Legislator Case Law & Legislation
1184/2016 AI generated

1184/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1184/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1184/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1184/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 27 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καραγιάννη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου I. (επώνυμο) A. (όνομα) του S. και Q., ..., που γεννήθηκε στο ..., στις 11.08.1968, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατουμένων Ναυπλίου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου συνηγόρου του Αναστασίου Κοσμά, κατά της υπ’ αριθμ. 23/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

Το Συμβούλιο Εφετών Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Αλβανικές Αρχές. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 1/13.04.2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Ναυπλίου, Βασιλείου Γιολάρη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2016. Προκείμενης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η υπ’ αριθμ. 1 από 13.04.2016 έφεση του εκκαλούντος εκζητουμένου, κατά της υπ’ αριθμ. 23/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 349 και 501 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., όπως το πρώτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3904/2010, προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα - κατηγορούμενο (εκζητούμενο) να ζητήσει την αναβολή της δίκης, όταν δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεσή του, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη σημερινή δικάσιμο (27.5.2016), εμφανίστηκε ο εκζητούμενος - εκκαλών μετά του συνηγόρου του, Αναστασίου Κοσμά, δικηγόρου Αθηνών και ο τελευταίος υπέβαλε αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω σημαντικού αιτίου στο πρόσωπό του, και ειδικότερα λόγω της απόφασης της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, περί αποχής τους από τα καθήκοντά τους.

Είναι γεγονός ότι η αποχή των δικηγόρων συνιστά λόγο ανώτερης βίας για την αναβολή και δεν περιλαμβάνεται στον άνω περιορισμό (άρθρο 349 παρ. 7 Κ.Ποιν.Δ.). Όμως, η άσκηση εκ μέρους του δικηγόρου του δικαιώματος αποχής από τα καθήκοντά του για την προστασία εργασιακών και συναφών συμφερόντων του είναι μικρότερης σημασίας έννομο αγαθό από την απονομή της δικαιοσύνης, άποψη που και οι οικείοι δικηγορικοί σύλλογοι αναγνωρίζουν με το να επιτρέπουν στα μέλη τους να παρίστανται όταν επίκειται κίνδυνος ματαιώσεως της αξιώσεως της Πολιτείας ή όταν ο κατηγορούμενος (εν προκειμένω εκκαλών - εκζητούμενος) είναι κρατούμενος.

Εν όψει των ανωτέρω, το επικαλούμενο από τον συνήγορο του εκκαλούντος - εκζητουμένου αίτημα αναβολής, και με δεδομένο ότι είναι η τελευταία δικάσιμος του παρόντος δικαστικού έτους, κρίνεται ως καταχρηστικό και παρελκυστικό της δίκης και πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 451 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών (με την οποία αυτό γνωμοδοτεί επί αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου), επιτρέπεται σ’ αυτόν για τον οποίο ζητείται η έκδοση και στον Εισαγγελέα, να ασκήσουν έφεση στο Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης.

Για την έφεση συντάσσεται έκθεση από τον γραμματέα εφετών, στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η κρινόμενη έφεση του εκκαλούντος εκζητούμενου Ι. (I.) (επώνυμο) Ά. (A.) (όνομα) του Σ. (S.) και της Κ. (Q.), που γεννήθηκε στις 11.08.1968, στο ..., ..., ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατουμένων Ναυπλίου, κατά της υπ’ αριθμ. 23/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, με την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του, στις Αρχές του κράτους της Αλβανίας, ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως στις 13.04.2016 (η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται δημοσιευθείσα, κατά το σχετικό πρακτικό, στις 13.04.2016), ενώπιον του αρμοδίου γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ.2 και 502 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει, ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης αποφάσεως, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως.

Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του, κατ’ άρθρ. 451 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ., αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου εναντίον της περί εκδόσεως αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών. Κατά το άρθρο 28 παρ.1 εδ. α’ του Συντάγματος, "οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου", κατά δε το άρθρο 436 του Κ.Ποιν.Δ., (παρ.1) αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της εκδόσεως αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (ήτοι των άρθρων 437 - 456 Κ.Ποιν.Δ.), οι οποίες (παρ.2) εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση.

