασης του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ τη συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 119/2014, ΑΠ 346/2010).

Παράδοση θεωρείται ότι έχει συντελεστεί εκ των πραγμάτων και στην περίπτωση, που ο εργοδότης, χωρίς να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα στο νόμο δικαιώματά του, εμμένοντας στη μετά του εργοδότη σύμβασή του, αποδέχτηκε οριστικά το έργο στη σφαίρα δράσης του (ΑΠ 1587/2013), καθώς και στην περίπτωση ανεπιφύλακτης παραλαβής αυτού δυνάμει σχετικού όρου της εργολαβικής σύμβασης (πλασματική παραλαβή) (ΑΠ 1142/2019).

Αντίθετα η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ' αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 183/2011).

Συνεπώς και η προσφορά μέρους μόνον του συμφωνημένου έργου, εφόσον κριθεί ως απλή έλλειψη και όχι ως διαφορετικό έργο σε σύγκριση με το όλο, υποχρεώνει τον εργοδότη σε αποδοχή του προσφερόμενου μέρους και σε καταβολή της αμοιβής (ΑΠ 119/2014, ΑΠ 1480/2010, ΑΠ 1336/2008).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Στις 18.10.2004, συνάφθηκε μεταξύ των διαδίκων ... σύμβαση έργου, σύμφωνα µε την οποία ο εκκαλών-ενάγων (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε, ως εργολάβος οικοδομών, την υποχρέωση να προβεί στην κατεδάφιση μιας παλαιάς ισόγειας οικίας και στην ανέγερση, στη θέση της, μιας διώροφης οικοδομής µε υπόγειο, επί οικοπέδου της συνιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων-εναγομένων (αναιρεσίβλητων) ...

Η κατασκευή της οικοδομής συμφωνήθηκε να γίνει µε βάση το συνταχθέν αρχιτεκτονικό σχέδιο του πολιτικού μηχανικού ... εντός προθεσμίας δεκαοκτώ (18) μηνών από τη σύναψη της σύμβασης... η ανωτέρω συμφωνία καταχωρίστηκε στο ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό, που προσκομίζεται µε επίκληση από τον εκκαλούντα-ενάγοντα, το οποίο αν και δεν φέρει τις υπογραφές των διαδίκων μερών, ωστόσο, παραδεκτώς, λαμβάνεται υπόψη ως µη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό µέσο (βλ.

άρθρο 270 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ ως αντικ. µε άρθρο 28 Ν. 3994/2011). Βάσει των συμφωνηθέντων, όπως αυτά αποτυπώθηκαν στο, από 18.10.2004, ιδιωτικό συμφωνητικό, ο εκκαλών-ενάγων θα αμείβονταν µε το συνολικό ποσό των 114.450 €, προκειμένου να προβεί στις ακόλουθες εργασίες, που προϋπολογίστηκαν από τους συμβαλλομένους και καθορίστηκαν, κατ' αποκοπή, ως ακολούθως: 1) κατεδάφιση της παλαιάς οικίας και χωματουργικές εργασίες για την ανέγερση της νέας οικοδομής, βάσει των υποδείξεων του πολιτικού μηχανικού, αντί ποσού 3.525 €, 2) για μπετόν, σίδερα και εισφορές υπέρ Ι.Κ.Α.

της οικοδομής και για ό,τι άλλα υλικά χρειαζόταν, βάσει των στατικών υποδείξεων του πολιτικού μηχανικού, συμπεριλαμβανόμενης και της περίφραξης του οικοπέδου, αντί ποσού 36.685 €, 3) για τα τούβλα, εφόσον οι εργοδότες επιθυμούσαν διπλότοιχο με φελιζόλ ή πετροβάμβακα ενδιάμεσα στα τούβλα ή ακόμη και θερμομπλόκ, συμπεριλαμβανόμενων εισφορών Ι.Κ.Α.

και ό,τι άλλων υλικών χρειαστούν για την αποπεράτωση των τούβλων στην οικοδομή, συν τα τεχνικά, αντί ποσού 8.305€, 4) για υδραυλικά, ηλεκτρολογικά και εγκατάσταση καλοριφέρ, εκτός του λέβητα και των σωμάτων, συν τα τεχνικά, αντί ποσού 13.205 €, 5) για επιχρίσματα, υλικά, Ι.Κ.Α. και τεχνικά, αντί ποσού 10.275 €, 6) για την κατασκευή της κεραμοσκεπής, υλικά, Ι.Κ.Α.

και τεχνικά, αντί ποσού 7.635€, 7) για τα πλακάκια της οικοδομής, σε ότι χρώμα και μέγεθος επιθυμούσαν οι εργοδότες, εφόσον η τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο, δεν υπερέβαινε τα 10 €/µ2, συμπεριλαμβανόμενων και των πλακιδίων των τεσσάρων (4) μπάνιων, για άλλα υλικά, είδη υγιεινής, Ι.Κ.Α. και τεχνικά, αντί ποσού 8.220 €, 8) για πόρτες εσωτερικές και εξωτερικές, βάσει σχεδίου του πολιτικού μηχανικού, αντί ποσού 1.775€, 9)στην κατασκευή και την τοποθέτηση δύο (2) επίπλων κουζίνας, βάσει σχεδίου του πολιτικού μηχανικού, από μελαμίνη και άλλα υλικά, αντί ποσού 3.460 €,10) για κουφώματα αλουμινίου, με ανοιγόκλεινα παντζούρια και όχι στόρια, με διπλό υαλοπίνακα και σήτες, αντί ποσού 10.765€, 11) για κάγκελα στους εξώστες των μπαλκονιών, στις σκάλες και στον τοίχο της περίφραξης της οικοδομής, βάσει του σχεδίου του πολιτικού μηχανικού, από μασίφ σίδερο, αντί ποσού 1.500€, 12) για βάψιμο της οικοδομής σε χρωματισμό της επιθυμίας των εργοδοτών, διάφορα υλικά βαφής, Ι.Κ.Α.

και τεχνικά, αντί ποσού 4.500€ και 13) για τα μάρμαρα στις σκάλες, στα μπαλκόνια, στα περβάζια των παραθύρων, στις μπαλκονόπορτες και στη στέγη της οικοδομής, συμπεριλαμβανόμενων Ι.Κ.Α. διαφόρων υλικών και τεχνικών, αντί ποσού 4.600€. Ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων-εναγομένων πως ο αρχικός προϋπολογισμός του έργου, ετοιμοπαράδοτου, συμφωνήθηκε στο ποσό, συνολικώς, των, 100.000 €, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε, σχετικώς, η .../2002 άδεια ανέγερσης οικοδομής με υπόγειο, στέγη και περίφραξη, του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών της ... βάσει της οποίας, η οικοδομή θα αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και έναν όροφο, εμβαδού έκαστου 74,99 μ2, ενώ, κάθε όροφος θα διέθετε από μία σαλοτραπεζαρία- κουζίνα, δύο δωμάτια και δύο μπάνια.

