Legislator Case Law & Legislation
1184/2015 AI generated

1184/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1184/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1184/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-12-2004 αγωγή, στην οποία εξέθετε ότι με την από 30-12-1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του επιτετραμμένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, προσλήφθηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Λονδίνο, όπου και υπηρετεί έκτοτε.

Keywords

AI generated
costs under foreigners act betterment levy special advantage special provisions for Luxembourg refund of contributions to foreigners approximation of laws prohibition on accepting foreign pensions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1184/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 26η Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Βασιλείας Πελέκου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ε. Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Διονυσίου Πρωτοπαπά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2451/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1405/2008 απόφαση του Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας και την παραπομπή της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, διέταξαν, κατόπιν αιτήσεων των διαδίκων, οι 80/2011 και 258/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου.

Εκδόθηκε η 893/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3965/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου. Την αναίρεση αυτής ζητεί ήδη το αναιρεσείον με την από 12-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δήμητρα Κοκοτίνη, ανέγνωσε την από 12-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Επειδή, με την κρινόμενη, από 12-10-2014, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 893/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 3965/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή εκτίμηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων (ΚΠολΔ 561 παρ.2):

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-12-2004 αγωγή, στην οποία εξέθετε ότι με την από 30-12-1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του επιτετραμμένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, προσλήφθηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας της Πρεσβείας της Ελλάδας στο Λονδίνο, όπου και υπηρετεί έκτοτε.

Ότι με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ότι θα λαμβάνει μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού γραμματέα Ε’ τάξης, καθώς και το παρεχόμενο στους υπαλλήλους του βαθμού αυτού επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής. Ότι η ως άνω σύμβαση εργασίας καταρτίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 68 του τότε ισχύοντος Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 419/1976), με την παρ.4 του οποίου οριζόταν ότι οι ιδιαίτερες γραμματείς εξελίσσονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 102 παρ.2β του νόμου αυτού.

Ότι με το ν. 2594/1998 αντικαταστάθηκε ο προηγούμενος Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών και ορίστηκε ότι οι υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.

Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να της καταβάλει ως μισθό τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Δ’ τάξης από 1-1-1999 και τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Γ’ τάξης από 1-1-2003 και, επί πλέον, το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (στο εξής: ΕΥΑ), που καταβάλλεται στους υπαλλήλους του κλάδου διοικητικών γραμματέων που υπηρετούν στη χώρα (Μ.

Βρετανία) και υπολογίζεται σε ποσοστό επί του ΕΥΕ που χορηγείται εκάστοτε στον πρέσβη της Ελλάδας στη Μ. Βρετανία, με την έκδοση των σχετικών κοινών υπουργικών αποφάσεων, προσαυξημένο με το επίδομα των δύο ανηλίκων τέκνων της και το επίδομα στεγάσεως. Ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη στην αναπροσαρμογή των αποδοχών της και παρέλειψε την έκδοση των σχετικών διαπιστωτικών πράξεων μισθολογικής προαγωγής κάθε φορά που αύτη συμπλήρωνε τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό.

Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να της καταβάλει τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Δ’ τάξης από 1-1-1999 και τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Γ’ τάξης από 1-1-2003 και β) να καταδικασθεί το εναγόμενο να της καταβάλει διαφορές αποδοχών και συγκεκριμένα:

βα) τις μη καταβληθείσες αυξήσεις του καταβαλλόμενου σ’ αυτή ΕΥΑ από 1-1-1999 έως 31-12-2004, ββ) τη μη καταβληθείσα προσαύξηση του ΕΥΑ για κάλυψη στεγαστικών αναγκών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004 και βγ) τη μη καταβληθείσα προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-10-1999 έως 31-12-2004.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2451/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή κρίθηκε νόμιμη, εκτός από το ως άνω υπό στοιχείο (ββ) κονδύλιο, έγινε εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία κατά τα λοιπά και, συγκεκριμένα, αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται τις αποδοχές του διοικητικού γραμματέα Δ’ τάξης από 1-1-1999 και του διοικητικού γραμματέα Γ’ τάξης από 1-1-2003 και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή χρηματικά ποσά ως μη καταβληθείσες αυξήσεις του καταβαλλόμενου σ’ αυτή ΕΥΑ για το διάστημα από 1-1-1999 έως και 31-12-2004, λόγω των ως άνω προαγωγών της και ως προσαύξηση του ΕΥΑ με το επίδομα τέκνων για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα.

Κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η ενάγουσα άσκησε την από 17-1-2007 έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο, με το οποίο κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή της. Κατά της ίδιας απόφασης και το εναγόμενο άσκησε την από 15-2-2007 έφεση, με την οποία ζήτησε να εξαφανισθεί αυτή ως προς τα κεφάλαια, με τα οποία έγινε κατ’ ουσία δεκτή η αγωγή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και κατά το μέρος που απορρίφθηκε η ένσταση παραγραφής, την οποία αυτό είχε προτείνει.

Οι ανωτέρω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την 1405/2008 απόφασή του, τις έκανε τυπικά και κατ’ ουσία δεκτές, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τα κονδύλια για προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω στέγης και λόγω τέκνων, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα από 1-1-1999 τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Δ’ τάξης και από 1-1-2003 τις αποδοχές διοικητικού γραμματέα Γ’ τάξης και τις διαφορές μεταξύ του καταβληθέντος και του κατά νόμο καταβλητέου ΕΥΑ για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2004 και, τέλος, απέρριψε την ένσταση παραγραφής του εναγομένου για προσαύξηση του ΕΥΑ για δαπάνες οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, κατά παραδοχή της αντένστασης περί διακοπής αυτής, την οποία είχε προβάλλει η ενάγουσα.

Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν δύο αιτήσεις αναίρεσης και συγκεκριμένα: α) η από 6-7-2009 αίτηση της ενάγουσας, με την οποία αυτή ζητούσε την αναίρεση της εφετειακής απόφασης ως προς το μέρος που είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της και β) η από 7-7-2009 αίτηση του εναγομένου, με την οποία αυτό ζητούσε την αναίρεση ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του ΕΥΑ για οικογενειακά βάρη και δαπάνες στεγάσεως και ως προς το κεφάλαιο περί παραδοχής της αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, λόγω παράβασης των αναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επί των εν λόγω αιτήσεων αναιρέσεως εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 80/2011 και 258/ 2011αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά τα μέρη που αναφέρονται σ’ αυτές και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Ειδικότερα, με την πρώτη από τις ως άνω αποφάσεις κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς το κεφάλαιο των διαφορών αποδοχών λόγω μισθολογικής προαγωγής στους επόμενους βαθμούς και των αντιστοίχων προς αυτές προσαυξήσεων του ΕΥΑ, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναίρεσης της ενάγουσας, ενώ με τη δεύτερη απόφαση κρίθηκε ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή από το Εφετείο ως νόμιμη η αγωγή ως προς το κεφάλαιο της προσαυξήσεως του ΕΥΑ για την αντιμετώπιση δαπανών στεγάσεως, καθώς και κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας για προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002.

Στη συνέχεια, η ενάγουσα με κλήση της επανέφερε την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ως δικαστηρίου της παραπομπής, στο οποίο συνεκδικάσθηκαν οι προαναφερόμενες εφέσεις με τον πρόσθετο λόγο έφεσης, που άσκησε με τις από 29-12-2013 προτάσεις του το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επί των υποθέσεων αυτών, που συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 893/2014 απόφαση, η οποία διορθώθηκε με την 3965/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε, εκτός των άλλων, ότι η ενάγουσα έπρεπε να εξελιχθεί μισθολογικά από 1-1-1999 σε διοικητικό γραμματέα Δ’ τάξης, εφ’ όσον είχε συμπληρώσει τετραετία στον κατεχόμενο βαθμό και από 1-1-2003 σε διοικητικό γραμματέα Γ’ τάξης, εφ’ όσον είχε συμπληρώσει και πάλι τετραετία στον κατεχόμενο βαθμό και ότι δικαιούται τις ανάλογες αναπροσαρμογές του ΕΥΑ, όπως αυτό χορηγήθηκε στους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών για το ένδικο χρονικό διάστημα, τις οποίες και επιδίκασε, απορρίπτοντας στη συνέχεια ως ουσιαστικά αβάσιμους τους τρεις πρώτους λόγους της εφέσεως του εναγομένου.

