Legislator Case Law & Legislation
1183/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank's seizure of debtor's property due to proven intent to harm creditors.

Case Number 1183/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three debtors against the Third Instance Court of Thessaloniki's decision to uphold the bank's seizure of their property. The debtors argued that the seizure lacked sufficient evidence of malicious intent and was based on an uncontrolled assessment of the debtor's financial situation. The court rejected these claims, finding that the debtor's attempt to sell the property at a loss while owing significantly more than its value demonstrated the requisite intent to harm creditors under Article 939 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Creditors are entitled to demand the dissolution of any alienation by the debtor that harms them if the debtor's remaining assets are insufficient to satisfy the debt, provided the alienation was done with the intent to harm the creditors.

Keywords

AI generated
Civil Code Article 939 Intent to harm creditors Dissolution of alienation Insufficient remaining assets Bank seizure of property Appeal against seizure Malicious transfer

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 242 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Κ. του Ε. , κατοίκου ... , 2) Ε. Κ. του Χ. , κατοίκου ... και 3) Γ. Κ. του Χ. , κατοίκου ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Δαμάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γαρυφαλλιά Γιαννακούρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-11-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12054/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 168/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 4-6-2019 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, κατά της υπ' αριθ. 12054/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 29-11-2012 αγωγή της κατά των αναιρεσειόντων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και να υφίσταται κατά το χρόνο συζήτησης αυτής (ΑΠ 1437/2019) και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα, αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 28/2017).

Το γεγονός ότι η εν λόγω απαλλοτρίωση γίνεται προς εκπλήρωση σχετικής ηθικής υποχρέωσης του γονέα προς το τέκνο, δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε τη βλάβη των δανειστών, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 28/2017). Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 928/2014).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64-67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής, που είναι φορέας απαιτήσεως από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του.

Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου. Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το, μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί, δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διαρρήξεως, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 529/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1491/2018).

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενο του όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή.

Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολιεύσεως δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 621/2016).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118, 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ συνάγεται ότι, το δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η εκ μέρους του δανειστή διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, κάθε απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας του οφειλέτη του πρέπει, για την πληρότητά του, να διαλαμβάνει α) περιγραφή αφενός της απαίτησης του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεγενημένης κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και ληξιπρόθεσμης κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής και αφετέρου του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου του τελευταίου με τον προσδιορισμό της αξίας αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (Ολ ΑΠ 15/12) β) επίκληση προθέσεως βλάβης του δανειστή και θετικής γνώσεως της εν λόγω προθέσεως από τον τρίτο κατά τον χρόνο της απαλλοτριώσεως και γ) επίκληση βλάβης του δανειστή, συνισταμένη στην αδυναμία αυτού να ικανοποιήσει την απαίτησή του εξαιτίας του ότι η υπολειπομένη εμφανής, μετά την απαλλοτρίωση, περιουσία του οφειλέτη κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν επαρκεί γι' αυτό (Ολ ΑΠ 6/2003,ΑΠ 223/2022).

Ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του αρκεί προς ικανοποίηση του δανειστή δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής διαρρήξεως, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1778/2006). Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή του δανειστή κατά του οφειλέτη (τέτοιος είναι και ο εγγυητής), για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε από τον τελευταίο προς βλάβη του, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ.

ΑΚ, πρέπει, εκτός από τα άλλα, να προσδιορίζει το ποσό της απαίτησης, αλλά και της αιτίας από την οποία αυτή προήλθε (από το νόμο, από σύμβαση, αδικοπραξία κλπ). Ειδικότερα, αν η απαίτηση που έχει αυτός (ο ενάγων δανειστής) κατά του εναγόμενου οφειλέτη αποτελεί κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε, πρέπει στην αγωγή να γίνεται παράθεση όλων των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αυτού του λογαριασμού, από τα οποία προκύπτει αυτό το κατάλοιπο Η παράθεση αυτή δεν είναι αναγκαία όταν η αγωγή στηρίζεται στην αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη ή τον εγγυητή (ΑΠ 1116/2018).