Ο εκκαλών-ενάγων έκανε έναρξη των εργασιών του την 01-11-2004 ... και κατασκεύασε την οικοδομή, σύμφωνα με τα σχέδια του ... πολιτικού μηχανικού. Εξάλλου, διαρκούσης της εκτέλεσης του έργου, οι διάδικοι συμφώνησαν να προβεί αυτός στην εκτέλεση και πρόσθετων εργασιών, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, βάσει της, επίσης, συμφωνημένης, κατ' αποκοπή, αμοιβής του για καθεμία από αυτές.

Ειδικότερα, συμφώνησαν αυτός να προβεί: α) στην κατασκευή φρεατίου ανελκυστήρα (η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη είναι άτομο με κινητικά προβλήματα), β) σε αύξηση του περιγράμματος του κτιρίου κατά 6 μ2, περίπου, κάθε πλάκας και, κατ' επέκταση και σε αύξηση του περιγράμματος της στέγης, γ) σε κατασκευή της καπνοδόχου του τζακιού με μπιζoυτέ τούβλα αντί για σοβά, που είχε προσυμφωνηθεί ...

και δ) σε κατασκευή παταριού σε ένα από τα μπάνια έκαστου διαμερίσματος (συνολικώς, δύο παταριών). Αναφορικά με τις, υπό στοιχεία α' και β', ανωτέρω, πρόσθετες εργασίες, που διενεργήθηκαν, από την, από 03.09.2009, έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού ... που διεξήχθη σε εκτέλεση της .../2009 μη οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι βάσει των κατόψεων, διαπιστώθηκε πως το εμβαδόν του υπογείου, του ισογείου και του ορόφου ανέρχεται, τελικώς, σε 81,04 μ2 (εξωτερικές διαστάσεις, χωρίς τα επιχρίσματα, των οποίων το μέσο πάχος λήφθηκε 2,5 εκ.).

Τούτο συνέβη διότι, όπως αναγράφεται στην άνω έκθεση, για να μην διαταραχθεί η θεμελίωση της οικοδομής που βρίσκεται στο όμορο οικόπεδο και είναι σε επαφή με το κοινό όριο, τα κατακόρυφα φέροντα στοιχεία της αντίστοιχης πλευράς και οι δοκοί που συνδέουν αυτά στις διάφορες στάθμες, δεν κατασκευάστηκαν στο όριο του οικοπέδου, κατά τα προβλεπόμενα από τη στατική μελέτη της οικοδομικής αδείας, αλλά σε απόσταση 40 εκατοστών περίπου από το όριο προς το οικόπεδο των εφεσιβλήτων-εναγομένων, με αποτέλεσμα να συντελεστεί η πολεοδομική παράβαση της εγκεκριμένης μελέτης (άρθρο 22 ΓΟΚ).

Στη συνέχεια, για να μη μείνει κενός ο χώρος αυτός, επεκτάθηκαν οι πλάκες κάθε στάθμης μέχρι το όριο και κατασκευάστηκαν οι τοιχοποιίες στο όριο αυτών. Από τα αποτελέσματα των μετρήσεων του πραγματογνώμονα, για την κάτοψη της στέγης, η επιφάνεια υπολογίζεται σε 120,54 μ2, αντί του εμβαδού αυτής των 102,96 μ2, που έπρεπε να είναι βάσει των αρχιτεκτονικών σχεδίων της οικ.

αδείας. Εξάλλου, καθ' υπέρβαση της τελευταίας (σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΓOΚ/1985, όπως ισχύει τροποποιημένο, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση και καθ' υπέρβαση των επιτρεπόμενων συντελεστών εκμετάλλευσης, η κατασκευή ανελκυστήρα, με τις απολύτως αναγκαίες από τους ισχύοντες κανονισμούς διαστάσεις, σε οικοδομές όπου διαμένουν άτομα με κινητική αναπηρία, κατόπιν, όμως, απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας), έχει κατασκευαστεί και ανελκυστήρας, επιφάνειας 2,43 μ2, φτιαγμένος από οπτοπλινθοδομή, ενώ, μία πλευρά του είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα.

Η κατασκευή του φρεατίου έγινε, ταυτοχρόνως, με την κατασκευή του υπόλοιπου κτίσματος, διότι, σε διαφορετική περίπτωση, στα σημεία επαφής του με το υπόλοιπο κτίριο, θα έπρεπε να υπάρχουν ρωγμές δηλωτικές της εργασίας προσθήκης. Εν κατακλείδι, βάσει των μετρήσεων, έκαστη επιφάνεια του υπογείου, του ισογείου και του ορόφου του κτίσματος, προέκυψε, κατά την επιτόπια καταμέτρηση, να είναι 6,05μ2 μεγαλύτερη από την αρχιτεκτονική μελέτη της .../2002 οικοδομικής αδείας, ενώ, η επιφάνεια της στέγης είναι μεγαλύτερη κατά 17,58 μ2, λόγω της διαφοράς στην αύξηση του περιγράμματος του κτιρίου, την προσθήκη του ανελκυστήρα και τη μεταβολή των διαστάσεων της κάτοψης της στέγης ...

σε σχέση με τις προβλεπόμενες από την οικοδομική άδεια. Εξάλλου, για τις ανωτέρω πρόσθετες εργασίες, που διενήργησε ο εκκαλών-ενάγων δικαιούται, κατ' αποκοπή, αμοιβή ανερχόμενη, κατά τα συμφωνημένα με τους εφεσιβλήτους-εναγομένους, στα ποσά των α) 3.205,50 € (=1.005 € για τη σκυροδέτηση + 1.515 € για τα επιχρίσματα + 205 € για τους ελαιοχρωματισμούς + 480,50 € για Ι.Κ.Α.), για την κατασκευή του φρεατίου ανελκυστήρα, β) 8.478€ [=1.278€ (= 6 μ2 Χ 213€) για το υπόγειο+3.600€ (6 μ2 Χ 600€/μ2) για τον όροφο] για την αύξηση του περιγράμματος του κτιρίου, γ) 254,91 € (=17,58 μ2 Χ 14,50 €/μ2) για την αύξηση του περιγράμματος της στέγης, δ) 250 €, για την κατασκευή της καπνοδόχου του τζακιού με μπιζουτέ τούβλα αντί για σοβά, που είχε συμφωνηθεί, 454 € για την κατασκευή δύο παταριών σε δύο από τα μπάνια της οικοδομής.

