Legislator Case Law & Legislation
1183/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for negligence causing bodily harm due to lack of specific reasoning.

Case Number 1183/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for bodily harm caused by negligence. The appellant argued the lower court lacked specific reasoning and misapplied the law, but the court found the judgment sufficiently detailed regarding the facts and legal basis. Consequently, the court rejected the claims as baseless and ordered the appellant to pay the costs of the criminal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473(3) of the Code of Criminal Procedure; Articles 510(1)(D)-(E) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on lack of specific reasoning or misapplication of substantive law is inadmissible if the judgment of the court of first instance contains clear, complete, and non-contradictory reasoning that allows for appellate review.

Keywords

AI generated
criminal appeal admissibility specific reasoning requirement bodily harm negligence appellate review standards costs of proceedings substantive law application Greek criminal procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 473(3) of the Code of Criminal Procedure
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D)-(E) of the Code of Criminal Procedure
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2025 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2025, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ε. Κ., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Σούρλα, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 457, 463/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας. Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Α. Π. του Θ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσπρωτίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Φεβρουαρίου 2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 14-2-2025 (με αριθμό πρωτ. 1/2025) αίτηση του Α. Τ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 457/3-7-2024 - 463/10-7-2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια από υπόχρεο κατά συρροή, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'ΠΚ, και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ.

εικοσαήμερης προθεσμίας από τότε που καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού τμήματος του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, στις 27-1-2025 (άρθρα 466 παρ.1, 473 παρ. 2,3), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους, συνιστάμενους σε α) έλλειψη από την απόφαση της επιβαλλόμενης από το Σύνταγμα ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (άρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε'του ΚΠΔ, αντιστοίχως). Επομένως, είναι παραδεκτή (464, 474 παρ.4, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1α, ΚΠοινΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω για την βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων της. Σημειώνεται ότι κλητεύθηκε να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ο υποστηρίζων την κατηγορία Α. Π., όπως προκύπτει από τα από 14/3/2025 12-1-2023, 11-1-2023 και 10-1-2023 και 11-1-2023 αποδεικτικά επίδοσης του Ανθυπαστυνόμου Κ.

Θ. (προς τον ίδιο) και του Ανθυπαστυνόμου Π. Τ. (προς τον αντίκλητο δικηγόρο του). Επομένως, παρά την απουσία του, εφόσον εμφανίστηκε ο αναιρεσείων, η συζήτηση γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρ. 512 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρ. 515 παρ.2 του ΚΠΔ).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αρκεί, όμως, η επανάληψη της διατύπωσης του νόμου για την αιτιολογία, η πληρότητα της οποίας εξασφαλίζεται, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 139 και 177 του Κ.Ποιν.Δ., όταν γίνεται αναφορά στα αποδεικτικά μέσα που δέχθηκε το δικαστήριο για να καταλήξει στην κρίση του με βάση συγκεκριμένους συλλογισμούς για κάθε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για την πληρότητα της αιτιολογίας πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ' επιλογή, χωρίς να είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ενώ δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.

Σε περίπτωση δε που εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, εφόσον δεν εξαιρέθηκαν ρητά. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνον από αυτά, αλλά απαιτείται να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 του ΚΠΔ (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 476/2022, ΑΠ 384/2022, ΑΠ 757/2022).

Εξάλλου, λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στον νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 457/2022, ΑΠ 1308/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1,2 εδ.β' του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του άλλου τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας ". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ΠΚ, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός, ότι ο δράστης δεν κατέβαλε, κατ' αντικειμενική κρίση, την προσοχή που κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος όφειλε, υπό τις ίδιες περιστάσεις να καταβάλει με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, την πείρα και τη λογική και αφετέρου, ότι, αυτός μπορούσε με βάση τις προσωπικές ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητές του να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα του τελεσθέντος εγκλήματος.