Δεν είναι επίσης αναγκαία η παράθεση των χρεοπιστωτικών κονδυλίων αν για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης υφίσταται δεδικασμένο (άρθρα 321 επ.ΚΠολΔ), ενόψει του ότι το τελευταίο αποκλείει την αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της ύπαρξης και του ύψους της εν λόγω απαίτησης. Τέτοιο δεδικασμένο, που αποκλείει αυτή την αμφισβήτηση, προέρχεται και από τη διαταγή πληρωμής, η οποία εκδόθηκε μετά από αίτηση του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, για απαίτηση του κατά του τελευταίου από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού που κλείστηκε και η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη, είτε με την τελεσίδικη απόρριψη ανακοπής κατ' αυτής, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής μέσα στην προθεσμία των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την επίδοσή της, που ορίζεται στο άρθρο 632 παρ. 1ΚΠολΔ, με την άπρακτη πάροδο και της οριζόμενης στο άρθρο 633 παρ. 2 ΚΠολΔ νέας προθεσμίας για άσκηση ανακοπής από τη νέα επίδοση αυτής στον οφειλέτη (ΑΠ 1341/2019, AΠ 1116/2018).

Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας την αναφορά περισσότερων στοιχείων από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση της νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 703/2019, ΑΠ 1966/2017).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη εξέθετε στην υπό κρίση από 29-11-2012 αγωγή της, παραδεκτώς επισκοπούμενη από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ότι δυνάμει της 32.015623/9-11-2001σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και τις πρόσθετες αυτής πράξεις, χορήγησε στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ‘Κ.’ ΑΕ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΧΡΩΜΑΤΩΝ'' πίστωση μέχρι του ποσού των 358.694,06 ευρώ, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στην αρχική σύμβαση και στις πρόσθετες πράξεις αυτής.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσείων, εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπόλοιπου της ως άνω πίστωσης, ως αυτοφειλέτης. Ότι στο πλαίσιο της προειρημένης σύμβασης πιστώσεως κινήθηκαν οι ειδικότερα αναφερόμενοι στο δικόγραφο της αγωγής λογαριασμοί, τα επιμέρους χρεοπιστωτικά κονδύλια των οποίων παρατίθενται αναλυτικά στο δικόγραφο της αγωγής από την έναρξη λειτουργίας της πίστωσης και μέχρι την 18-8-2011, ημερομηνία κατά την οποία καταγγέλθηκε η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, υφισταμένου, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, τελικού χρεωστικού, σε βάρος της πιστούχου, καταλοίπου, ύψους 381.522,57 ευρώ.

Ότι με την από 19-8-2011 εξώδικη δήλωσή της, η οποία επιδόθηκε νόμιμα και στον πρώτο εναγόμενο στις 27-9-2011, γνωστοποίησε σε αυτόν την καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης πιστώσεως και το οριστικό κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών της πίστωσης, καλώντας συγχρόνως αυτόν να καταβάλει το ανωτέρω ποσό λόγω της ευθύνης του ως εγγυητή, ενώ κατόπιν αιτήσεως της εκδόθηκε η υπ' αριθ. 33944/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία οι ενεχόμενοι, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος των εναγομένων υποχρεώθηκαν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 381.522,57 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων.

Ότι περαιτέρω, στις 10-12-1998 η ενάγουσα σύναψε με τον πρώτο εναγόμενο, σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας του χορήγησε δάνειο ποσού 10.140.000 γιεν Ιαπωνίας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που εκτίθενται στην αγωγή. Ότι σε εκτέλεση και προς παρακολούθηση της σύμβασης αυτής, τηρήθηκε ο υπ' αριθ. 65010129 λογαριασμός, η κίνηση του οποίου ενσωματώνεται στην αγωγή, για το χρονικό διάστημα από την εκταμίευση του ποσού μέχρι τις 31-1-2011, οπότε λόγω υπαίτιας μη καταβολής, από τον πρώτο εναγόμενο, των δόσεων για το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 και εφεξής, μετέφερε το εμφανιζόμενο τότε υπόλοιπο σε οριστική καθυστέρηση.

Ότι με την από 2-2-2011 εξώδικη δήλωσή της, την οποία επέδωσε στον πρώτο εναγόμενο, κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση δανείου, με αποτέλεσμα να καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και το άληκτο κεφάλαιο του δανείου, συνολικού ύψους 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας και κατά μετατροπή 34.866,20 ευρώ. Ότι αρνούμενος ο τελευταίος να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση, καταβάλλοντας το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί, εξεδόθη, κατόπιν αιτήσεώς της, η υπ' αριθ. 8292/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε να καταβάλει το ποσό των 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας στην τρέχουσα αξία του σε ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης, πλέον τόκων και εξόδων.