Εξάλλου, η από 13.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.), που υπογράφηκε στο Παρίσι και κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6.5.1961 με το Ν. 4165/1961, καθώς επίσης και από την Αλβανία στις 19.5.1998, με έναρξη ισχύος 17.8.1998, από δε την κύρωση της διέπει πλέον το δίκαιο της εκδόσεως μεταξύ των πιο πάνω κρατών, για όσα ζητήματα δεν καλύπτονται από την, από 17.5.1993 διμερή σύμβαση Ελλάδος και Αλβανίας περί Δικαστικής Αρωγής, η οποία κυρώθηκε με το Ν. 2311/1995 και περιέχει στα αρ. 31 επ.

ορισμένες διατάξεις περί εκδόσεως. Ειδικότερα, στο αρ. 2 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι η έκδοση ενεργείται για πράξεις που τιμωρούνται από τους νόμους, τόσο του κράτους που ζητεί την έκδοση, όσον και του κράτους από το οποίο ζητείται αυτή, με ποινή στερητική της ελευθερίας ή με μέτρο ασφαλείας ανωτάτου ορίου ενός τουλάχιστον έτους ή με αυστηρότερη ποινή, ενώ στην περίπτωση που έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή ή έχει επιβληθεί μέτρο ασφαλείας στο έδαφος του αιτούντος κράτους η απαγγελθείσα κύρωση πρέπει να είναι διαρκείας τεσσάρων μηνών κατ’ ελάχιστον όριο και έξι μηνών τουλάχιστον κατά το αρ. 31 παρ. 2 του άνω Ν. 2311/1995.

Επίσης, κατά το αρ. 34 του Ν. 2311/1995, η αίτηση εκδόσεως πρέπει να αναφέρει το όνομα του εκζητουμένου προσώπου, την κατοικία ή διαμονή του, τη φύση του εγκλήματος και τη ζημιά που προκάλεσε και πρέπει να συνοδεύεται: α) αν η έκδοση ζητείται για την εκτέλεση ποινής από την απόφαση με ισχύ δεδικασμένου, β) από το κείμενο του ποινικού νόμου του αιτούντος μέρους σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, γ) από την εξωτερική περιγραφή του εκζητουμένου προσώπου.

Περαιτέρω, στο αρ. 12 της άνω Ευρωπαϊκής Συμβάσεως, με τον τίτλο "αιτήσεις και δικαιολογητικά στοιχεία", ορίζονται τα ακόλουθα: "Η αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση πρέπει, αν δεν έχει συμφωνηθεί με απευθείας συνεννόηση μεταξύ των μερών άλλο μέσο, να διατυπωθεί εγγράφως και να υποβληθεί δια της διπλωματικής οδού και για την υποστήριξή της να προσαχθούν:

α) το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε εκτελεστής δικαστικής απόφασης είτε εντάλματος σύλληψης ή άλλης πράξης, που έχει την ίδια ισχύ και που έχει εκδοθεί κατά τους τύπους, που καθορίζονται από τη νομοθεσία του αιτούντος κράτους. β) την έκθεση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, του τόπου και χρόνου διάπραξής τους, του κατά νόμο χαρακτηρισμού τους και της παραπομπής στις νομοθετικές διατάξεις, που έχουν εφαρμογή, οι οποίες πρέπει να εμφανίζονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα και γ) αντίγραφο των διατάξεων, που προβλέπουν την πράξη ή εφόσον τούτο δεν καθίσταται εφικτό, δήλωση περί του εφαρμοστέου δικαίου, καθώς και ο κατά το δυνατό ακριβέστερος καθορισμός του προσώπου που καταζητεί και κάθε άλλη πληροφορία, που μπορεί να καθορίσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ταυτότητα και εθνικότητα αυτού".