Επίσης, ισχυρίζεται ο εκκαλών-ενάγων ότι, στο πλαίσιο της άνω συμφωνίας του με τους εφεσιβλήτους - εναγομένους, προέβη σε πρόσθετες χωματουργικές εργασίες α) για τη λειτουργία και χρησιμοποίηση του φορτωτή ... επί 4 ώρες, στις 27-06-2005, β) για τη λειτουργία και χρησιμοποίηση φορτηγού αυτοκινήτου επί μία (1) ώρα, στις 30-06-2005 και γ) για την αποκομιδή μπαζών από ην οικοδομή, στις 27.06.2005 και στις 05-07-2005, καθώς και ότι, για τις εργασίες αυτές κατέβαλε ο ίδιος στον απασχοληθέντα ..., κατόπιν πιέσεων του τελευταίου, το συνολικό ποσό των 385€.

Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη καταβολή του, ως άνω, χρηματικού ποσού (ασχέτως του εσφαλμένου μαθηματικού υπολογισμού του, βάσει των αναγραφόμενων στην αγωγή), γι' αυτό και το συγκεκριμένο αιτούμενο κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, όπως, επίσης και η αναζητούμενη δαπάνη, ποσού 150 €, για έξτρα εργασίες στην τοποθέτηση πλακιδίων, η οποία είναι, παντελώς, αναπόδεικτη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων είχε προβεί στην αγορά από την εταιρεία ... με αντικείμενο υλικά οικοδομών, χωματουργικές εργασίες, είδη υγιεινής, χρώματα και σιδηρικά, των αναγκαίων για την εκτέλεση του έργου ειδών υγιεινής, υδραυλικών-κηπευτικών υλικών, πλακιδίων και συναφών υλικών. Για τις τμηματικές αυτές αγορές εκδόθηκαν από την πωλήτρια εταιρεία στο όνομα του δεύτερου εφεσιβλήτου-εναγομένου, οι προσκομιζόμενες με επίκληση .../….04.2005, .../…..05.2005, .../…..05.2005, .../….05.2005, .../….05.2005, .../….05.2005, .../….05.2005, .../…..05.2005, ..../….06.2005, .../….06.2005, .../….06.2005, .../….06.2005, .../….06.2005, .../24.06.2005, .../….06.2005, .../….07.2005 και ..../….07.2005 αποδείξεις λιανικής πώλησης επί πιστώσει, συνολικού ποσού 8.093,43€, έναντι του οποίου ο εκκαλών-ενάγων κατέβαλε σε αυτήν το ποσό των 6.000 € (βλ.

τις .../….04.2005 και .../….07.2005 αποδείξεις είσπραξης της άνω εταιρείας, ποσών 1.000€ και 5.000 €, αντιστοίχως), απομένοντας υπόλοιπου προς καταβολή 2.093,43€, το οποίο αυτός, επίσης, κατέβαλε στην πωλήτρια εταιρεία...Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα από τις 05-11-2004 έως και τις 19-07-2005, ο εκκαλών-ενάγων έλαβε, όπως ομολογεί στην αγωγή του, έναντι του συνολικού ποσού των 114.450 €, τμηματικώς, το ποσό των 94.500 € (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται το κόστος προμήθειας διαφόρων υλικών, οι αντίστοιχες προς τις γενόμενες οικοδομικές εργασίες ασφαλιστικές, εργατικές και εργοδοτικές, εισφορές στο Ι.Κ.Α.

και η αντίστοιχη εργολαβική αμοιβή), απομένοντος υπολοίπου 19.950 € (στο οποίο συγκαταλέγεται και το υπόλοιπο ποσό των 2.093,43.-€, που αφορά το 70 κονδύλιο της, από 18.10.2004, σύμβασης έργου), το οποίο και αξιώνει να του καταβληθεί από τους αντιδίκους του, καθόσον, όπως διατείνεται, δεν το εισέπραξε. Πλην όμως, δοθέντος ότι, όπως εκτέθηκε παραπάνω, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η καταβολή στον εκκαλούντα-ενάγοντα του ποσού των 10.765 € για κουφώματα αλουμινίου με στόρια, διπλό υαλοπίνακα και σήτες και αυτός, βάσει των αγωγικών ισχυρισμών του ...

κατέβαλε στην ατομική επιχείρηση του ... για την άνω αιτία, έναντι της συνολικής δαπάνης, μόνο την προκαταβολή, ύψους 4.100 € (από το ποσό των 94.500€ που εισέπραξε τμηματικώς), όπως ομολογεί, έπεται ότι, από το αιτούμενο ποσό των 19.950 € πρέπει να αφαιρεθεί αυτό των 5.940€ (και όχι αυτό των 6.665€, που συνιστά τη διαφορά μεταξύ του συμφωνημένου ποσού και της προκαταβολής) αφού το ποσό αυτό καταβλήθηκε, κατά την ομολογία τους, από τους αντιδίκους του (βάσει των .../….11.2005, ...

…..07.2005 και .../….06.2005 δελτίων λιανικής πώλησης της επιχείρησης ...) και ο ίδιος δεν υποβλήθηκε στην πληρωμή του. Εξάλλου, σύμφωνα με τους περιλαμβανόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του εκκαλούντος- ενάγοντος, την 01-09-2005 το έργο είχε αποπερατωθεί πλήρως και είχε παραδοθεί στο δεύτερο των εφεσιβλήτων-εναγομένων, ο οποίος το παρέλαβε ενεργώντας ως αντιπρόσωπος και της πρώτης από αυτούς, αφού το ήλεγξε και το βρήκε της απολύτου αρεσκείας του.

Ωστόσο, από το αποδεικτικό υλικό του φακέλου της υπόθεσης, αποδεικνύεται ότι, μετά την τοποθέτηση των εξωτερικών κουφωμάτων, εγκαταστάθηκαν οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι στην οικοδομή, αφού τότε η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη παρέλαβε τα κλειδιά αυτής, χωρίς, όμως, να γίνει τυπική παράδοση του έργου, καθόσον, περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου 2005, διαρρήχθηκαν, οριστικώς, οι, ήδη, διαταραγμένες σχέσεις των διαδίκων, λόγω της διαφωνίας της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης µε τον εκκαλούντα-ενάγοντα ως προς τα έπιπλα της κουζίνας που τοποθέτησε στα διαμερίσματα, οπότε αυτός αποχώρησε από το έργο, για την πλήρη αποπεράτωση του οποίου, βάσει του εκπονημένου σχεδίου, υπολειπόταν ελάχιστες, μικρότερης σπουδαιότητας, εργασίες, όπως η τοποθέτηση κουπαστής σε τοποθετημένο κιγκλίδωμα, τις οποίες δεν επέτρεψε να ολοκληρωθούν η ίδια η πρώτη εφεσίβλητη- εναγομένη (βλ.