Ότι τελικά, ο πρώτος εναγόμενος της οφείλει, και για τις δύο απαιτήσεις, το ποσό των 381.522,57 ευρώ και το ποσό των 3.841.230,00 JPY, στην τρέχουσα αξία του σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξόφλησης, αμφότερα δε πλέον τόκων και εξόδων. Ότι, εν τω μεταξύ, δυνάμει του υπ' αριθ. ... /22-6-2009 συμβολαίου της Συμβ/φου Θεσσαλονίκης Βαλασίας Μπουλάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων - τέκνα του, ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), που αναλυτικά περιγράφεται στην αγωγή, κατά θέση, όρια και έκταση, η εμπορική αξία του οποίου ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 60.000 ευρώ καθώς και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της καθ' ύψος επέκτασης επί του επίσης αναλυτικά περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, εμπορικής αξίας 5.000 ευρώ.

Ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν με σκοπό βλάβης της, προκειμένου να ματαιωθεί η ικανοποίηση της προαναφερόμενης απαίτησής της, αφού ο πρώτος των εναγομένων γνώριζε κατά το χρόνο που η ως άνω δικαιοπραξία έλαβε χώρα, αφενός μεν ότι είναι οφειλέτης της ενάγουσας, αφού η απαίτησή της ήταν ήδη γεγενημένη, αφετέρου ότι με τον τρόπο αυτό θα ματαιώσει την ικανοποίηση αυτής, αφού στερούνταν άλλης εμφανούς επαρκούς περιουσίας και δεν θα έχει πλέον τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την ένδικη αξίωσή της, γεγονός που γνώριζαν και οι δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, τέκνα του, σε κάθε δε περίπτωση δεν απαιτείται γνώση αυτών, εφόσον πρόκειται για μεταβίβαση από χαριστική αιτία.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να απαγγελθεί υπέρ αυτής η διάρρηξη της εν λόγω γονικής παροχής. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν στο Εφετείο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον νομίμως προταθέντα πρωτοδίκως με τις προτάσεις τους και επαναφερθέντα στο Εφετείο ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης και, επίσης, ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον δεν μνημονεύεται σ' αυτήν:

α) το σύνολο των χρεωπιστωτικών κονδυλίων όλων των λογαριασμών που κινήθηκαν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης του πρώτου αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη τράπεζα από το άνοιγμα μέχρι το κλείσιμό τους και την καταγγελία τους και το γεγονός ότι αναφορικά με την ύπαρξη και το ύψος της επίδικης απαίτησης της αναιρεσίβλητης δεν υφίσταται δεδικασμένο καθώς είχε μεν εκδοθεί η υπ' αριθ. 33.944/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ο πρώτος αναιρεσείων έχει ασκήσει την από 27-12-2011 ανακοπή και β) ότι η εναπομείνασα περιουσία του πρώτου εξ αυτών αξίας 450.000 ευρώ υπερκαλύπτει την απαίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας.

Ωστόσο, με βάση το εκτεθέν ως άνω περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνονται όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 939-942 ΑΚ απαιτούμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα: α) ο επαρκής, κατά το ποσό και τα παραγωγικά αίτια, προσδιορισμός των απαιτήσεων α)της αναιρεσίβλητης κατά της πιστούχου εταιρείας και κατά του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος, ως εγγυητή της σύμβασης πίστωσης, και β) της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος, από την σύμβαση δανείου, που ήταν γεγενημένες κατά το χρόνο επιχείρησης της απαλλοτρίωσης και ληξιπρόθεσμες κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, μάλιστα δε παρατίθενται όλα τα χρεοπιστωτικά κονδύλια των επίμαχων λογαριασμών από την έναρξη των συμβάσεων και το άνοιγμά των σχετικών λογαριασμών και μέχρι την καταγγελία τους, μη απαιτούμενης για το λόγο αυτό της ύπαρξης δεδικασμένου, για την ύπαρξη και το ύψος της από το κατάλοιπο απαίτησης, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, β) η περιγραφή του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με προσδιορισμό της αξίας του, γ) η εκ μέρους του πρώτου εναγομένου - οφειλέτη πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και δ) η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του ως άνω οφειλέτη προς ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης δανείστριας και η συνακόλουθη βλάβη αυτής εξ αιτίας της αφερεγγυότητας του, που συνέτρεχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε ο ισχυρισμός ότι η υπόλοιπη εμφανής περιουσία του οφειλέτη αρκεί προς ικανοποίηση του δανειστή δεν αποτελεί στοιχείο της βάσεως της αγωγής διαρρήξεως, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο πρώτος αναιρεσείων, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και επομένως δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μετ' αποδοχή σχετικού λόγου έφεσης της αναιρεσίβλητης, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής, έστω και αν δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη σκέψη στην απόφασή του.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφ' ενός μεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι η αγωγή ήταν αόριστη, αφού τον απέρριψε εν τοις πράγμασι, αφ' ετέρου δε δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας της. Κατά συνέπεια, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 1382/2019).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, το Εφετείο δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 32015623/9-11-2001 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ''Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias ΑΕ'' και ήδη ''ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ'' καθολικής διαδόχου της ανωτέρω, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της(ήδη αναιρεσίβλητης) και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ‘Κ.’ ΑΕ - ΕΜΠΟΡΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΧΡΩΜΑΤΩΝ'', νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον πρώτο εναγόμενο(ήδη πρώτο αναιρεσείοντα), η πρώτη χορήγησε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 20.000.000 δραχμών και ήδη 58.694,06 ευρώ.