Από τις διατάξεις αυτές, συμπληρούμενες, σε συνδυασμό και προς το άρ. 2 του κυρώσαντος τη σύμβαση Ν, 4165/1961, δια του οποίου διατυπώνονται ρητά επιφυλάξεις εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του ημεδαπού Κ.Ποιν.Δ., προκύπτει ότι οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου ζητείται ο εκζητούμενος προκειμένου να εκτίσει τη, δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί η απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή όχι όμως και αμετάκλητη, όπως ορίζει το αρ. 443 παρ, 1 του ΚΠΔ, διότι δια του αρ. 2 του Ν, 4165/1961, δεν διατυπώθηκε επιφύλαξη εφαρμογής και της διατάξεως αυτής του άρ. 443 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., όπως διατυπώθηκε σε άλλες διατάξεις αλλά και διότι κατά το άρθρο 436 παρ. 1 οι διατάξεις του Κ.Ποιν.Δ., ρυθμίζουν τα ζητήματα εκδόσεως, όταν ελλείπει σύμβαση, η οποία όμως στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει.

Επίσης, το Συμβούλιο Εφετών, αλλά και ο Άρειος Πάγος σε περίπτωση εφέσεως δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για το βάσιμο της κατηγορίας, διότι μεταξύ των συνοδευόντων την αίτηση εγγράφων, δεν απαιτείται, κατά την άνω διάταξη του αρ. 12 παρ, 2 της συμβάσεως, ή κατ’ άλλη διάταξη η επισύναψη και εγγράφων, από τα οποία να βεβαιώνεται η ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής, αλλά και διότι κατά το αρ. 443 παρ, 1 και 437 του ΚΠΔ, η βεβαίωση υπάρξεως ενδείξεων ενοχής απαιτείται μόνον επί εκδόσεως προς παραπομπή σε δίκη και όχι στην προκείμενη περίπτωση εκδόσεως προς εκτέλεση αποφάσεως (ΑΠ 1554/2013, 167/2012, 244/2009).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 της ίδιας σύμβασης, δεν παρέχεται έκδοση, εφόσον, κατά τη νομοθεσία του αιτούντος μέρους ή του μέρους από το οποίο ζητείται αυτή, έλαβε χώρα παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής που έχει επιβληθεί, κατά δε το άρθρο 438 ΚΠΔ (ακόμη και αν υπάρχει διπλό αξιόποινο) η έκδοση, απαγορεύεται, αν α.

ο εκζητούμενος ήταν κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ημεδαπός, β. αν η δίωξη και τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό ανήκει σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους στα ελληνικά δικαστήρια, γ. αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό, φορολογικό ή του τύπου ή διώκεται μόνο ύστερα από έγκληση αυτού που αδικήθηκε ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ.

αν κατά τους νόμους είτε του ελληνικού κράτους είτε του κράτους που ζητεί την έκδοση είτε του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο και ε. αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση.

Τέλος, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 445 παρ. 5 Κ.Ποιν.Δ., που εφαρμόζεται ελλείψει αντίθετης διάταξης στις ανωτέρω αναφερόμενες Συμβάσεις, που διέπουν την έκδοση, ο προσωρινώς συλληφθείς προς έκδοση αλλοδαπός, δυνάμει εντολής του Εισαγγελέα Εφετών, δικαιούται αν αμφισβητεί την ταυτότητά του, να προσφύγει μέσα σε προθεσμία 24 ωρών από την προσαγωγή του στον Εισαγγελέα Εφετών, στο Συμβούλιο Εφετών, το οποίο αποφασίζει αμετάκλητα, αφού ακούσει τον προσφεύγοντα και το συνήγορό του.

Η διάταξη όμως αυτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα του εκζητουμένου να αμφισβητήσει την ταυτότητά του κατά τη συζήτηση της αιτήσεως εκδόσεώς του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών. Ωστόσο όμως, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως και προς τις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 75, 76 και 77 Κ.Ποιν.Δ., ως αμφισβήτηση της ταυτότητας του προσωρινώς συλληφθέντος - εκζητουμένου νοείται η φυσική ταυτότητα αυτού, χωρίς να ενδιαφέρει αν αυτός μνημονεύεται υπό ψευδές όνομα ή ιδιότητες, είτε γιατί αυτός προσέλαβε διάφορα ονόματα ή ιδιότητες ανύπαρκτες είτε, από άλλους λόγους.

