Legislator Case Law & Legislation
1184/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on Article 559(8) grounds for ignoring expert report, ruling it is an evidentiary evaluation not a legal error.

Case Number 1184/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding property boundaries and identity. The appellants argued the court erred by accepting an incomplete expert report and failing to consider specific facts under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure. The court rejected this, determining that the expert report's evaluation of evidence and the court's discretion in assigning it weight fall outside the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court's review is limited to legal errors, not the re-evaluation of evidence or the discretion of the lower court in assessing the weight of an expert report.

Keywords

AI generated
appeal admissibility expert report evaluation evidentiary discretion property boundaries appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1184 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1184/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 συζ. Ζ, το γένος Φ, 2. α) Χ2 χας Φ, το γένος ..., β) Φ, γ) Χ3, ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς διαδίκου ..., 3. Χ4 συζ. Ξ, το γένος Φ και 4. Χ5, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Σταμούλη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 συζ. Ρ, το γένος ..., κατοίκου ..., 2. Ψ2, δι' εαυτόν και ως νομίμου εκ διαθήκης κληρονόμου της αρχικώς διαδίκου Τ συζ. Π, το γένος ..., 3. Ψ3 και 4. Ψ4 συζ. Ν, το γένος Π, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ηρώ Γαλανού, που ανακάλεσε την από 11-1-2010 δήλωση της εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι ο Ψ2 (3ος αναιρεσίβλητος) απεβίωσε στις 1-5-2008 και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 4η ήδη αναιρεσίβλητους, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/1998 μη οριστική, 48/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 621/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 22-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Μετά το θάνατο του τρίτου αναιρεσίβλητου Ψ3, που επήλθε την 1/5/2008, ήτοι μετά την άσκηση της αναίρεσης, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης, την οποία συνεχίζουν, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ηρώς Γαλανού, οι εκ των αναιρεσιβλήτων Ψ2 και Ψ4, το γένος Ψ3, ως μοναδικοί εκ διαθήκης κληρονόμοι του, αδέλφια του, σύμφωνα με τα άρθρα 286 εδ.

α', 287 και 290 ΚΠολΔ. (βλ. ληξιαρχική πράξη θανάτου με αριθμό 10/2008, τόμος Β' που συνέταξε ο ληξίαρχος ... και από ... πιστοποιητικό του Δημάρχου Δήμου ... που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ., β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Αντίθετα, δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης, τα αποδεικτικά μέσα και η εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί αυτή ανήκει στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4,566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚπολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη ενώ προσκομίσθηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Τέλος, πρέπει να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στο διατακτικό (ΑΠ 376/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση τα ακόλουθα: "....Η προσκομισθείσα και κατατεθείσα πραγματογνωμοσύνη είναι κατά κοινή ομολογία πλημμελέστατη.

Έχει μορφή τηλεγραφήματος και αποτελείται, κυριολεκτικώς, από πέντε σειρές. Εκτιμώντας τη μορφή της πιο πάνω πραγματογνωμοσύνης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό μας ... ότι αυτή είναι ελλιπέστατη και περιέχει μόνο το πόρισμα-συμπέρασμα. Περαιτέρω, ερμηνεύοντας το άρθρο 387 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τις λοιπές περί πραγματογνωμοσύνης διατάξεις του ΚΠολΔ, έκρινε ότι η πραγματογνωμοσύνη δεν είναι άκυρη ακόμη και όταν έχει ατέλειες, σφάλματα, ανακρίβειες ή εσφαλμένες κρίσεις, εναπόκειται δε στο δικαστήριο να της προσδώσει την προσήκουσα αποδεικτική βαρύτητα.

Επιπλέον υπό το πρόσχημα της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, παρείδε την κρισιμότητα για την παρούσα δίκη του πραγματικού ζητήματος, η διαλεύκανση του οποίου κρίθηκε αναγκαία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε διατάξει τη διενέργεια επί του θέματος της πραγματογνωμοσύνης-δηλαδή του ποια πραγματικά είναι η ταυτότητα του και η οριοθέτηση του επιδίκου εντός μιας αχανούς μείζονος εκτάσεως.

Επειδή με τον τρόπο αυτό το δίκασαν δικαστήριο έσφαλε μη λαμβάνοντας υπ' όψιν πράγματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και αποδεικτικά μέσα των οποίων έγινε επίκληση και προσαγωγή". Υπό το πρόσχημα θεμελιώσεως του λόγου αυτού στον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω εκτιθεμένα δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά εκτίμηση αποδείξεων αναφορικά με την πραγματική τοποθεσία και τα πραγματικά όρια του επιδίκου, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Υπό την εκδοχή δε ότι το Εφετείο αγνόησε τον αγωγικό ισχυρισμό για την πραγματική τοποθεσία και τα πραγματικά όρια των επιδίκων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο κάνει λόγο για την τοποθεσία και τα όρια των επιδίκων. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που θεμελιώνεται από τους αναιρεσείοντες στον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όσον αφορά την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο της πραγματογνωμοσύνης, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματός του, την έλαβε υπόψη του.

όσον αφορά την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο άλλων αποδεικτικών μέσων, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, ποιά είναι τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και αν αυτά προσκομίσθηκαν νόμιμα και ποιό είναι το περιεχόμενό τους.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και αν καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Μαρτίου 2008 αίτηση των Χ1 συζ. Ζ κλπ, για αναίρεση της 621/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