Έκρινε, επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν αναιρέθηκε η 1405/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κονδύλιο της προσαυξήσεως του ΕΥΑ λόγω οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 12-1-2003 έως 31-12-2004, οπότε, ως προς αυτό, έχει παραχθεί δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την εκ νέου έρευνα του δικαιώματος αυτού της ενάγουσας και, κατόπιν της παραδοχής αυτής, δεν ερεύνησε τους σχετικούς λόγους έφεσης του εναγομένου (τέταρτο και πέμπτο), καθώς και τον πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο το τελευταίο ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω τέκνων, το οποίο κρίθηκε νόμιμο από τα δικαστήρια της ουσίας, πρέπει να υπολογισθεί όχι σε ποσοστό επί του ΕΥΑ του έλληνα πρέσβη στον τόπο της υπηρεσίας της, αλλά επί του μέρους (ποσοστού) εκείνου, το οποίο η ίδια δικαιούται.

2.Επειδή, με την παρ.1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών", που ίσχυε μέχρι την 23-3-1998 (άρθρο 150 παρ.1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, που κυρώθηκε με το ν. 25941998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ’ όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων".

Περαιτέρω, με την παρ.10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (στο εξής: ΕΥΑ) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν.

Με την παρ.11 του ίδιου άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια Πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό.

Το εν λόγω επίδομα δικαιούνται κατά τα άρθρα 68 παρ.4 και 69 παρ.1 του άνω ν. 419/1976 και οι ιδιαίτεροι γραμματείς, που προσλαμβάνονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, με το άρθρο 129 παρ.2 και 5 του νέου Οργανισμού ορίσθηκαν τα της προσλήψεως και της υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.

Με την ως άνω παρ.2 ορίζεται ότι στις προβλεπόμενες γι’ αυτούς θέσεις προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, με σύμβαση που καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής αυτής, κατόπιν κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της Αρχής, για την εξυπηρέτηση της οποίας διενεργείται, αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας.

Με την παρ.5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού (24-3-1998) υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διατηρούν το εργασιακό καθεστώς τους μέχρι την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λήξη του και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ειδικά δε για όσους απ’ αυτούς ελάμβαναν το ΕΥΑ, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής στην οποία υπηρετεί.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι οι κατά την έναρξη ισχύος του νέου Οργανισμού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών ιδιαίτεροι γραμματείς, που λαμβάνουν το ΕΥΑ, εξακολουθούν να λαμβάνουν το επίδομα αυτό, όπως και υπό την ισχύ του προηγούμενου Οργανισμού.

Η αναπροσαρμογή δε του ΕΥΑ των υπηρετούντων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ακολουθεί την αναπροσαρμογή του ΕΥΑ των υπηρετούντων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου υπαλλήλων, η οποία γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, που εκδίδεται υπό τις προϋποθέσεις και μετά γνώμη της επιτροπής που ορίζεται στην παρ.6 του άρθρου 135 του νέου Οργανισμού, εφ’ όσον η αναπροσαρμογή του επιδόματος αυτού γίνεται με κριτήρια που δεν προβλέπονται στους εξουσιοδοτικούς νόμους (άρθρα 131 παρ.11 του ν. 419/1976 και 135 παρ.5 του ν. 2594/1998), όπως είναι η διάκριση σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου, και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, οι εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 131 παρ.11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 παρ.5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις (στο εξής: ΚΥΑ), οι οποίες καθορίζουν ή αυξάνουν το ΕΥΑ και στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση (των συνδεομένων με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και των υπηρετούντων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου), για να αυξήσουν το επίδομα αυτό μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρο 43 παρ.2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες (ΑΠ 80/2011, 977/2011).