Εν προκειμένω ενδιαφέρει αποκλειστικά η "φυσική" ταυτότητα του εκζητουμένου, ήτοι να μην υπάρχει αμφιβολία ότι ο εκζητούμενος ταυτίζεται φυσικά με τον προσωρινώς συλληφθέντα προς έκδοση, χωρίς να χρειάζεται να βεβαιωθεί το πραγματικό του όνομα, του οποίου σε κάθε περίπτωση είναι επιτρεπτή η διόρθωση του ονοματεπωνύμου (ΑΠ 2366/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα, τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, (από τα οποία τα αλλοδαπά έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση έκδοσης σε νόμιμη μετάφραση), μεταξύ των οποίων (εγγράφων) και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν (μαζί με τις διαλαμβανόμενες σ’ αυτά ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις των Ν.

S. και A. I. ), σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκκαλών - εκζητούμενος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, καθώς και ο συνήγορός του προφορικά, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Mε το υπ’ αριθ. ... από 12.02.2016 απόρρητο έγγραφο - αίτημα της Γενικής Εισαγγελίας Αλβανίας, και τα συνημμένα σ’ αυτό δικαιολογητικά επίσημα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα που περιήλθαν στη Γενική Διεύθυνση Διοίκησης Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 3.3.2016 δια του υπ’ αριθμ. 668/3Prot./S.C από 19.02.2016 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης Αλβανίας, ζητείται η έκδοση και παράδοση στις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Αλβανίας, του I. (επώνυμο) A. (όνομα) του S. και Q., που γεννήθηκε στις 11.08.1968 στο ..., ..., προκειμένου αυτός να εκτίσει ποινή φυλάκισης (κατά τον Αλβανικό ποινικό κώδικα) δεκαοκτώ (18) ετών, που επιβλήθηκε σε βάρος του με την υπ’ αριθ.

αριθμό 127 από 11.11.1998 απόφαση του δικαστηρίου του ... Αλβανίας, που κατέστη τελεσίδικη από τις 24.11.1998, και η εκτέλεσή της διατάχθηκε με την από 26.11.1998 εντολή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Δικαστικής Επαρχίας ... Αλβανίας, για το αδίκημα της "ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως", πράξη που φέρεται ότι τέλεσε στις 30.03.1996 στο ...

και η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις του άρθρου 76 του Ποινικού Κώδικα Αλβανίας. Η πράξη αυτή, ήτοι η ανθρωποκτονία με πρόθεση και κατά τον ελληνικό ποινικό νόμο χαρακτηρίζεται κακούργημα και τιμωρείται με ποινή ισοβίου καθείρξεως (άρθρα 26 παρ. 1, 27 και 299 ΠΚ). Ενόψει του ότι για την πράξη του τιμωρήθηκε με ποινή κάθειρξης δέκα οκτώ (18) ετών, η οποία του επιβλήθηκε για πράξη που χαρακτηρίζεται κακούργημα, κατά το άρθρο 114 Π.Κ., η ποινή αυτή δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή.

Πράγματι προκειμένου το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών να γνωμοδοτήσει υπέρ της εκδόσεως του εκζητουμένου, πρέπει να ερευνήσει και το ενδεχόμενο, εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής της επιβληθείσας ποινής, (αρθρ. 438 περιπτ. δ’ Κ.Ποιν.Δ.), είτε κατά το δίκαιο του εκζητούντος κράτους, είτε κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα (ΑΠ 638/2001 ΝοΒ 49.1657).

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 114 περίπτωση α’ και 115 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, "η ποινή της πρόσκαιρης καθείρξεως παραγράφεται μετά είκοσι έτη από την ημέρα που η καταδικαστική απόφαση έγινε αμετάκλητη", ενώ κατά το άρθρο 68 περιπτ. α’ του Αλβανικού Ποινικού Κώδικα, "η καταδικαστική απόφαση δεν εκτελείται όταν από την ημέρα που κατέστη τελεσίδικη έχουν παρέλθει είκοσι έτη για την απόφαση που περιέχει ποινή φυλάκισης από 15 μέχρι 25 έτη".

