Legislator Case Law & Legislation
1184/2012 AI generated

1184/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1184/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1184/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ενέργεια του δεδικασμένου, κατά την αρνητική της μορφή, σε μεταγενέστερη δίκη, προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης εννόμου σχέσεως ή συνεπείας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1184/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. ή Κ. του Ε., κατοίκου ..., και προσωρινά διαμένοντος στη ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Γεωργιλά.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. χας Ν. Κ., το γένος Μ. Τ., κατοίκου ..., 2. Π. συζ. Μ. Ρ. το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... και 3. Κ. συζ. Γ. Κ. το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Χουλιάρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9215/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1737/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-6-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 6-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 323 και 324 Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο, ως έννομη συνέπεια της τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως, υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Η ενέργεια του δεδικασμένου, κατά την αρνητική της μορφή, σε μεταγενέστερη δίκη, προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης εννόμου σχέσεως ή συνεπείας.

Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα συγκροτούντα το πραγματικό της στην προηγουμένη δίκη εφαρμοσθείσης ουσιαστικής διατάξεως περιστατικά, που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσιδίκου αποφάσεως και ήσαν αναγκαία για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωστέας εννόμου συνεπείας, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της εφαρμοστέας στην νέα δίκη διατάξεως.

Εάν, όμως, η μεταγενέστερη αγωγή στην ιστορική της βάση περιλαμβάνει, ως στοιχεία της εμπειρικής πραγματικότητος, και νέα ,πρόσθετα, περιστατικά, δυνάμενα να υπαχθούν σε διαφορετικό ουσιαστικό κανόνα δικαίου, προβλέποντα την επέλευση της διά της νέας αγωγής επικαλουμένης εννόμου συνεπείας, δεν κωλύεται η υπό του δικαστηρίου διάγνωσή της και μάλιστα ανεξαρτήτως εάν τα πρόσθετα αυτά περιστατικά υφίσταντο και ήταν δυνατόν να προταθούν δια της προηγουμένης αγωγής, καθώς και εάν το υλικό αντικείμενο της νέας δίκης ταυτίζεται με εκείνο της προηγουμένης.

Τούτο δε διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιδιώκεται η διαφορετική νομική αξιολόγηση του ίδιου ιστορικού συμβάντος, αλλ' η αυθεντική διάγνωση εννόμου σχέσεως ή συνεπείας διά της επικλήσεως νέων περιστατικών γενεσιουργών αυτής κατά νόμο, τα οποία, όμως, δεν απετέλεσαν αντικείμενο δικαστικής αξιολογήσεως στα πλαίσια της προηγηθείσης δίκης, επί της οποίας εξεδόθη η τελεσίδικη απόφαση.

Έτσι, δεν υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, υπό την προμνησθείσα έννοια, όταν αντικείμενο της προηγηθείσης δίκης ήταν η αναγνώριση του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητος του ενάγοντος επί συγκεκριμένης εδαφικής εκτάσεως, αποτελούσης τμήμα μείζονος εκτάσεως, και η απόδοσή της από τον εναγόμενο που την κατέχει στον ενάγοντα, ερειδομένης (της κυριότητος) επί της εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, της αποδοχής της κληρονομίας διά συμβολαιογραφικού εγγράφου και της μεταγραφής της περί αποδοχής δηλώσεως, ενώ αντικείμενο της δια μεταγενεστέρας αγωγής ανοιγομένης δίκης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ιστορική της βάση περιστατικά, είναι η αναγνώριση της χωριστής κυριότητος επί αυτοτελούς οικοδομήματος ανεγερθέντος επί του ιδίου ενιαίου οικοπέδου, επί του οποίου συνεστήθη κάθετος ιδιοκτησία κατά τις οικείες ουσιαστικές διατάξεις, μετά του αντιστοιχούντος επ' αυτού (οικοπέδου) ποσοστού αναγκαστικής συγκυριότητος επί του όλου οικοπέδου.

Ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας δεν υπάρχει στην περίπτωση αυτή, ακόμη και εάν το οικοδόμημα αυτό είχε ανεγερθεί σε τμήμα του ενιαίου οικοπέδου, η επί του οποίου (τμήματος) κυριότητα είχε αποτελέσει αντικείμενο της προηγουμένης δίκης και διά της τελεσιδίκου αποφάσεως εκρίθη ότι ο ενάγων δεν είναι αποκλειστικώς κύριος αυτής, αφού το πραγματικό των εφαρμοζομένων ουσιαστικών διατάξεων είναι διαφορετικό στις δύο αυτές περιπτώσεις και οι έννομες συνέπειες (νομική θεμελίωση) επίσης διαφορετικές.

Περαιτέρω, κατά το πρώτο μέρος της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 16 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για την συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το εάν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο της ουσίας, όσο και η κρίση για την συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ.

προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ιδίου Κώδικος, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε σε άλλα μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για μη δυναμένη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, εδέχθη δε και το Εφετείο: "Ο Ε. Κ., κάτοικος, όταν ζούσε, ..., απεβίωσε στις 14-10-1958 και κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς του τη σύζυγό του Π. και τα τέκνα του Γ., Α., Κ., Χ., Ζ., Ε., Δ., δηλαδή τον ενάγοντα και Ν., ο οποίος ήταν σύζυγος της πρώτης των εναγομένων και πατέρας των δεύτερης και τρίτης από αυτές.

Με την υπ' αριθ. .../1958 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Αλεξάνδρου Ιωαννίδη και δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 515/15- 11-1958 πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Ε. Κ. εγκατέστησε κληρονόμο του τον ενάγοντα, εκτός άλλων, και επί ενός ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 500 τ.μ., όπως το προσδιόριζε στη διαθήκη αυτή, στο οποίο είναι κτισμένο ένα κατάστημα και το οποίο βρίσκεται στη Νέα Καλλικράτεια.

Με την ίδια διαθήκη αυτός (Ε. Κ.) εγκατέστησε κληρονόμους του επί του αυτού ακινήτου, αλλά σε άλλο τμήμα του, αφενός τον από τους γιους του Χ., σε έκταση επίσης 500 τ.μ. και αφετέρου τη σύζυγο του Π., σε έκταση 150 τ.μ. Το μεγαλύτερο οικόπεδο τούτο, το οποίο περιήλθε στο διαθέτη οριστικά μετά το θάνατο του, δυνάμει του έχοντος αναδρομική ενέργεια υπ' αριθ. 128878/1968 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως οικοπεδικός κλήρος, έχει έκταση κατ' ορθό υπολογισμό 625 τ.μ.

και το περιγραφόμενο από τον ενάγοντα οικόπεδο έχει έκταση 165 τ.μ., ενώ το υπάρχον κτίσμα έχει εμβαδόν 65 τ.μ. Ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' εκείνον κληρονομιά με την υπ' αριθ. .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Νούσκα - Αρβανιτίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αριθ. .../12-4-1990 συμβολαίου διανομής της συμβολαιογράφου Ν.

Μουδανιών Χαλκιδικής Αικατερίνης Μπεχτσή, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων και ο έτερος συγκύριος του ίδιου μεγαλύτερου ακινήτου, αφού συνέστησαν "οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία", κατά τα διαλαμβανόμενα στο συμβόλαιο αυτό και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στην αρχή της ως άνω μείζονος σκέψης, ώστε τα υπάρχοντα στο επίκοινο ακίνητο δύο κτίσματα να αποτελέσουν ανεξάρτητες και αυτοτελείς χωριστές ιδιοκτησίες, στη συνέχεια συμφώνησαν προς τούτο, να λάβει κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας ο μεν Χ.

Κ. το ένα από αυτά και συγκεκριμένα, μια ισόγεια οικία, εμβαδού 104 , 72 τ.μ., με δικαίωμα δομήσεως στο τμήμα του επί κοινού εμβαδού 460 τ.μ.. Ο δε ενάγων το άλλο κτίσμα, δηλαδή το προαναφερόμενο κατάστημα εμβαδού 65 τ.μ με δικαίωμα δομήσεως στο υπόλοιπο τμήμα, του όλου ακινήτου των 165 τ.μ.. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προκύπτει, ότι ο ενάγων και προηγουμένως είχε ασκήσει κατά του δικαιοπαρόχου των εναγομένων (Ν.