Περαιτέρω, με το άρθρο 106 του νέου Οργανισμού ορίσθηκε ότι για την προαγωγή υπαλλήλου του κλάδου διοικητικών γραμματέων από τον Ε’ βαθμό στο Δ’ βαθμό απαιτούνται τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας, από το Δ’ στο Γ’ βαθμό απαιτούνται τέσσερα (4) έτη υπηρεσίας και από το Γ’ στο Β’ βαθμό απαιτούνται πέντε (5) έτη υπηρεσίας.

Εξ άλλου, με τις παρ. Ε’ και ΣΤ’ της ΚΥΑ Φ.083-58/1988 των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β’ ), που κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών, το ΕΥΑ αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984.

Το ΕΥΑ του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφ’ όσον συντρέχουν γι’ αυτό ειδικοί λόγοι. Ακολούθως, με την 2001800/185/ 0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 730) τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ’ της ΚΥΑ Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρι 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών.

Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16%, αντίστοιχα, από 1-1-2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ ( ΦΕΚ Β 390). Εξ άλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 παρ.1, 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, ως αποδοχές των υπαλλήλων του ΥΠΕΞ, τόσο της Κεντρικής Υπηρεσίας όσο και των Αρχών του Εξωτερικού, νοούνται ο βασικός μισθός και όλα τα, κατά τις κείμενες διατάξεις, χορηγούμενα επιδόματα και προσαυξήσεις.

Προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα, παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού κάθε υπαλλήλου. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση.

Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του ΥΠΕΞ με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επ’ αυτού, το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό (ΑΠ 258/2011, 977/2011).

3.Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ.1 εδ. β’ ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 581 παρ.1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 580 παρ.4 ΚΠολΔ, οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Οι παραπάνω αποφάσεις είναι δεσμευτικές και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ’ αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, αλλά η δέσμευση αυτή περιορίζεται μόνο στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με την παραδοχή ή απόρριψη λόγων αναιρέσεως, τα οποία μπορεί να ανάγονται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο.

Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά το κεφάλαιο (αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας), στο οποίο αφορά ο λόγος αναιρέσεως που έγινε δεκτός, καθώς και εκείνα που συνέχονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως, το οποίο λαμβάνεται υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εκτός από τα κεφάλαια που συνδέονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται.

Με την αναίρεση της αποφάσεως, κατά το μέτρο της παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των περισσότερων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κλπ.) Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση εφετείου, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί εκ νέου από το εφετείο.

Το τελευταίο, ως δικαστήριο της παραπομπής ή ο Άρειος Πάγος, όταν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για δεύτερη φορά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της παραγράφου αυτής από το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, 581 παρ.2 και 3 και 579 παρ.1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς τα κεφάλαια, στα οποία αναφέρεται η παράβαση για την οποία η αναίρεση και δεν μπορεί να εξετάσει λόγους έφεσης που αναφέρονται στα λοιπά κεφάλαια, ως προς τα οποία δεν αναιρέθηκε η απόφαση (ΑΠ 363/2013, 161/2013, 738/2012).

Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο κρίνεται κατά τα άρθρα 321 έως 334 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ’ όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί, για να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απόσβησαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Εξ άλλου, αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ από τον Άρειο Πάγο επισκοπείται και η απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και με βάση την οποία ελέγχεται η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 7/2013).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται: α) η αποδιδόμενη παράβαση, β) το περιεχόμενο της αποφάσεως, από την οποία έχει δημιουργηθεί ή όχι δεδικασμένο, γ) αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου, δ) ποιος ήταν ο ισχυρισμός, για τον οποίο έγινε επίκληση του δεδικασμένου, ε) για ποια αιτία δεν υπάρχει δεδικασμένο, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων το αμφισβητεί και στ) ο τρόπος με τον οποίο παραβιάστηκε ή όχι το δεδικασμένο.

4. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφ’ όσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ’ αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, 32/1996, ΑΠ 121/2014).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση με τις 80/2011 και 258/2011 αναιρετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, κατά τα προαναφερθέντα αγωγικά κονδύλια (βλ. παραπάνω, αρ.1), με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα : Ότι η ενάγουσα, με την από 30-12-1994 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και του επιτετραμμένου της Ελλάδας στο Λονδίνο, προσελήφθη ως ιδιαιτέρα γραμματέας της Ελληνικής Πρεσβείας στο Λονδίνο.

Ότι, με τη σύμβαση αυτή ορίσθηκε ότι θα λαμβάνει ως μισθό το μισθό του διοικητικού γραμματέα Ε’ τάξης, καθώς και το εκάστοτε καταβαλλόμενο στους υπαλλήλους αυτούς ΕΥΑ. Ότι η ενάγουσα έχει αποκτήσει σε νόμιμο γάμο δύο (2) τέκνα, που γεννήθηκαν στις 24-9-1999 και 21-6-2001, αντίστοιχα. Ότι η ενάγουσα έπρεπε να εξελιχθεί μισθολογικά από 1-1-1999 σε διοικητικό γραμματέα Δ’ τάξης, αφού συμπλήρωσε τετραετία στον Ε’ βαθμό (δυνάμει του άρθρου 106 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ) και από 1-1-2003 σε διοικητικό γραμματέα Γ’ τάξης (δυνάμει του ίδιου άρθρου), εφόσον συμπλήρωσε τετραετία στον προηγούμενο βαθμό.

Ότι στις αποδοχές αυτές συμπεριλαμβάνεται και το ΕΥΑ, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά το ένδικο διάστημα για τους διοικητικούς γραμματείς Γ’ τάξης, το οποίο χορηγήθηκε στους μόνιμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, οι δε ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/2001 και 2/62751/0022/2004, με τις οποίες αυξήθηκε το ΕΥΑ του Πρέσβη, λόγω της ιδιότητας αυτού ως μονίμου δημοσίου υπαλλήλου, χωρίς αντίστοιχη αύξηση του ιδίου επιδόματος και στους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους, όπως η ενάγουσα, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου και είναι ανίσχυρες ως προς αυτό.

Ότι, συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται τα αιτούμενα με την αγωγή της ποσά, όσον αφορά το κονδύλιο των διαφορών αποδοχών λόγω μισθολογικών προαγωγών και το κονδύλιο της προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2004, ανερχόμενο στα εξής ποσά: α) στο ποσό των 9.000 λιρών Αγγλίας για το διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2003 (ήτοι 5.000 Χ 60% Χ 12 μήνες= 36.000 λίρες, μείον το ποσό των 27.000 λιρών Αγγλίας που της καταβλήθηκε= 9.000 λίρες) και β) στο ποσό των 10.800 λιρών Αγγλίας από 1-1-2004 έως 31-12-2004 (ήτοι 5.250 Χ 50% Χ 12 μήνες= 37.800, μείον το ποσό των 27.000 λιρών, που της καταβλήθηκε= 10.800 λίρες) και συνολικά για το πιο πάνω διάστημα 19.800 λίρες Αγγλίας.

Μετά τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμους τους τρεις πρώτους λόγους έφεσης του εναγομένου. Δέχθηκε, στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, όσον αφορά τις διαφορές από τις προσαυξήσεις του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω τέκνων, εν όψει του ότι δεν αναιρέθηκε η 1405/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτό για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-12-2004, υπάρχει δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την εκ νέου έρευνα της διαφοράς ως προς αυτό και έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα των τέταρτου και πέμπτου λόγων της εφέσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και του πρόσθετου λόγου έφεσης, που αφορούσαν το κεφάλαιο αυτό μόνο για τα έτη 2003 και 2004, δεδομένου του ότι για το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι απαιτήσεις της ενάγουσας είχαν υποκύψει σε παραγραφή.