Όπως προεκτέθηκε, ο εκζητούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα οκτώ (18) ετών με την υπ’ αριθ. 127/11.11.1998 απόφαση του Πρωτοδικείου της Δικαστικής Επαρχίας ... Αλβανίας, για ανθρωποκτονία από πρόθεση. Η ποινή αυτή κατά το Ελληνικό ποινικό δίκαιο είναι πρόσκαιρη κάθειρξη. Η εν λόγω καταδικαστική απόφαση κατέστη τελεσίδικη στις 24.11.1998 και εκτελεστή, δυνάμει της από 26.11.1998 Εντολής της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Δικαστικής Επαρχίας ...

Αλβανίας. Επομένως η επιβληθείσα ποινή δεν έχει παραγραφεί, τόσο κατά το Αλβανικό όσο και κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη σε επίσημη μετάφραση ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου του ... Αλβανίας, ο εκεί κατηγορούμενος και νυν εκκαλών - εκζητούμενος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Νίκο Κόστα.

Σημειώνεται ότι το Συμβούλιο Εφετών αλλά και ο Άρειος Πάγος σε περίπτωση εφέσεως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν μπορεί να προβεί σε έρευνα για το νομότυπο ή μη της κλητεύσεως του εκζητουμένου ενώπιον του εκδόσαντος την καταδικαστική απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου και να καταλήξει σε κρίση αντίθετη εκείνης της εκτελεστής αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου, προς εκτέλεση της οποίας ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου.

Επίσης, από τα προσκομιζόμενα σε επίσημη μετάφραση έγγραφα των Αλβανικών αρχών προκύπτει ότι η υπ’ αριθ. 127/11.11.1998 απόφαση του Πρωτοδικείου Δικαστικής Επαρχίας ... Αλβανίας κατέστη τελεσίδικη στις 24.11.1998 και ότι η εκτέλεσή της διατάχθηκε με την από 26.11.1998 Εντολή της Εισαγγελίας της Δικαστικής Επαρχίας ...

Αλβανίας. Επίσης, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως σε συνδυασμό και προς το άρθρο 2 του κυρώσαντος τη Σύμβαση ν. 4165/1961, οσάκις έλαβε χώρα καταδίκη σε ποινή στο έδαφος του αιτούντος κράτους και ως εκ τούτου ζητείται ο εκζητούμενος προκειμένου να εκτίσει την δια της καταδικαστικής αποφάσεως επιβληθείσα ποινή, αρκεί n απόφαση αυτή να είναι εκτελεστή, όχι όμως και αμετάκλητη (ΑΠ 244/2009).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που ζητείται η έκδοση για την εκτέλεση της ποινής, n οποία επιβλήθηκε στον εκζητούμενο με καταδικαστική απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, το Συμβούλιο Εφετών δεν ερευνά την ύπαρξη ενδείξεων για τη βασιμότητα των κατηγοριών. Και τούτο διότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., όταν η έκδοση ζητείται στο πλαίσιο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, στο άρθρο 12 παρ. 2 της οποίας προσδιορίζονται σαφώς τα στοιχεία που υποβάλει το αιτούν την έκδοση μέρος, σ’ αυτά δε δεν περιλαμβάνονται και τα αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτουν οι ενδείξεις ενοχής του εκζητουμένου, (ΑΠ 2330/2002), ενώ δεν συγχωρείται στο Συμβούλιο Εφετών που επιλαμβάνεται της αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού να προβεί στην έρευνα αν υπάρχουν ή όχι στοιχεία του εκζητουμένου (ΑΠ 2330/2002 ο.π.) Από τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου δεν πιθανολογήθηκε ότι ο εκζητούμενος θα καταδιωχθεί από τις αρχές του εκζητούντος κράτους για πράξεις διαφορετικές από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοσή του.

Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι n έκδοση ζητείται για πολιτικούς λόγους, αλλά αντιθέτως συνάγεται σκοπός ποινικού κολασμού του εκζητουμένου για την προαναφερόμενη πράξη του κοινού ποινικού δικαίου (ΑΠ 1209/2000). Κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης εφέσεώς του, με τον οποίο ο εκκαλών μέμφεται την εκκαλούμενη απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου, το οποίο γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στις Αλβανικές δικαστικές αρχές για την αναφερόμενη στην απόφαση αξιόποινη πράξη, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη της ότι η υπόθεση έχει παραγραφεί, καθώς και ότι σ’ αυτόν (εκζητούμενο) δεν δόθηκε η δυνατότητα νόμιμης παράστασης στο δικαστήριο της Αλβανίας, η δυνατότητα εφέσεως, όπως και ότι ουδέποτε κλήθηκε ενώπιον του ανακριτή και ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και απορριπτέος.- Περαιτέρω από τα ίδια προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία και ειδικότερα από την απόφαση με αριθμό 127/11.11.1998 του δικαστηρίου του ...

Αλβανίας, που κατέστη τελεσίδικη από τις 24.11.1998 και επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης δεκαοκτώ (18) ετών για ανθρωποκτονία από πρόθεση, σε βάρος του I. (έπων.) A. (ον.) του S. και Q. που γεννήθηκε στις 11.8.1968 στο ..., Αλβανού υπηκόου, προσκομισθείσα σε επίσημο μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα αντίγραφο, προκύπτει η ακριβής περιγραφή της αξιόποινης πράξεως, για την οποία εκζητείται ο ανωτέρω αλλοδαπός υπήκοος, δηλαδή της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, που φέρεται ότι έχει τελεσθεί στο έδαφος της Αλβανικής Επικράτειας, καθώς επίσης γίνεται ακριβής προσδιορισμός του τόπου, του χρόνου και των λοιπών περιστάσεων τελέσεως της αξιόποινης πράξεως και των ποινικών διατάξεων που καταλαμβάνουν την ανωτέρω πράξη.

Στα ως άνω έγγραφα των Αλβανικών Δικαστικών Αρχών γίνεται ακριβής, κατά το δυνατό, περιγραφή όλων των στοιχείων του εκζητουμένου που καθορίζουν τη φυσική του ταυτότητα και την εθνικότητά του. Ο εκκαλών αμφισβητεί την φυσική του ταυτότητα σε σχέση με τον εκζητούμενο από το Αλβανικό Κράτος, πλην όμως από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδία από τα αμέσως κατωτέρω μνημονευόμενα συνάγεται ότι αυτός (εκκαλών) είναι το αυτό πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές.

Ειδικότερα α) Στο τμήμα της INTERPOL της Αλβανίας με το υπ’ αριθ. DKJ 1360/7.12.2006 σήμα Διεθνών Αναζητήσεων, ανακοινώνοντας προς το αντίστοιχο Ελληνικό Τμήμα της INTERPOL, ότι αναζητείται ο I. (επων.) A. (ον.) του S. και Q. που γεννήθηκε στις 11.8.1968 στο ..., επειδή έχει καταδικασθεί με την ως άνω οριστική και εκτελεστή απόφαση του Αλβανικού Δικαστηρίου για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση, αναφερόταν η πληροφορία ότι ο εκζητούμενος πιθανόν να διαμένει στη Κόρινθο ή στο Κιάτο Κορινθίας, γεγονός που επιβεβαιώθηκε, καθόσον ο παρών εκκαλών διέμενε προ της συλλήψεώς του στο Πάσιο Κορινθίας.