την .../….02.2009 ένορκη βεβαίωση του ..., ο οποίος βεβαίωσε πως πληρώθηκε για την τοποθέτηση των επίπλων κουζίνας στο έργο από τον εκκαλούντα-ενάγοντα εργολάβο). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων προέβη στην τοποθέτηση των ντουλαπιών εκάστης κουζίνας βάσει του εκπονημένου σχεδίου, ωστόσο, όμως, η πρώτη εφεσίβλητη-εναγομένη καθαίρεσε αυτά, διότι ήθελε να τοποθετηθούν ντουλάπια μεγαλύτερων διαστάσεων, τα οποία θεωρούσε πως είχε συμφωνήσει µε τον αντίδικό της να κατασκευάσει και να τοποθετήσει στους σχετικούς χώρους της οικοδομής (κουζίνες).

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό και µε την διαφανείσα δυσκολία των εργοδοτών του έργου να καταβάλουν χρήματα στον εργολάβο, είχε ως αποτέλεσμα να διαρρηχθούν οι σχέσεις των διαδίκων οριστικά. Εφόσον, όμως, κατά τα άνω αποδειχθέντα, τούτο συνέβη από υπαιτιότητα της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης, έπεται ότι τα κονδύλια που αφορούν τα πληρωμένα από τον εκκαλούντα-ενάγοντα στους τεχνικούς, υπόλοιπα εργασιών τους (πχ.

ολοκλήρωση της τοποθέτησης κουπαστής κιγκλιδωμάτων) πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν. Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων-εναγομένων ότι ο εκκαλών-ενάγων εγκατέλειψε το έργο χωρίς να τοποθετήσει τις συμφωνημένες κουζίνες, τα σετ τεσσάρων μπάνιων, τα κιγκλιδώματα εσωτερικά της οικοδομής, να μεγαλώσει το φρεάτιο του ανελκυστήρα, να βάψει την οικοδομή, να ολοκληρώσει τις οικοδομικές εργασίες στην αυλή για σοβάτισμα της µάνδρας περίφραξης, την τοποθέτηση πλακιδίων δαπέδου κάτω από τις βεράντες και στην εξωτερική σκάλα ...

να καθαρίσει τα μπάζα από την αυτή, να διαμορφώσει τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και να τοποθετήσει υδρορροές περιμετρικά της στέγης, εκτιμάται ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον, πέραν των, ως άνω, συμφωνημένων, τίποτε άλλο δεν συμφωνήθηκε να κατασκευαστεί από τον εργολάβο, ενώ, οι λοιπές ελάχιστες συμφωνημένες εργασίες, όπως εκτέθηκε, δεν συντελέστηκαν από υπαιτιότητα της πρώτης εφεσίβλητης-εναγομένης.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εκκαλών-ενάγων στην ένδικη αγωγή του ότι ο ίδιος κατέβαλε για εισφορές στο Ι.Κ.Α., πλην άλλων, για τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2005, τα συνολικά ποσά των 1.990,09 € και των 1.707,39 €, αντιστοίχως. Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του προσκομίζει απλά φωτοαντίγραφα των προσωρινών γραμματίων είσπραξης, σε αντίθεση µε τους εφεσιβλήτους- εναγομένους, οι οποίοι διατείνονται ότι οι ίδιοι κατέβαλαν τα παραπάνω ποσά και προς απόδειξη προσκομίζουν µε επίκληση τα εκδοθέντα πρωτότυπα προσωρινά γραμμάτια είσπραξης του Ι.Κ.Α., µε αριθμούς .../…..06.2005 και ... /….09.2005.

Από τα παραπάνω το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι τα ανωτέρω κονδύλια καταβλήθηκαν στο Ι.Κ.Α. από τους εφεσιβλήτους- εναγομένους και, συνεπώς, πρέπει να αφαιρεθούν από το υπόλοιπο αιτούμενο ποσό των 19.950 €. ... οι λοιπές καταβολές για την ίδια αιτία, των μηνών Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου 2005, στις οποίες ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι- εναγόμενοι ότι προέβησαν, δεν θα ληφθούν υπόψη, διότι αφορούν χρονικό διάστημα απασχόλησης μετά την αποχώρηση του εκκαλούντος-ενάγοντος από το έργο.

Από το σύνολο των άνω αποδειχθέντων, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο εκκαλών- ενάγων εκπλήρωσε την αναληφθείσα υποχρέωσή του κατασκευής της οικοδομής, αποπερατώνοντας τις εργασίες εκτέλεσης του έργου, το οποίο εκτιμάται πως είναι το προσήκον, ήτοι, δεν είναι διαφορετικό από το συμφωνηθέν ... και το οποίο, στη συνέχεια, περιήλθε στη σφαίρα εξουσίασης των εφεσιβλήτων-εναγομένων.

Επομένως, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται να αρνηθούν την καταβολή της υπόλοιπης αμοιβής στον εργολάβο, όπως αυτή διαμορφώνεται βάσει των ανωτέρω αποδειχθέντων, επικαλούμενοι πραγματικά ελαττώματα του έργου, καθόσον, όπως εκτίθεται στην ίδια νομική σκέψη, η παράδοση τούτου µε (ουσιώδη ή επουσιώδη) ελαττώματα, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ούτε δύναται αυτός να αποποιηθεί το προσφερόμενο στον ίδιο ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει, έτσι, την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει, µόνο, τα προβλεπόμενα στα άρθρα 688-690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός, βεβαίως, διαφορετικής συμφωνίας του µε τον εργολάβο, η οποία, στην προκείμενη περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα.