6. Επειδή, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στο Εφετείο την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και κατ’ ορθό χαρακτηρισμό, όπως παραδεκτά προτάθηκε από την εισηγήτρια (ΚΠολΔ 562 παρ.4), του άρθρου 559 αρ.16, με τον ισχυρισμό ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 322 παρ.1 και 324 ΚΠολΔ δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ύψος της διεκδικούμενης από την ενάγουσα προσαυξήσεως λόγω τέκνων επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, που αφορά τα έτη 2003 και 2004 (η αξίωση της ενάγουσας για τα προηγούμενα έτη κρίθηκε παραγραμμένη), ενώ δεν είχε διαγνωσθεί από τον Άρειο Πάγο το ύψος της προσαυξήσεως αυτής και θα έπρεπε, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος και 135 παρ.4 και 5 του ν. 2594/1998, καθώς και της Φ083-58/1988 ΚΥΑ, όπως τροποποιήθηκε με τις 2001800/185/0022/17-31993 και 083/ΕΥΑ/ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ, να δεχθεί τον πρόσθετο λόγο έφεσης αυτού, με τον οποίο υποστήριζε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται προσαύξηση λόγω τέκνων, υπολογιζόμενη επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής που η ίδια δικαιούται και όχι επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του έλληνα πρέσβη στη Μ.

Βρετανία. Ο εξεταζόμενος λόγος, πέραν του ότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, διότι το επίδομα τέκνων κλιμακώνεται ανάλογα προς τον αριθμό τους σε ποσοστό επί του ΕΥΑ που καταβάλλεται στον πρέσβη και όχι στο δικαιούχο υπάλληλο (βλ. παραπάνω, αρ.2), ελέγχεται αβάσιμος. Ειδικότερα, με την 2451/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 1405/ 2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται, βάσει των προαναφερομένων διατάξεων, την προσαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω των δύο ανήλικων τέκνων της, η οποία (προσαύξηση) υπολογίζεται σε ποσοστό επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του πρέσβη της Ελλάδας στη Μ.

Βρετανία, κρίθηκε, δηλαδή, με την πρωτόδικη απόφαση και το ύψος της προσαύξησης. H 1405/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών δεν αναιρέθηκε ως προς το παραπάνω κονδύλιο με την 258/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς το κονδύλιο προσαυξήσεως του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής λόγω οικογενειακών βαρών (δύο ανήλικων τέκνων), όσον αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως 31-12-2004.

Αναιρέθηκε μόνο για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-12-2002, διότι το Εφετείο, με την 1405/2008 απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί παραγραφής ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3, 91 και 93 του ν. 2362/1995, μετά την παραδοχή ότι η διακοπή της διετούς παραγραφής, εφόσον η δημόσια αρχή δεν απάντησε στις αιτήσεις της ενάγουσας για καταβολή της προσαυξήσεως του ΕΥΑ για τα δύο τέκνα της, διήρκεσε έξι μήνες από τη χρονολογία υποβολής της κάθε αίτησης και έκτοτε άρχισε νέα παραγραφή, η οποία συμπληρώθηκε πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, που έγινε την 28-12-2004.

Συγκεκριμένα: α) για τα έτη 1999 και 2000 η παραγραφή διακόπηκε, με την υποβολή της από 24-11-2000 αιτήσεως της ενάγουσας προς τη δημόσια αρχή για καταβολή της αξιώσεώς της και άρχισε νέα, μετά εξάμηνο από την ημερομηνία υποβολής αυτής, δηλαδή την 25-5-2001, η οποία και συμπληρώθηκε την 25-5-2003, β) για το έτος 2001, η παραγραφή διακόπηκε με την υποβολή της από 15-1-2002 αιτήσεως της ενάγουσας και άρχισε νέα την 16-7-2002, η οποία συμπληρώθηκε την 16-7-2004 και γ) για το έτος 2002 η παραγραφή συμπληρώθηκε την 1-12-2004.