Ακόμη, απαιτείται αντικειμενικούς αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμελείας του. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 28 του ΠΚ, η αμέλεια διακρίνεται σε άνευ συνειδήσεως αμέλεια, κατά την οποία ο δράστης από έλλειψη της προσήκουσας προσοχής δεν προβλέπει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και σε ενσυνείδητη αμέλεια, κατά την οποία προβλέπει ότι από τη συμπεριφορά του μπορεί να επέλθει το αξιόποινο αποτέλεσμα, πιστεύει όμως ότι θα το αποφύγει.

Περαιτέρω, η παράλειψη ως έννοια ενυπάρχει σε κάθε είδους αμέλεια εφόσον το ένα είδος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε μια παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε, για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, όπου κατά το νόμο, για την ύπαρξη αξιόποινης πράξεως, απαιτείται να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παραλείψεως είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρεώσεως του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει κυρίως :

α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου, β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια, γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, με την οποία αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή μελλοντικών κινδύνων στα έννομα αγαθά τρίτων, δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 1182/2023 ΑΠ 545/2019, ΑΠ 73 / 2019 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ' αριθμ. 457/3-7-2024 - 463/10-7-2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας στο ακροατήριο, που περιέχονται στα ενσωματωμένα στην παρούσα απόφαση πρακτικά της δημόσιας συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και καταχωρήθηκαν στα ίδια πρακτικά, από 9-12-2017 ένορκη κατάθεση του απόντος μάρτυρα Α.

Π. του Θ. που ελήφθη ενώπιον του Αρχ/κα του Α.Τ. Ηγουμενίτσας Κ. Τ. με την παρουσία και του Αρχ/κα της ίδιας Υπηρεσίας Θ. Κ., η οποία αναγνώστηκε στο ακροατήριο κατόπιν ρητής συναινέσεως του κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως) το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος στη Νέα Σελεύκεια Ηγουμενίτσας την 1-12-2017 και την 9-12-2017, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος που επήλθε και υπόχρεος ων λόγω της ιδιότητάς του ως αντιδημάρχου του Δήμου Ηγουμενίτσας και υπευθύνου για τα αδέσποτα και δεσποζόμενα ζώα να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την περισυλλογή και διαχείριση των επικίνδυνων αδέσποτων ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021), από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του αυτή και συγκεκριμένα, ως αντιδήμαρχος του Δήμου Ηγουμενίτσας και υπεύθυνος για τα αδέσποτα και δεσποζόμενα ζώα, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το άρθρο 9 του Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021) να φροντίζει για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων στο Δήμο Ηγουμενίτσας και συνακόλουθα παρεμποδίσει την επίθεση αδέσποτων σκύλων, ενώ είχε ενημερωθεί σχετικά για την ύπαρξη επικίνδυνου αδέσποτου σκύλου έξω από την επιχείρηση με την επωνυμία Β.

και όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, ώστε να περισυλλέγονται οι επικίνδυνοι αδέσποτοι σκύλοι και να ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 9 Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 830/2021), δεν μερίμνησε για τη λήψη των εν λόγω μέτρων με αποτέλεσμα αδέσποτος σκύλος μαύρου χρώματος με άσπρα μέρη που βρισκόταν έξω από μεταφορική εταιρία με την επωνυμία Β.

στην περιοχή της Νέας Σελεύκειας Ηγουμενίτσας Α) την 1-12-2017 να επιτεθεί δαγκώνοντας τον ήδη εγκαλούντα Κ. B. και να του προκαλέσει σωματική κάκωση, ήτοι δήγμα κυνός ΑΡ γαστροκνημίας και Β) στις 9-12- 2017 να επιτεθεί στον ήδη εγκαλούντα Α. Π. και να του προκαλέσει δήγμα σκύλου (ΔΕ) ΠΔΚ χώρας. Στην ανωτέρω κρίση οδηγείται το Δικαστήριο συνεκτιμώντας όλα τα προμνησθέντα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψε ότι οι επιθέσεις από το συγκεκριμένο αδέσποτο σκύλο δεν ήταν απρόβλεπτες και αιφνίδιες, αλλά μπορούσαν να προβλεφθούν και να αποφευχθούν, καθώς προέκυψε ότι δεν επρόκειτο για ένα περαστικό αδέσποτο ζώο, αλλά για σκύλο που επανειλημμένως βρισκόταν πλησίον της επιχείρησης μεταφορών "Β." έχοντας δαγκώσει και άλλους, ενώ είχε ενημερωθεί και ο Δήμος Ηγουμενίτσας, χωρίς αποτέλεσμα (βλ.