Οι εκ μέρους των εφεσιβλήτων-εναγομένων ισχυρισμοί (πέραν όσων αξιολογήθηκαν στο πλαίσιο της γενικής άρνησης της αγωγής) περί κακοτεχνιών και πραγματικών ελαττωμάτων του έργου, δεν δύνανται να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο, καθόσον, δεν προβάλλονται υπό τη μορφή συγκεκριμένου και, επαρκώς, ορισμένου ισχυρισμού (ένστασης κλπ), συνοδευόμενου από αντίστοιχο αίτημα, κατά τις συναφείς διατάξεις του ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να υποχρεωθούν οι εφεσίβλητοι - εναγόμενοι να καταβάλουν στον εκκαλούντα-ενάγοντα, κατ' ισομοιρία (και όχι εις ολόκληρον έκαστος, καθόσον, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη τέτοιας υποχρέωσης από σύμβαση, ούτε γενεσιουργός λόγος από το νόμο ...), την υπόλοιπη οφειλόμενη αμοιβή του για τις κύριες και πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε στο έργο, συνολικού ποσού 22.954,93 € [ήτοι, 10.312,52 € (=19.950 - 5.940 - 1.990,09 - 1.707,39 €) για υπόλοιπο αμοιβής κύριων εργασιών + 12.642,41 € (=3.205,50€ + 8.478€ + 254,91€ + 250 € + 454 €) για αμοιβή πρόσθετων εργασιών], νοµιµοτόκως, κατά παραδοχή του συναφούς επικουρικού αιτήματος, από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής (και όχι από την ισχυριζόμενη παράδοση του έργου, την 01η.09.2005, καθόσον, αποδείχθηκε ότι δεν έλαβε χώρα παράδοση αυτού κατά την έννοια του νόμου) και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του ...).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη, έσφαλε στην κρίση του, κατά παραδοχή ως βάσιμων και κατ' ουσία αμφότερων των πρώτου και δεύτερου λόγων της κρινόμενης έφεσης, µε τους οποίους ο εκκαλών - ενάγων παραπονείται: α) για παράλειψη αξιολόγησης άλλως για εσφαλμένη σιωπηρή απόρριψη των ισχυρισμών της αγωγής που αφορούν τις πρόσθετες εργασίες του έργου (1ος λόγος) και β) για εσφαλμένη κρίση ως προς το ύψος της οφειλόμενης υπόλοιπης αμοιβής του για τις εκτελεσθείσες εργασίες και περί της καταβολής αυτής στον ίδιο από τους εφεσιβλήτους-εναγομένους.

Κατόπιν δε της, ως άνω, παραδοχής των λόγων της, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει και αυτή δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν κατ' ισομοιρία στον ενάγοντα το ποσό των 22.954, 93 €, νομιμοτόκως από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο εσφαλμένα έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος εκτέλεσε προσηκόντως το ανατεθέν σ' αυτόν έργο και ότι οι αναιρεσείοντες παρέλαβαν ανεπιφυλάκτως το εκτελεσθέν και παραδοθέν σ' αυτούς έργο, είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της εν λόγω παράβασης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την παράδοση του έργου.

Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν και δη εκείνων των άρθρων 681 επ.

και 694 ΑΚ. Τούτο διότι, αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι οι αναιρεσείοντες έχουν υποχρέωση να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο την οφειλομένη εργολαβική του αμοιβή, και δη το αντικείμενο των συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων έργου, που ήταν η ανέγερση της διώροφης οικοδομής με βάση την αρχική οικοδομική άδεια και τις εν συνεχεία πρόσθετες εργασίες και η αποπεράτωση και παράδοση του συμφωνηθέντος (αρχικού και προσθέτου) έργου από τον αναιρεσίβλητο στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι και χρησιμοποιούν έκτοτε την ανεγερθείσα οικοδομή, ενώ, οι ελάχιστες συμφωνημένες εργασίες, δεν εκτελέστηκαν από υπαιτιότητα της πρώτης αναιρεσείουσας, η οποία δεν επέτρεψε να ολοκληρωθούν και όχι σε υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπήρχε στο ιδιωτικό συμφωνητικό ρητή πρόβλεψη ότι η κατασκευή του έργου θα ήταν σύμφωνη από πλευράς προδιαγραφών με τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια της οικοδομικής αδείας, ούτε αν υπήρχε πρόβλεψη σ' αυτά (αρχιτεκτονικά σχέδια) κατασκευής παταριών, άνωθεν του μπάνιου των διαμερισμάτων.

Περαιτέρω, για την πληρότητα της αιτιολογίας, ως προς την παραδοχή του Εφετείου, περί σύναψης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών, καθ' υπέρβαση της οικοδομικής αδείας, μεταξύ των οποίων και κατασκευής φρεατίου ανελκυστήρα δεν χρειαζόταν η επί πλέον αναφορά του λόγου για τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία αντιμετωπίζει μόνιμα κινητικά προβλήματα λόγω ατυχήματος, επέλεξε να προβεί στην κατασκευή διώροφης κατοικίας χωρίς να προνοήσει για την εγκατάσταση ανελκυστήρα.

Επίσης δεν υφίσταται αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης που αφορούν την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στους αναιρεσείοντες, από της οποίας (παράδοσης), ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την αμοιβή του αφ' ενός και τη μη εκτέλεση των περιγραφομένων στην απόφαση προσθέτων εργασιών, η αξία των οποίων και αφαιρέθηκε από την συμφωνηθείσα πρόσθετη εργολαβική αμοιβή, αφ' ετέρου, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αφού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, η αξίωση του εργολάβου για καταβολή της αμοιβής του διατηρείται και όταν το παραδιδόμενο έργο φέρει ελλείψεις, οι οποίες δεν το καθιστούν μορφολογικώς διάφορο του συμφωνημένου και εντεύθεν δεν καθιστούν μη προσήκουσα την εκπλήρωση της παροχής του.

Επίσης δεν υπάρχει αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, εκ του γεγονότος ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η πρώτη των αναιρεσειόντων κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το μήνα Ιούνιο του 2005 το ποσό των 4.000 € και το μήνα Ιούλιο του ιδίου έτους το ποσό των 11.500 € συνολικά, στη συνέχεια, δέχεται ότι η διάρρηξη των σχέσεων των διαδίκων και η εγκατάλειψη του έργου από τον τελευταίο οφείλεται στην εκ μέρους τους καθυστέρηση πληρωμής αυτού.

Ούτε υφίσταται αντίφαση στις αιτιολογίες της απόφασης, εκ του γεγονότος ότι το Εφετείο επιδίκασε μεν στον αναιρεσίβλητο το αιτηθέν για τις πρόσθετες εργασίες κατασκευής καπνοδόχου τζακιού από μπιζουτέ τούβλα ποσό των 250 € για αντί για σοβά, αφού διέλαβε στην απόφασή του, ενόψει και των αντιθέτων ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σύμφωνα με την οποία η αμοιβή για τις πρόσθετες αυτές εργασίες δεν είχε περιληφθεί στο προϋπολογισθέν κόστος του κυρίου έργου, ποσού 114.450 €.

Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες περιέχονται στον ίδιο λόγο και με τις οποίες μέμφονται το Εφετείο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, σχετικώς με το κεφάλαιο της αγωγής για καταβολή εργολαβικής αμοιβής για συμφωνηθείσες πρόσθετες εργασίες, είναι απαράδεκτες, εφόσον πλήττουν την αναιρετικός ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ' αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.

Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, τα αναφερόμενα έγγραφα, που νόμιμα με επίκληση προσκομίστηκαν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους, περί μη προσήκουσας εκτέλεσης του έργου και συγκεκριμένα:

α) το υπ' αριθ. …/…-11-2005 τιμολόγιο της επιχείρησης με την επωνυμία Ν. Μ. Α. -ΧΩΜΜΑΤΟΥΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ & ΧΟΝΤΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΙΜΩΝ ΥΛΙΚΩΝ, β) την από 9-11-2005 απόδειξη είσπραξης του τεχνίτη-οικοδόμου Ι. Τ., την οποία προσκόμισαν στην κατ' έφεση δίκη, γ) τα υπ' αριθ. …/…-10-2005, …/…-11-2005, …/…-11-2005 και … προσωρινά γραμμάτια είσπραξης Ι.Κ.Α., δ) την από 14-12-2005 απόδειξη είσπραξης του Α.

Ν., ε) δέκα έξι (16) φωτογραφίες της οικοδομής και στ) την κατάθεση του μάρτυρος Ε. Γ., που περιέχεται στα υπ' αριθ. 88/2009 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Με αυτό το περιεχόμενο ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε από τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων κατά την πρωτόδικη δίκη μαρτύρων, καθώς και από όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα με νόμιμη επίκληση αποδεικτικά στοιχεία, ανεξαρτήτως του αν γίνεται ειδική μνεία ορισμένων εξ αυτών.

Ο ίδιος λόγος, καθ' όσον αφορά στην προβαλλόμενη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας αποδεικτικών στοιχείων, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 876/2012, 176/2011, 1/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αποδειχθέντες τους ισχυρισμούς του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), ότι το συμφωνηθέν έργο θα αποπερατωθεί εντός προθεσμίας δεκαοκτώ (18) μηνών από τη σύναψη της σύμβασης και το ύψος των αιτουμένων κονδυλίων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο την κρίση του για τα ουσιώδη αυτά ζητήματα, τη σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά μετά από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενόρκων μαρτυρικών καταθέσεων κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, διαδικασία επ' ακροατηρίου, όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης και των ενόρκων βεβαιώσεων, που νομίμως λήφθηκαν και, επομένως, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια. Ο ίδιος αυτός λόγος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία ( ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1777/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο προσέδωσε στο προσκομισθέν από τον αναιρεσίβλητο από 18-04-2004 άνευ υπογραφής ιδιωτικό συμφωνητικό, αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αναφορικά με το ζήτημα της κατασκευής της οικοδομής βάσει της εγκεκριμένης μελέτης και των αρχιτεκτονικών σχεδίων του πολιτικού μηχανικού, με αποτέλεσμα, οποιαδήποτε άλλη εργασία εκτός του πλαισίου αυτού να συνεπάγεται πρόσθετη αμοιβή του εργολάβου. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, μνημονεύεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και, ορθά, το άνευ υπογραφής ιδιωτικό συμφωνητικό, μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 αριθ. ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο, από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 174/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του άνευ υπογραφής από 18-04-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος, με το να δεχθεί ότι:

α) με αυτό καταρτίστηκε ολοκληρωμένη σύμβαση έργου, β) η κατασκευή της οικοδομής συμφωνήθηκε να γίνει με βάση το συνταχθέν αρχιτεκτονικό σχέδιο του πολιτικού μηχανικού Β. Κ., εντός προθεσμίας δεκαοκτώ (18) μηνών από τη σύναψη της σύμβασης, γ) συμφωνήθηκε δεκαοκτάμηνη προθεσμία κατασκευής του έργου και δ) συμφωνήθηκε η κατασκευή της καπνοδόχου του τζακιού με μπιζουτέ τούβλα αντί για σοβά.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού (εγγράφου) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι είναι και απαράδεκτος, αφού, με τα διαλαμβανόμενα στην αίτηση αναίρεσης, για την θεμελίωσή του, επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει, όμως, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, από τον αναιρετικό έλεγχο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε μη αιτηθέν ή πλέον των αιτηθέντων ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας επιδικάζει ό,τι ζητήθηκε με την αγωγή που κρίθηκε κατ'ουσίαν βάσιμη (ΑΠ 1368/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ο αναιρεσίβλητος ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να του επιδικασθεί το ποσό των 250 € για κατασκευή της καπνοδόχου του τζακιού με μπιζουτέ τούβλα αντί για σοβά, που είχε προσυμφωνηθεί. Ενόψει της επιδίκασης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, του ποσού αυτού, κατά το αίτημα της αγωγής το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, όγδοος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, που υπέβαλε με τις προτάσεις του, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 3-8-2020 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΚΛΗΣΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 παρ. 2, 242 παρ. 2 και 686 επ. του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, για τις οποίες είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και, κατά συνέπεια, δεν ισχύει η ευχέρεια των πληρεξουσίων Δικηγόρων των διαδίκων να προκαταθέσουν δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Εάν δε πράξουν τούτο, οι διάδικοι δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση και δικάζονται ερήμην, καθώς, ενόψει της προφορικότητας της συζήτησης απαιτείται και επίκληση των ισχυρισμών και αποδείξεων. Αν δεν γίνει η επίκληση αυτή, οι περιεχόμενοι στο σημείωμα που προκατατέθηκε ισχυρισμοί και τα επικαλούμενα με αυτό και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού από τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, η οποία εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλ. της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 353/2011, ΑΠ 39/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση με την από 19-11-2020 κλήση των αιτούντων φέρεται προς συζήτηση, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η από 3-8-2020 αίτηση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1985/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο κήρυξε εαυτό υλικά αναρμόδιο προς εκδίκαση της αίτησης και παρέπεμψε αυτήν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 14-12-2020, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο καθού η αίτηση δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο ούτε παρέστη για να τον εκπροσωπήσει πληρεξούσιος δικηγόρος. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος αυτού προκατέθεσε προτάσεις στις 17-12-2020 και, με την με ίδια ημερομηνία δήλωσή του, κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωσε ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης και συναινεί στην συζήτησή της.