Κ.) την από 18-12-1986 (υπ' αριθμ. κατάθεσης 2446/30-12-1986) διεκδικητική αγωγή κυριότητας του αυτού ακινήτου, δηλαδή αυτοτελούς και διηρημένου οικοπεδικού τμήματος, από το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, είχε καταλάβει ο εναγόμενος έκταση 88,50 τ.μ.. Επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η υπ' αριθμ. 6856/2003 οριστική απόφαση, με την οποία και ενώ είχε ήδη αποβιώσει ο εναγόμενος και στη θέση του είχαν υπεισέλθει οι και νυν εναγόμενες ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με την ειδικότερη αιτιολογία, ότι ο ενάγων ουδέποτε έγινε κύριος αυτοτελούς διαιρετού τμήματος 165 τ.μ.

στο οποίο περιλαμβάνεται το διεκδικούμενο τότε επίδικο (88,50 τ.μ.) σημειωνόταν δε, πως ο ενάγων δεν ανέφερε στην αγωγή του, παρότι διεκδικούσε την κυριότητα κάθετης ιδιοκτησίας, ότι ο πατέρας του με την πιο πάνω διαθήκη του συνέστησε επί του οικοπέδου τέτοια ιδιοκτησία. Με δεδομένο ότι και στον αδελφό του Χ.

κατέλιπε οικοπεδική έκταση, εμβαδού 500 τ.μ. που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του χωριού και ότι αυτή αποτελούσε ενιαίο οικόπεδο μαζί με αυτό του ενάγοντος. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε, από τον ενάγοντα έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3176/2004 οριστική απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, που επικύρωσε καθ' ολοκληρίαν την εκκληθείσα απόφαση.

Σύμφωνα με όλα αυτά που προέκυψαν από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία και ομολογούνται από τον ενάγοντα, σε συνδυασμό με τα εκτιθέμενα στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η νυν εκκαλούμενη απόφαση, αυτός (ενάγων), τόσο με την αγωγή του που προηγήθηκε, όσο και με την τελευταία, ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητας και την απόδοση σ' εκείνον αυτοτελούς τμήματος οικοπέδου και η μόνη διαφορά είναι, ότι με την πρώτη αγωγή το διεκδικούμενο οικοπεδικό τμήμα φερόταν να έχει εμβαδόν 8850 τ.μ., ενώ με την τελευταία αγωγή διεκδικούσε το προαναφερόμενο κτίσμα, εμβαδού 65.

τ.μ. το οποίο, όπως εξέθετε το είχε ανεγείρει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων στο ίδιο οικοπεδικό τμήμα των 165 τ.μ. Με βάση τα παραπάνω με την τελευταία (ένδικη) αγωγή έχει εισαχθεί από τον ενάγοντα, για να ερευνηθεί, δικαίωμα, το οποίο έχει ήδη κριθεί τελεσιδίκως, όπως και η δικαιολογητική σχέση, βάσει της οποίας έχει παραχθεί τούτο.

Κατά συνέπεια, εφόσον η ως άνω τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, το οποίο, κατά τα μνημονευόμενα επίσης στη μείζονα σκέψη, δεν επιτρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης νέας δίκης το ανωτέρω δικαίωμα και η επικαλούμενη δικαιολογητική σχέση, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μη λαμβάνοντας υπόψη του το παραχθέν τούτο δεδικασμένο, έσφαλε, αφού δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο, με το να απορρίψει τη σχετική ένσταση που προβλήθηκε από τις εναγόμενες με τις προτάσεις τους, που είχαν καταθέσει πρωτοδίκως.