Ακολούθως, δυνάμει της με αρ. 32015623/1/73-2006 σύμβασης αύξησης πίστωσης αυξήθηκε η αρχική πίστωση κατά το ποσό των 300.000 ευρώ και έτσι ανήλθε στο συνολικό ποσό των 358.694,06 ευρώ κατά τους αναφερόμενους σε αυτές όρους και στην συνακόλουθη από 12-11-2008 πρόσθετη πράξη με την οποία τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση ως προς τις διατάξεις που αφορούν το επιτόκιο.

Στις ανωτέρω συμβάσεις συμβλήθηκε ως εγγυητής ο πρώτος εναγόμενος, εγγυώμενος την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, έξοδα κλπ εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου της συνομολογηθείσας απαίτησης και εν γένει την εκπλήρωση παρά της πρωτοφειλέτιδας όλων των αναληφθεισών με την προαναφερθείσα σύμβαση υποχρεώσεών της, ενεχόμενος εις ολόκληρο με αυτήν ως αυτοφειλέτης και παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από την ένσταση δίζησης και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 853, 854,858, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ.

Για την εξυπηρέτηση της σύμβασης αυτής ανοίχθηκε

και τηρήθηκε από την ενάγουσα, κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, ο υπ αρ. ... λογαριασμός και στη συνέχεια σε μεταφορά ο υπ αρ. ... λογαριασμός, τον οποίο η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, τον έκλεισε οριστικά στις 18-8-2011 λόγω μη κάλυψης της πίστωσης, κατόπιν δε, δυνάμει της από 19-8-2011 επιστολής της, την οποία επέδωσε και στον πρώτο εναγόμενο την 27-9-2011 (βλ. την με αρ. 9847/27-9-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ. Π. ), κατήγγειλε τη σύμβαση, με χρεωστικό κατάλοιπο ποσού 381.522,57 ευρώ, καλώντας αυτόν να εξοφλήσει άμεσα το ανωτέρω ποσό.

Στη συνέχεια εκδόθηκε, ύστερα από αίτηση της ενάγουσας, η με αρ. 33944/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν η πιστούχος και ο εγγυητής να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 381.522,57 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας από 18-8-2011 και εξόδων που ορίστηκαν σε 6.100 ευρώ, αντίγραφο δε εξ απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε νόμιμα, με επιμέλεια της ενάγουσας και στον πρώτο των εναγομένων, την 14- 12-2011 (βλ.

την με αρ. 1097/14-12-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Θ. Π. ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 10129/10-12-1998 σύμβασης πίστωσης στεγαστικού δανείου, καθώς και το από 10-12-1998 προσάρτημα αυτής, η ενάγουσα χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο δάνειο ποσού 10.140.000,00 γιεν Ιαπωνίας (JΡΥ) σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σ' αυτήν.

Σε εκτέλεση δε της παραπάνω σύμβασης δανείου και προς παρακολούθηση αυτής, τηρήθηκε ο υπ αρ. 65010129 λογαριασμός, ο οποίος μεταφέρθηκε την 31-1-2011 λόγω υπαίτιας μη καταβολής από τον πρώτο εναγόμενο των δόσεων για το χρονικό διάστημα από την 1-9-2009 και εφεξής, σε οριστική καθυστέρηση. Για το λόγο αυτό, με την από 2-2-2011 εξώδικη πρόσκληση, που επιδόθηκε νόμιμα στον πρώτο εναγόμενο την 9-2-2011 (βλ.

την με αρ. 3283/9-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Κ. Α. ), η ενάγουσα κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση δανείου, καλώντας τον πρώτο εναγόμενο να προβεί στην άμεση εξόφληση της οφειλής, ανερχόμενης τότε στο ποσό των 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας ή κατά μετατροπή, 34.866,20 ευρώ, πλέον εξόδων και τόκων υπερημερίας.