β) Σύμφωνα με τις αποσταλείσες πρόσφατες πληροφορίες της Ιντερπόλ Αλβανίας και προς υποβοήθηση των ερευνών των Ελληνικών Αρχών, ο εκζητούμενος φέρετο παντρεμένος με την υπήκοο Αλβανίας, I. A., κάτοχο του διαβατηρίου Αλβανίας υπ’ αριθ. ... και άδειας διαμονής Ελληνικών Αρχών, και τα ονόματα των υιών τους φέροντο να είναι:

I. A., κάτοχος του διαβατηρίου Αλβανίας υπ’ αριθ. ... και άδειας διαμονής Ελληνικών Αρχών και I. S., κάτοχος του διαβατηρίου Αλβανίας υπ’ αριθ. ... και άδειας διαμονής Ελληνικών Αρχών. Επίσης, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες των Αλβανικών αρχών, από σχετικές εφαρμογές του "POL" προκύπτουν καταχωρήσεις ατόμων :

α) ως προς τις άδειες παραμονής της συζύγου και των υιών με παρόμοια στοιχεία ταυτότητας εκδοθείσες από την Περιφέρεια Πελοποννήσου Υ.Α.Μ. νομού Κορινθίας, β) στην εφαρμογή "Οχήματα", με παρόμοια στοιχεία ιδιοκτητών οχημάτων, στο Πάσιο Κορινθίας, γεγονότα που επίσης επιβεβαιώθηκαν, καθόσον ο παρών εκκαλών πράγματι είναι παντρεμένος με την ως άνω I.

A., και έχει δύο τέκνα με τα παραπάνω στοιχεία.

γ) Ο εντοπισμός και η αναγνώριση του ήδη εκζητουμένου έγινε από τις Ελληνικές Αστυνομικές Αρχές με βάση τις παραπάνω πληροφορίες που τους δόθησαν μέσω της INTERPOL. Και ενώ ο παρών εκκαλών προσαχθείς στο Α.Τ. Κιάτου Κορινθίας, δήλωσε κατ’ αρχάς ότι ονομάζεται S. (επ.) F. (όν.) του R. και S., γεννημένος στις 17.1.1968 στην Αλβανία, φέρων το υπ’ αριθ. ...24.06.2004 διαβατήριο των Αλβανικών αρχών και την υπ’ αριθ. ...

από 19.04.2012 βεβαίωση Κατάθεσης Αίτησης για Έκδοση Αδείας Διαμονής του Δήμου Σικυωνίων, στη συνέχεια παραδέχτηκε ότι τα πραγματικά του στοιχεία είναι I. (επ) A. (όν) του S. και Q., γεννημένος στις 11.08.1968, στο ... Αλβανίας, δηλαδή ότι είναι το άτομο, για τον οποίο εξεδόθη το σήμα Διεθνών Αναζητήσεων, με σκοπό να συλληφθεί και να εκδοθεί στην Αλβανία, προκειμένου να εκτίσει την παραπάνω ποινή για την πράξη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση.

Μάλιστα στην από 1.2.2016 προανακριτική απολογία του ενώπιον των ως άνω προανακριτικών υπαλλήλων, την οποία ακολούθως υπέγραψε, ανέφερε επί λέξει τα ακόλουθα : "Έχω στην Ελλάδα από το έτος 1995. Γνωρίζω αρκετά καλά την Ελληνική γλώσσα. Το υπ’ αριθ. ... Διαβατήριο των Αλβανικών Αρχών εκδοθέν στις 24.6.2004 και λήγον την 23.6.2014 με στοιχεία S. F.

είναι πλαστό. Το έβγαλα στην Αλβανία με την βοήθεια κάποιων συμπατριωτών μου παράνομα. Το έτος 1996 στην Αλβανία είχα κάνει ένα έγκλημα σκότωσα τον συμπατριώτη μου S. S. Εγώ τότε έφυγα από την Αλβανία εγκαταστάθηκα στην Ελλάδα και άλλαξα τα στοιχεία μου, προκειμένου να μην εντοπισθώ από τις διωκτικές αρχές, καθώς και από τους συγγενείς του νεκρού.

Με το πλαστό διαβατήριο και κατά συνέπεια ψευδή στοιχεία έβγαλα άδεια ικανότητος οδήγησης και κατέθεσα έγγραφα στην περιφέρεια για έκδοση άδειας διαμονής. Είμαι παντρεμένος και έχω δύο ενήλικα τέκνα, τα οποία μένουν μαζί μου στο Πάσιο Κορινθίας. Ζητώ συγνώμη για όλα αυτά που έχω κάνει. Δεν θέλω να πάω στην Αλβανία να δικαστώ γιατί φοβάμαι για την ζωή μου και την οικογένειά μου".

