Supreme Court dismisses appeal regarding customs fraud conviction where a clerical error in citing the wrong law number did not invalidate the indictment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for continuous smuggling, ruling that a clerical error in citing the wrong law number in the indictment did not render the proceedings void. The court found the error was merely a transcription mistake, as the correct law was clearly referenced in the indictment's content and the defendant was fully aware of the charges. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the costs of the appeal and the state.
Legislator headnote
AI generatedΝ. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας»; Κώδικας Ποινικής Δικονομίας: A clerical error in citing the wrong law number in an indictment does not invalidate the proceedings if the correct law is clearly referenced in the content and the defendant was aware of the charges.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1184 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1184/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη – Εισηγητή, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Όθωνα Παπαδόπουλο, για αναίρεση της με αριθμό 3267/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγοντα το Ελληνικό Δημόσιο, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. Θεόδωρο Τσίρα. Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή του αναιρέσεως και στο δικόγραφο των από 14 Ιουλίου 2005 προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2033/2004.
Αφού άκουσε τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε ν΄ απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι στο με αριθ. 8163/2003 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης για να δικαστεί για το αδίκημα της λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση, μνημονεύεται ο νόμος 2910/2001, που αφορά την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Ελληνική Επικράτεια και όχι ο εφαρμοστέος εν προκειμένω νόμος 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας», με αποτέλεσμα την ακυρότητα του ως άνω κλητηρίου θεσπίσματος.
Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος, αφού δέχτηκε ότι στο εν λόγω κλητήριο θέσπισμα από παραδρομή αναγράφηκε ως αριθμός του εφαρμοστέου ως άνω νόμου ο 2910/2001 αντί του ορθού 2960/2001, ότι στο περιεχόμενο του κλητηρίου θεσπίσματος, όπου αναγράφεται η πράξη για την οποία παραπέμφθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, γίνεται (ορθή) αναφορά του Ν.2960/2001, ότι η πράξη (της λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση για την οποία παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος) και οι διατάξεις που την προβλέπουν και την τιμωρούν είναι αδιασείστως και σαφώς διαγεγραμμένες (στο κλητήριο θέσπισμα) και ουδεμία αφήνουν αμφιβολία στον κατηγορούμενο, ώστε να μη δύναται να υπερασπισθεί επαρκώς τον εαυτό του.
Επομένως, η εσφαλμένη ως άνω από παραδρομή αντιγραφή στο κλητήριο θέσπισμα του αριθμού του νόμου που προβλέπει την πράξη για την οποία παραπέμφθηκε να δικαστεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος δεν δημιουργεί ακυρότητα και γι΄ αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ του Κ.Π.Δ.
πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Επειδή η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ΄ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από το καθένα απ΄ αυτά. Δεν ιδρύουν δε λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων ή η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον επιτρεπτό συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης με αριθ. 3267/2004 απόφασής του, τα οποία ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που την εξέδωσε, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄ είδος αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ότι αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο κατηγορούμενος στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 22.9.1998 έως 9.6.1999, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με ιδιαίτερα τεχνάσματα και με σκοπό να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο από τους δασμούς, τα τέλη και λοιπά δικαιώματα που εισπράττονται επί των εξαγόμενων στην αλλοδαπή εμπορευμάτων, εξήγαγε από τη χώρα εμπορεύματα χωρίς να εισπραχθούν γι΄ αυτό οι αναλογούντες φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα, τα οποία στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ανέρχονταν σε σημαντικό ποσό, το οποίο υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα, στον παραπάνω τόπο και στους αναφερόμενους στο διατακτικό χρόνους φόρτωσε από τις εγκαταστάσεις της ιδιωτικής επιχείρησής του, που βρίσκονταν στο ....., σε φορτηγά αυτοκίνητά δημόσιας χρήσης, που όμως έφεραν πινακίδες άλλες από αυτές που τους είχαν χορηγηθεί νόμιμα, ποσότητες τσιγάρων, τα οποία δεν έφεραν την ειδική ταινία φόρου κατανάλωσης τσιγάρων και τα οποία είχαν εισαχθεί παράνομα και χωρίς άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία.
Τις ποσότητες τσιγάρων αυτές είχε επιμελώς αποκρύψει με άλλα εμπορεύματα (αρακά, ψάρια κ.λ.π.) που διακινούνται νόμιμα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την κυκλοφορία των οποίων εξέδωσε πλαστά συνοδευτικά έγγραφα (φορτωτικές και δελτία αποστολής με πλαστούς αριθμούς διάτρησης και πιστοποιητικά καταλληλότητας), με φερόμενους ως εκδότες είτε ανύπαρκτα πρόσωπα, είτε πρόσωπα που δεν δραστηριοποιούνται στον τομέα των μεταφορών ή των εξαγωγών εμπορευμάτων.