Η παράσταση αυτή του πληρεξουσίου δικηγόρου του καθ'ου η αίτηση δεν είναι η προσήκουσα, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (με την οποία εκδικάζεται η ανάκληση επιβληθείσας συντηρητικής κατάσχεσης), κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, ο δε διάδικος, που αυτός εκπροσωπεί, θεωρείται δικονομικά απών, αφού στην παρούσα δίκη με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η προφορική συζήτηση είναι υποχρεωτική και δεν έχει εφαρμογή, κατά τα εκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 242 παρ 2 ΚΠολΔ.

Πρέπει, επομένως, να δικασθεί ερήμην, ωστόσο η υπόθεση θα ερευνηθεί σαν να ήταν και αυτός παρών, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη 4947 /2-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ.

Κ..

Σύμφωνα με το άρθρο 724 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του ν. 4335/2015 (που ισχύει, κατ` άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.4 του ίδιου νόμου, από 1-1-2016), "Ο δανειστής μπορεί με βάση οριστική απόφαση, καθώς και με διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης και να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου για το ποσό που επιδικάζεται με την απόφαση ή ορίζεται ότι πρέπει να καταβληθεί με τη διαταγή πληρωμής".

Έτσι, δυνάμει του άρθρου αυτού, δόθηκε πλέον, από 1-1-2016, η δυνατότητα στο δανειστή να ζητήσει εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, καθώς και συντηρητική κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη ή τρίτου, και με βάση οριστική απόφαση και όχι μόνο με βάση διαταγή πληρωμής χρηματικών απαιτήσεων, όπως ίσχυε έως την τροποποίηση του νόμου.

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής, αρκεί, κατά το γράμμα της, αλλά και την τελολογία της, η έκδοση μίας απλώς οριστικής δικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, σκοπός της διάταξης του άρθρου 724 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι η αποτελεσματική διασφάλιση των απαιτήσεων του δανειστή, ο οποίος, έπειτα από τη διεξαγωγή της διαγνωστικής δίκης, στην οποία μάλιστα κατοχυρώνεται το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης του οφειλέτη, σε αντίθεση με τη διαταγή πληρωμής (που δεν παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθής κρίσης από την οριστική απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και διέγνωσε την ισχύ της επικαλούμενης χρηματικής αξίωσης του δανειστή), επιτυγχάνει την έκδοση οριστικής απόφασης που επιδικάζει τις απαιτήσεις του (βλ.

και την αιτιολογική έκθεση του ν.4335/2015, υπό στοιχ. VI, αριθμ. 11). Κατά την περίπτωση που η εν λόγω απόφαση δεν έχει κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή και, ως εκ τούτου, ο δανειστής δεν έχει δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι επιβεβλημένη η διασφάλιση της μελλοντικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του (όταν αποκτήσει εκτελεστό τίτλο) με την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης ή της εγγραφής προσημείωσης υποθήκης (ΑΠ 1000/2020, ΑΠ 251/2020).

Περαιτέρω, σε περίπτωση αυτοδύναμης επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης με τίτλο οριστική απόφαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 724 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο που την εξέδωσε, σε περίπτωση δε ασκήσεως ενδίκων μέσων το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση, μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, εκείνου δηλαδή κατά του οποίου εκδόθηκε η οριστική απόφαση, να διατάξει, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, την αναστολή της ενέργειάς της (οριστικής απόφασης) -ολικά ή εν μέρει- ως τίτλου για την αυτοδύναμη επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης και την ανάκλησή της, εφόσον έχει υλοποιηθεί η αυτοδύναμη επιβολή του ως άνω εξασφαλιστικού μέτρου, αν πιθανολογείται η εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ή η ανυπαρξία (ολική ή μερική) της απαίτησης για την οποία έχει εκδοθεί η οριστική απόφαση.

Εξάλλου, με δεδομένο ότι τα ασφαλιστικά μέτρα αποσκοπούν, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 682 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στην εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση μιας κατάστασης για να αντιμετωπισθεί επείγουσα περίπτωση ή για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η κατ' άρθρο 724 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναστολή εκτέλεσης των ασφαλιστικών μέτρων, που στηρίζονται σε οριστική απόφαση (για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου και η ανάκληση αυτών), ή ο περιορισμός τους σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, δικαιολογείται όχι μόνον όταν η ασφαλιζόμενη απαίτηση έχει εξοφληθεί ή είναι ανύπαρκτη, αλλά και όταν δεν πιθανολογείται επικείμενος κίνδυνος ή επείγουσα περίπτωση για την επιβολή τους, εφαρμοζόμενη η ως άνω διάταξη του άρθρου 724 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναλογικά.

Τέλος, εφόσον υφίσταται εκτελεστός τίτλος ικανός να στηρίζει αναγκαστική εκτέλεση (βλ. άρθρα 904, 951 ΚΠολΔ) και να οδηγήσει στην άμεση ικανοποίηση της χρηματικής απαίτησης, τότε η επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης για την εξασφάλιση της ίδιας απαίτησης θα πρέπει, κατ' αρχήν, να αποκλειστεί, ιδίως, μάλιστα, αν πρόκειται για τον ισχυρότερο (λόγω και του δεδικασμένου, βλ.

άρθρ. 321, 933 § 4 ΚΠολΔ) και δικονομικά ωριμότερο εκτελεστό τίτλο, δηλαδή την τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση.

Συνεπώς, αν ο δανειστής επιδιώξει με αίτησή του προς το αρμόδιο δικαστήριο την επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης για απαίτηση εξοπλισμένη με τίτλο εκτελεστό, η αίτηση αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, εκτός αν, κατ' εξαίρεση, δεν είναι εφικτή η άμεση επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας, οπότε υφίσταται ειδικό έννομο συμφέρον λήψης προσωρινής έννομης προστασίας. Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση επιβολής αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης, κατ' άρθρο 724 ΚΠολΔ, χωρίς την παρεμβολή δικαιοδοτικής κρίσης, καθώς πρόκειται για το αυτό ασφαλιστικό μέτρο. Δικαιολογείται, όμως, η επιβολή τέτοιου ασφαλιστικού μέτρου παρά την ύπαρξη εκτελεστού τίτλου στις περιπτώσεις και μόνο εκείνες όπου είναι αδύνατη η άμεση επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης, διότι τότε συντρέχει το απαιτούμενο κατά τα παραπάνω ειδικό έννομο συμφέρον.