Περαν των ανωτέρω, η εν λόγω αστυνομική αρχή, από την Δ/νση Διεθνούς Αστυνομικής Συνεργασίας/Τμήμα ΙΝΤΕΡΠΟΛ και κατόπιν σχετικής αλληλογραφίας αυτής με τις Αρχές της Αλβανίας, ενημερώθηκε ότι το εν λόγω διαβατήριο είναι πλαστό, καθότι εκδόθηκε από τις Αλβανικές αρχές στις 29.10.2002 σε άτομο Αλβανικής υπηκοότητος - (γυναίκα) υπό στοιχεία (επ) C. (ον) E. του B.

γεν. 15.05.1981 στην Αλβανία και έχει δηλωθεί απώλεια αυτού. δ) Φωτογραφίες του νυν εκκαλούντος απεστάλησαν στις αρμόδιες Αλβανικές αρχές, προκειμένου να πιστοποιηθεί εάν το απεικονιζόμενο σ’ αυτές πρόσωπο του συλληφθέντος ταυτίζεται με το πρόσωπο του αναζητούμενου καταδικασθέντος Ι. A.. Με νεώτερο από 2.2.2016 έγγραφό της η INTERPOL Αλβανίας γνωστοποίησε στις αντίστοιχες Ελληνικές αρχές ότι, "όπως ενημερώθηκε από τις τοπικές Αστυνομικές Αρχές του γειτονικού κράτους, το πρόσωπο που απεικονίζεται στις φωτογραφίες που απεστάλησαν με στοιχεία S. F.

του R. και S., γεν. 17.01.1968 στην Αλβανία, κάτοχος του υπ’ αριθμ. ... αλβανικού διαβατηρίου, είναι ο εκζητούμένος, I. A. του S. και Q., γεν. στις 11.08.1968 στην Αλβανία ..., κάτοικος ομοίως. Το πρόσωπο που εικονίζεται στη φωτογραφία του διαβατηρίου (που βρέθηκε στην κατοχή του όταν συνελήφθη) είναι ο εκζητούμενος.(Ότι) την 27.05.2003 άλλαξε το όνομα του από A.

σε A.. Επίσης επανέλαβε ότι το ως άνω Αλβανικό διαβατήριο με αριθμό ..., που βρέθηκε στην κατοχή του νυν εκκαλούντος, έχει εκδοθεί στις 29.10.2002 σε Αλβανή υπήκοο υπό στοιχεία C. (επ) E. (όν) του B. γεννηθείσα στις 15.5.1981 και έχει δηλωθεί ως απωλεσθέν." Συνεπώς δεν συντρέχει κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου λόγος να αναβληθεί η συζήτηση της εν λόγω εφέσεως προκειμένου να ζητηθούν από τις Αλβανικές Αρχές περισσότερα στοιχεία σχετικά με την ταυτότητα του εκκαλούντος-εκζητουμένου και μάλιστα δακτυλικά αποτυπώματα αυτού, ενόψει του ότι δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχουν τέτοια στις Αλβανικές Αρχές και το Δικαστήριο τούτο κρίνει επαρκή τα υπάρχοντα στοιχεία, σχετικά με την ταυτότητα αυτού και πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του τελευταίου αναβολής της συζητήσεως της εφέσεώς του ως και ο πρώτος λόγος αυτής, με τον οποίο αμφισβητείται η φυσική ταυτότητά του εν σχέσει με τον εκζητούμενο από τις Αλβανικές Αρχές, ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, ορθώς το Συμβούλιο Εφετών γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσία. Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει αίτημα αναβολής.

Απορρίπτει την 1/13.04.2016 έφεση του I. (επώνυμο) A. (όνομα) του S. και Q., ..., που γεννήθηκε στο ..., στις 11.08.1968, ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κρατουμένων Ναυπλίου κατά της απόφασης 23/2016 του Συμβουλίου Εφετών Ναυπλίου.

Και

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2016 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