Στη συνέχεια έδωσε σε άγνωστους οδηγούς την εντολή να οδηγήσουν τα αυτοκίνητα επί των οποίων φορτώθηκαν οι ποσότητες των τσιγάρων στο εξωτερικό, παραδίδοντάς τους τις πλαστές φορτωτικές και άλλα πλαστά συνοδευτικά έγγραφα, όπως δελτία αποστολής και πιστοποιητικά καταλληλότητας των εμπορευμάτων, των οποίων αυτοί έκαναν χρήση κατά την έξοδο των εμπορευμάτων από τη χώρα, την οποία και πέτυχαν να πραγματοποιήσουν παραπλανώντας τις τελωνειακές αρχές και αποφεύγοντας έτσι τον έλεγχο, χωρίς να δηλώσει την εξαγωγή αυτών (ποσοτήτων τσιγάρων) στο αρμόδιο Ζ΄ Τελωνείο Θεσσαλονίκης και χωρίς να καταβληθούν γι΄ αυτές οι αναλογούντες φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, που εισπράττονται επί των εξαγομένων στην αλλοδαπή εμπορευμάτων, τα οποία έτσι στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο και ανέρχονται στα σημαντικά ποσά των 8.905.994,97 ευρώ για τις εξαγωγές που έγιναν εντός του έτους 1998 και των 7.780.597,67 ευρώ για τις εξαγωγές που έγιναν εντός του έτους 1999.
Ειδικώτερα, με τις παραπάνω μεθοδεύσεις εξήγαγε στις αναφερόμενες στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τριάντα τρείς (33) περιπτώσεις τις λεπτομερώς αναφερόμενες σ΄ αυτές ποσότητες τσιγάρων. Δεδομένου δέ ότι κάθε χαρτοκιβώτιο περιείχε 10.000 τσιγάρα και κάθε κούτα 200 τσιγάρα, κατά το άνω χρονικό διάστημα εξήγαγε συνολικά 1.009.007 κούτες των διακοσίων τσιγάρων η καθεμία και συνολικά 201.801.400 τεμάχια τσιγάρα.
Ο τρόπος με τον οποίον ενήργησε ο κατηγορούμενος (κατάρτιση πλαστών συνοδευτικών εγγράφων, ταυτόχρονη εξαγωγή και άλλων εμπορευμάτων προς απόκρυψη των λαθραίων, μετάθεση των πινακίδων των αυτοκινήτων μεταφοράς) μαρτυρεί ότι για την πράξη του αυτή μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, οι διαφυγόντες δε δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα που στερήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο ανέρχονται στο ιδιαίτερα σημαντικό συνολικό ποσό των 16.686.592,64 (8.905.994,97 + 7.780.597,67) ευρώ, που υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε με την προσβαλλόμενη με αριθ. 3267/2004 τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο του εγκλήματος της λαθρεμπορίας κατ΄ εξακολούθηση με ιδιαίτερα τεχνάσματα, από την οποία οι διαφυγόντες δασμοί, φόροι, τέλη και λοιπά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνουν το ποσό των 30.000 ευρώ και επέβαλε σ΄ αυτόν ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) ετών και χρηματική ποινή 2.764.718,31 ευρώ.
Με αυτά που δέχτηκε το άνω Δικαστήριο της ουσίας και με την παραδεκτή κατά τα άνω συμπλήρωση του αιτιολογικού από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του διέλαβε σ΄ αυτήν την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ΄αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τις σκέψεις και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 155 παρ. 1 εδ.
α΄ και β΄ και 157 παρ. 1 εδ. β΄ περιπτ. γ΄ και δ΄ του Ν.2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» που εφήρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και γι΄ αυτό πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι, οι αντίθετοι δεύτερος κατά την ορθή εκτίμησή του, τρίτος και τέταρτος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Όπως τέλος προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μετά το πέρας της διαδικασίας δόθηκε στο τέλος ο λόγος στον εκπροσωπούντα τον κατηγορούμενο συνήγορό του, ο οποίος ανέπτυξε την υπεράσπιση και ζήτησε την αθώωση του κατηγορουμένου και γι΄ αυτό πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο αντίθετος περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, από τα άρθρα 171 παρ. 1 περ.
δ΄ και 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ του Κ.Π.Δ. πρόσθετος λόγος αναίρεσης. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αναίρεση και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ.) και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.
και 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Δεκεμβρίου 2004 αίτηση και τους από 14 Ιουλίου 2005 πρόσθετους λόγους του ....., για αναίρεση της με αριθ. 3267/2004 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα: α) στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και β) στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχεται σε διακόσια ενενήντα τρία (293) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο στις 18 Μαΐου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