μεταξύ άλλων και την από 4-12-2017 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα του πρώτου παθόντος Κ. Β., η οποία επέχει θέση εγκλήσεως και αναγιγνώσκεται ως διαδικαστικό έγγραφο).

Περαιτέρω, μετά την πρώτη επίθεση στον Κ. Β. (1-12-2017), και παρά το γεγονός ότι ο παθών προέβη σε καταγγελία, ο αδέσποτος σκύλος δεν περισυνελέγη αλλά παρέμεινε στο σημείο, μέχρι την 9-12-2017, οπότε επιτέθηκε στο δεύτερο παθόντα, Α. Π. του Θ., χωρίς και πάλι να περισυλλέγει, παρά μόνον μετά από διάστημα μιας και πλέον εβδομάδας.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ως κατηγορείται, με την επισήμανση ότι τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι συντρέχει περίπτωση ορθότερου νομικού χαρακτηρισμού της πράξης ως όλως ελαφρός σωματικής βλάβης, δεδομένου ότι δεν επρόκειτο για εντελώς επιπόλαιη βλάβη, αλλά, όπως αποδείχθηκε, έκαστος των παθόντων αναγκάστηκε να μεταβεί στο Κέντρο Υγείας Ηγουμενίτσας όπου έγινε καθαρισμός του αντίστοιχου δήγματος (δήγμα κυνός ΑΡ γαστροκνημίας ως προς τον πρώτο παθόντα Κ.

Β. και δήγμα κυνός ΔΕ ΠΔΚ χώρας ως προς το δεύτερο παθόντα Α. Π.) και έλαβε έκαστος την αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή (βλ. ιδίως τις αναγνωσθείσες ιατρικές γνωματεύσεις του Κ.Υ. Ηγουμενίτσας με αριθμούς ...-2017 και ...-2017). Τέλος, συντρέχει περίπτωση να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του αρ. 84 παρ 2 εδ.

α' ΠΚ, η οποία είχε αναγνωριστεί και πρωτοδίκως (αρ. 470 ΚΠΔ)". Ακολούθως δε, επί τη βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε όπως και πρωτοδίκως (δηλαδή με το ήδη αναγνωρισθέν ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α'), τον κατηγορούμενο ένοχο για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια δια παραλείψεως κατά συρροή, ειδικότερα δε του ότι: "στη Νέα Σελεύκεια Ηγουμενίτσας την 1-12-2017 και την 9-12-2017, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος που επήλθε και υπόχρεος ων λόγω της ιδιότητάς του ως αντιδημάρχου του Δήμου Ηγουμενίτσας και υπευθύνου για τα αδέσποτα και δεσποζόμενα ζώα να καταβάλλει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για την περισυλλογή και διαχείριση των επικίνδυνων αδέσποτων ζώων συντροφιάς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021), από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει προκάλεσε σωματική κάκωση άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την πράξη του αυτή και συγκεκριμένα, ως αντιδήμαρχος του Δήμου Ηγουμενίτσας και υπεύθυνος για τα αδέσποτα και δεσποζόμενα ζώα, έχοντας ιδιαίτερη νομική υποχρέωση από το άρθρο 9 του Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021) να φροντίζει για την περισυλλογή των αδέσποτων ζώων στο Δήμο Ηγουμενίτσας και συνακόλουθα παρεμποδίσει την επίθεση αδέσποτων σκύλων, ενώ είχε ενημερωθεί σχετικά για την ύπαρξη επικίνδυνου αδέσποτου σκύλου έξω από την επιχείρηση με την επωνυμία Β.