Η εν λόγω ένσταση επαναφέρεται ως λόγος της έφεσης, ενώ έπρεπε να γίνει δεκτή αυτή και ν' απορριφθεί η αγωγή". Ακολούθως το Εφετείο, διά της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, καταφάσκοντας περί της υπάρξεως στην ένδικη διαφορά δεδικασμένου, παραχθέντος από την υπ' αριθμ. 3176/2004 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσης επί της προηγουμένης από 18/12/1986 αγωγής του νυν αναιρεσείοντος κατά του αμέσου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων Ν.

Κ., κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, που έκρινε αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή του νυν αναιρεσείοντος, για τον λόγο αυτό. Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο παρεβίασε τις περί δεδικασμένου ως άνω διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με βάση τα άνω περιστατικά, στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται ταυτότητα διαφοράς μεταξύ των δύο δικών υπό την προδιαληφθείσα νομική έννοια. Τούτο δε διότι το δια της πρώτης αγωγής προς δικαστική διάγνωση αχθέν δικαίωμα κυριότητος είχε ως αντικείμενο εδαφικό τμήμα 88,50 τ.μ., εμπίπτον σε έκταση 165 τ.μ., της οποίας ο αναιρεσείων έγινε κύριος παραγώγως δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1958 δημοσίας διαθήκης του πατέρα του Ευαγγέλου Καζάνη, νομίμως δημοσιευθείσης, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../1981 δήλωση αποδοχής κληρονομίας από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ.

Νούσκα - Αρβανιτίδη, νομίμως μεταγραφείσα. Νομικό αντικείμενο της δευτέρας αγωγής επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ήταν η ύπαρξη του δικαιώματος κυριότητος του αναιρεσείοντος επί αυτοτελούς οικοδομήματος (καταστήματος 65 τμ.) ανεγερθέντος εντός ενιαίου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 625 τ.μ., μετά του επ' αυτού (κτίσματος) αναλογούντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου, του δικαιώματος αυτού ερειδομένου, όχι μόνον επί της μνησθείσης εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής και της μεταγραφής της οικείας πράξεως περί αποδοχής της κληρονομίας, επί των οποίων αποκλειστικώς εστηρίχθη η προηγηθείσα δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, αλλά και στο επί πλέον στοιχείο της συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας επί του άνω ενιαίου οικοπέδου με το υπ' αριθμ. .../12.4.1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν.

Μουδανιών Χαλκιδικής Αικατερίνης Μπεχτσή, νομίμως μεταγραφέν, διά του οποίου στην αποκλειστική κυριότητα του αναιρεσείοντος, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή του, περιήλθε αυτοτελές οικοδόμημα μετά του επ' αυτού αναλογούντος ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του άνω ενιαίου οικοπέδου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν.δ 1024/1970, 1,2 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 και 13 του ν. 3471/1929 και 1002, 1117 Α.Κ.

Η πράξη αυτή της συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας επί του ενιαίου οικοπέδου, από την οποία επ' αυτού διεμορφώθη μια νέα νομική και πραγματική κατάσταση, δημιουργούσα κατά νόμο εμπράγματο δικαίωμα στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος με όλως διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο της προηγουμένης δίκης, δεν απετέλεσε αντικείμενο της προηγηθείσης δικαιοδοτικής κρίσεως, αφού δεν ήταν στοιχείο της ιστορικής βάσεως της πρώτης αγωγής, ούτε, άλλωστε και το δικαστήριο που εξέδωσε την προηγουμένη απόφαση, ασχολήθηκε έστω και καθ' υπέρβαση (κατά την ιστορική αιτία του δια της πρώτης αγωγής προσδιορισθέντος αντικειμένου της δίκης), με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη των εκ της συστάσεως της καθέτου ιδιοκτησίας επί του άνω οικοπέδου απορρεόντων εμπραγμάτων δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και το ένδικο του αναιρεσείοντος που κατήχθη σε δίκη δια της νέας αγωγής του.

Συναφώς προς τα ανωτέρω ο μοναδικός λόγος της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, διά του οποίου ψέγεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση ( άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με άρθρο 12 παρ.3 ν. 4055/2012).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1737/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους και ήδη αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