Οι αιτούντες με την υπό κρίση αίτησή τους ζητούν, κατ' εκτίμηση, να ανακληθεί η αυτοδυνάμως επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση επί των τραπεζικών τους λογαριασμών. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 697, 702 και 724 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από όλα τα έγγραφα που οι αιτούντες νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται και την εν γένει διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Ο καθ' ου η αίτηση άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, σε βάρος των αιτούντων, την από 2-12-2006 και με αριθμό κατάθεσης 430/100/13-4-2007 αγωγή, με αντικείμενο την επιδίκαση υπολοίπου συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής.

Επ' αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 88/2009 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και, στη συνέχεια, η υπ' αριθ. 76/2013 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων και ήδη καθ' ου η αίτηση άσκησε την από 20-4-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 30/27-4-2016 έφεση.

Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2967/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση έγινε δεκτή τυπικά και κατ` ουσίαν, εξαφανίστηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αφού ερευνήθηκε η υπόθεση κατ` ουσίαν έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι (ήδη αιτούντες) να καταβάλουν κατ' ισομοιρία στον ενάγοντα (ήδη καθ' ου η αίτηση) το συνολικό ποσό των 22.954,93 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.

Κατά της άνω απόφασης που δημοσιεύθηκε στις 31-12-2018 και προ πάσης επιδόσεως οι αιτούντες άσκησαν την ως άνω από 21-2-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο της 14-12-2020. Ο καθ' ου η αίτηση στις 30-9-2019 ζήτησε και έλαβε το με αριθμό 97/2019 πρώτο απόγραφο εκτελεστό της προαναφερόμενης αποφάσεως.

Ακολούθως, στις 22-7-2020, επέδωσε στον δεύτερο των αιτούντων, ακριβές αντίγραφο του ως άνω πρώτου απογράφου εκτελεστού με την παρά πόδας αυτού από 22-7-2020 επιταγή προς εκτέλεση. Την ίδια ημέρα (22-7-2020), ο καθ' ου η αίτηση προκειμένου να εξασφαλισθεί η παραπάνω απαίτησή του σε βάρος των αιτούντων, προέβη, με βάση την προειρημένη τελεσίδικη απόφαση, σε επιβολή αυτοδύναμης συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας τεσσάρων πιστωτικών ιδρυμάτων, ως τρίτων, κάθε είδους χρηματικής απαίτησης που ενδέχεται να έχουν οι παραπάνω οφειλέτες του, κατά καθεμίας εκ των τραπεζών αυτών και από οποιαδήποτε αιτία, έως του ποσού των 29.000 €.

Συγκεκριμένα, με βάση την παραπάνω τελεσίδικη καταψηφιστική απόφαση και δυνάμει του από 13-3-2020 κατασχετηρίου ο καθ' ου η αίτηση επέβαλε συντηρητική κατάσχεση στα χέρια των κατωτέρω τραπεζών, ως τρίτων, και μέχρι του ποσού των 29.000 € και ειδικότερα σε λογαριασμούς καταθέσεων, που τηρούν οι αιτούντες στα πιστωτικά ιδρύματα: 1) "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

Α.Ε.", 2) "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε", 3) "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK - ERGASIAS Α.Ε." και 4) "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.". Τα πιστωτικά ιδρύματα προέβησαν στις οικείες δηλώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, για την πρώτη αιτούσα, δήλωσαν: 1) η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την …/2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί στο κατάστημα Αλίμου (698) λογαριασμό, από τον οποίο δεσμεύτηκε ποσό 29.000 €, 2) η Τράπεζα Πειραιώς, με την … …/2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί λογαριασμό, με υπόλοιπο την 22-7-2020 ποσού 2.171,96 €, εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 723,98 €, 3) η Τράπεζα Eurobank, με την … …/2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί κοινό λογαριασμό, με υπόλοιπο την 22-7-2020 ποσού 412,49 €, εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 206,25 € και 4) η ALPHA BANK, με την … … /2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί κοινό λογαριασμό, με υπόλοιπο 955,35 € εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 371,43 € και έτερο κοινό λογαριασμό, με υπόλοιπο την 22-7-2020 ποσού 19.700,52 USD εκ του οποίου δεσμεύτηκε ισότιμο ποσό 9.850,26 €.

Για το δεύτερο αιτούντα δήλωσαν: 1) η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, με την …/2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί στο κατάστημα Αλίμου (698) λογαριασμό, από τον οποίο δεσμεύτηκε ποσό 29.000 €, 2) η Τράπεζα Πειραιώς, με την … …/2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί λογαριασμό, με υπόλοιπο την 22-7-2020 ποσού 2.171,96 €, εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 723,98 €, 3) η Τράπεζα Eurobank, με την … …./2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί κοινό λογαριασμό, με υπόλοιπο την 22-7-2020 ποσού 412,49 €, εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 206,25 € και 4) η ALPHA BANK, με την … …./2020 δήλωσή της, ότι διατηρεί στο κατάστημα Ηλιούπολης (0135) τον … λογαριασμό, εκ του οποίου δεσμεύτηκε ποσό 29.000 €.

Στη συνέχεια, ο καθ' ου η αίτηση στις 29-7-2020 επέδωσε στην πρώτη αιτούσα την από 22-7-2020 εξώδικη δήλωση περί επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων και στις 30-7-2020 επέδωσε στον δεύτερο αιτούντα το από 13-3-2020 έγγραφο περί επιβολής συντηρητικής κατάσχεσης εις χείρας των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, ο καθ’ ού η αίτηση έχοντας εξασφαλίσει εκτελεστό τίτλο-απόγραφο της τελεσίδικης υπ' αριθ. 2967/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, από 30-9-2019 και έχοντας τη δυνατότητα να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς έννομο συμφέρον προέβη στην επιβολή συντηρητικής κατάσχεσης των λογαριασμών των αιτούντων δεδομένου ότι δεν προέκυψε κάποιο άλλο ειδικό έννομο συμφέρον που κατ' εξαίρεση δικαιολογεί το μέτρο αυτό.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ένδικη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να ανακληθεί η αυτοδυνάμως επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση των άνω τραπεζικών λογαριασμών των αιτούντων, που δεσμεύτηκαν από τον καθ' ου η αίτηση. Διάταξη για δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνεται, αφού δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα από τον τελευταίο (καθ' ου η αίτηση).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-2-2019 αίτηση των Π. χήρας Χ. Χ. και Ν. Χ. του Χ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2967/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) €.

Δέχεται την από 3-8-2020 αίτηση ανάκλησης συντηρητικής κατάσχεσης.

Ανακαλεί την αυτοδυνάμως επιβληθείσα συντηρητική κατάσχεση των

αναφερομένων στο σκεπτικό τραπεζικών λογαριασμών των αιτούντων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