Στη συνέχεια, με την 258/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, αναιρέθηκε εν μέρει η 1405/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που είχε κριθεί από αυτό ότι δεν υπέκυψαν στη διετή παραγραφή οι αξιώσεις της ενάγουσας για προσαύξηση του ΕΥΑ για δαπάνες οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-2002 και κατά το μέρος αυτό παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς περαιτέρω εκδίκαση.

Επομένως, ως προς το κονδύλιο για την προσαύξηση του ΕΥΑ λόγω τέκνων για το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 και εντεύθεν δεν είχε αναιρεθεί η 1405/2008 απόφαση και ορθώς το Εφετείο δέχθηκε δεδικασμένο ως προς αυτό και δεν ερεύνησε τους σχετικούς λόγους της έφεσης και τον πρόσθετο λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίοι αναφέρονταν αυτό.

7. Επειδή, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, το εναγόμενο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι η κρίση της 80/2011 απόφασης του Αρείου Πάγου περί του ότι οι ΚΥΑ 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/2001 και 2/62751/ 0022/2004 βρίσκονται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί από μόνη της για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα δικαιούται τις προσαυξήσεις του ΕΥΑ, διότι οι συμβασιούχοι υπάλληλοι δεν μπορούν μετά την 24-3-1998, που ισχύει ο νέος Οργανισμός του ΥΠΕΞ, να λαμβάνουν τις εκάστοτε αυξήσεις του ανωτέρω επιδόματος που χορηγούνται στους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου αυτού, καθόσον από το πιο πάνω χρονικό σημείο και μετά οποιαδήποτε αναπροσαρμογή του ΕΥΑ δικαιούται η ενάγουσα δεν διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 135 παρ.4 και 5 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ, αλλά από τη διάταξη του άρθρου 129 παρ.5 εδ.

β’ του ίδιου Οργανισμού, σύμφωνα με την οποία πρέπει να προηγηθεί σχετική απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της οικείας διπλωματικής αρχής. Και περαιτέρω, ότι η παράλειψη εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως περί αναπροσαρμογής του επιδόματος δεν είναι άδικη πράξη και δεν υφίσταται για το λόγο αυτό ευθύνη του εναγομένου, ενώ η διαφοροποίηση της αμοιβής της αναιρεσίβλητης σε σχέση με τους μονίμους υπαλλήλους δικαιολογείται από την υπαγωγή αυτής σε διαφορετική κατηγορία, που διέπεται από διαφορετικό νομικό καθεστώς, συνεπαγόμενο διαφοροποιημένες ρυθμίσεις, δικαιώματα και υποχρεώσεις από εκείνα των τακτικών (μονίμων) υπαλλήλων και δεν παραβιάζονται από τη διαφορετική αυτή ρύθμιση οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε συντρέχουν οι όροι του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Και τέλος, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ανωτέρω παραδοχές ως προς τα ανωτέρω κεφάλαια, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 68, 69, 102, 131, 132 του ν. 419/1976, των άρθρων 106, 129, 135 του ν. 2594/1998 και των ΚΥΑ Φ.083-58/11-3-1988, ΣΤ1/Μ/Φ/083-13/ΑΣ2900/5-4-1993 και 083/ΕΥΑ/ΑΣ11254/ 2001 και με εσφαλμένη και αντιφατική αιτιολογία υπήγαγε σ’ αυτές τα όσα δέχτηκε.

O εξεταζόμενος λόγος, ως προς το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος, εφ’ όσον το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και όπως ήταν υποχρεωμένο, συμμορφώθηκε με την 80/2011 αναιρετική απόφαση και ακολούθησε πιστά τη νομική λύση που δόθηκε με αυτή, χωρίς να παραβιάσει με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, όσον αφορά την επικαλούμενη έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, είναι αβάσιμος, διότι από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Είναι, όμως, αόριστος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

8. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ν.3693/1955.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-10-2014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 893/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3965/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείοντα στην πληρωμή τριακοσίων (300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Σεπτεμβρίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