και όντας υπόχρεος σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, ώστε να περισυλλέγονται οι επικίνδυνοι αδέσποτοι σκύλοι και να ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 9 Ν. 4039/2012 (ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021), δεν μερίμνησε για τη λήψη των εν λόγω μέτρων με αποτέλεσμα αδέσποτος σκύλος μαύρου χρώματος με άσπρα μέρη που βρισκόταν έξω από μεταφορική εταιρία με την επωνυμία Β.

στην περιοχή της Νέας Σελεύκειας Ηγουμενίτσας την 1-12-2017 να επιτεθεί δαγκώνοντας τον ήδη εγκαλούντα Κ. B. και να του προκαλέσει σωματική κάκωση, ήτοι δήγμα κυνός ΑΡ γαστροκνημίας και στις 9-12-2017 να επιτεθεί στον ήδη εγκαλούντα Α. Π. και να του προκαλέσει δήγμα σκύλου (ΔΕ) ΠΔΚ χώρας".

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του ανωτέρω εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν, καθώς και οι νομικές σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 94, 314 παρ.1,2 εδ.β ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 9 Ν. 4039/2012 και ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021 τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ακολούθως δε αιτιολόγησε πλήρως και ειδικώς και την επιβληθείσα ποινή.

Ειδικότερα, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει από καθένα τούτων, ενώ από το όλο περιεχόμενο του σκεπτικού της καθίσταται βέβαιο, ότι αυτά λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν στο σύνολό τους.

Ακόμη, με τις σαφείς παραδοχές του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αιτιολογείται πλήρως ο τρόπος με τον οποίο τελέσθηκε το ως άνω αδίκημα. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και για εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 314 παρ.1,2 εδ.β ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 9 Ν. 4039/2012 και ήδη άρθρο 10 του ν. 4830/2021, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα και διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν διότι το Δικαστήριο ορθώς τα αποδεικτικά μέσα αξιολόγησε και το νόμο εφήρμοσε ως αναφέρεται και ανωτέρω.

Συγκεκριμένα, σχετικά με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σημειώνονται τα ακόλουθα: Το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αχθεί στην καταδικαστική γι' αυτόν (αναιρεσείοντα) κρίση του έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτιμήθηκαν και οδήγησαν στην καταδικαστική κρίση του, ενώ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν υπήρχε κατά νόμο ανάγκη να παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προέκυπτε χωριστά από το καθένα από αυτά, το ότι δε εξαίρει ορισμένα δεν σημαίνει ότι στηρίχθηκε μόνο σ' αυτά ή ότι αγνόησε τα υπόλοιπα.

Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό της που αλληλοσυμπληρώνονται, διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος κατά τόπο, χρόνο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις και ειδικότερα:

αιτιολογείται επαρκώς ο τρόπος τέλεσης των σωματικών βλαβών και ποιες ήταν αυτές (χωρίς να απαιτείται επιπλέον εξειδίκευση επί δήγματος σκύλου που συνιστά αυτοτελή σωματική βλάβη που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί όλως ελαφρά, χωρίς να απαιτείται μέγεθος τραύματος και λοιπά στοιχεία προσδιοριστικά αυτής, ή σοβαρότερες συνέπειες από τα δήγματα του σκύλου, παρά μόνο εάν διαπιστωθούν περαιτέρω τέτοιες) και η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος να παρεμποδίσει την επέλευση αυτών.

Κατά συνέπεια, με την απόφαση του το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της απλής σωματικής βλάβης και όχι της όλως ελαφρός σωματικής βλάβης, απάντησε και στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος. Με τις παραδοχές δε αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.

Κατά δε τα λοιπά, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση των αποδείξεων, με παράθεση σκέψεων και συλλογισμών, που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας συνιστούν, υπό την επίφαση του αναιρετικού λόγου της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσεως του Δικαστηρίου και είναι απαράδεκτες.

Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ'- Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενοι ως ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, είναι αβάσιμοι. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει - να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-2-2025 (με αριθμό πρωτ. 1/2025) αίτηση του Α. Τ. του Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 457/3-7-2024 - 463/10-7-2024 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην καταβολή των εξόδων της ποινικής διαδικασίας ποσού οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2025.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