Λόγω δε της αδράνειας ως προς την καταβολή της ως άνω ληξιπρόθεσμης οφειλής, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση της με αρ. 8292/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας στην τρέχουσα αξία του σε ευρώ κατά τον χρόνο της εξόφλησης με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 10-2-2011 και μέχρι την εξόφληση καθώς και το ποσό των 1.100 ευρώ για δικαστική δαπάνη.

Αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της παραπάνω διαταγής πληρωμής με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο την 10-4-2012 (βλ. την με αρ. 2675/10-4-2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Κ. ). Συνολικά επομένως ο πρώτος εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 381.522,57 ευρώ καθώς και το ποσό των 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας στην τρέχουσα αξία του σε ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης, αμφότερα δε, πλέον τόκων και εξόδων.

Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 3359/9-4-2013 κατασχετήρια έκθεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Θ. Π. επιβλήθηκε με επίσπευση της ενάγουσας για ποσό 201.000 ευρώ αναγκαστική κατάσχεση σε ακίνητο του πρώτου εναγομένου και ειδικότερα του με αρ. 242 οικοπέδου, εκτάσεως 1007 τμ, ευρισκομένου στο ... οικοδομικό τετράγωνο της τοπικής κοινότητας ... , του Δήμου ...

της περιφερειακής ενότητας Θεσσαλονίκης, της περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί δύο όμοιες κατοικίες με υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο έκαστη, εμβαδού 134,24 τμ το υπόγειο, 122,68 τμ το ισόγειο, 117,08 τμ ο πρώτος όροφος και 60 τμ η σοφίτα, ενώ με την υπ αρ. 3371/2013 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 12-6-2013 στο Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με τιμή πρώτης προσφοράς 280.000 ευρώ και η αξία εκτίμησής του ορίστηκε στο ποσό των 400.000 ευρώ, πλην όμως αυτός δεν πραγματοποιήθηκε μετά από σχετική εντολή της επισπεύδουσας και σχετική αίτηση του καθ ου η εκτέλεση.

Ακολούθησαν οι υπ αρ. 3412/2013 Α', 3571/2014 Β', 3670/2014 Γ', 3742/2014 Δ', 3768/2014 Ε' και 3780/2015 ΣΤ' επαναληπτικές περιλήψεις κατασχετήριας έκθεσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή για ορισμό νέων πλειστηριασμών λόγω μη τελεσφόρησης του προηγούμενου εκάστου αυτών, όσον αφορά τους τέσσερις τελευταίους κατά τις ημερομηνίες 24-9-2014, 26-11-2014, 28-1-2015 και 29-4-2015, εξαιτίας της μη προσέλευσης πλειοδοτών.

Κατόπιν των ανωτέρω δυνάμει της υπ αρ. 2787/23-10-2019 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Α. Κ. , ορίσθηκε νέα ημερομηνία πλειστηριασμού η 27-5- 2020 όπου το ακίνητο εκτιμήθηκε στο ποσό των 180.000 ευρώ που αποτελεί και την ορισθείσα τιμή πρώτης προσφοράς.

Στο ανωτέρω ακίνητο, σύμφωνα με το με αριθμό 7825/10-4-2013 πιστοποιητικό βαρών του Υποθ/κείου Θεσσαλονίκης υφίσταντο προσημείωση υποθήκης για ποσό 14.196.000 γιεν Ιαπωνίας καταχωρημένη την 15-12-1998, προσημείωση υποθήκης για ποσό 76.302,27 ευρώ καταχωρημένη την 14-11-2001, και προσημείωση υποθήκης για ποσό 390.000 ευρώ καταχωρημένη την 10-3-2006, υπέρ της ενάγουσας.

Και ενώ τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά, ιδίως η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, όπως προαναφέρθηκε, είχαν συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη πριν από το κλείσιμο του λογαριασμού και ανεξάρτητα αν ήταν βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε δυνάμει του υπ αρ. ... /22-6-2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Βαλασίας Μπουλάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, από κοινού, εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία, λόγω γονικής παροχής στους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, τέκνα του(ήδη δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων), αφενός μεν το δικαίωμα πλήρους κυριότητας, νομής και κατοχής επί ολόκληρου του ισογείου ορόφου που περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα 70 περίπου τμ και αποτελείται από δύο δωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και λουτροαποχωρητήριο, με ποσοστό 45% εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, ευρισκόμενο σε διώροφη οικία στον Δήμο Ευόσμου Θεσσαλονίκης επί της οδού Αριστοφάνους αρ. 21, εμπορικής αξίας του μεταβιβασθέντος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, 60.000 ευρώ, αφετέρου δε, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος της καθ ύψος επέκτασης της ως άνω διώροφης οικίας, με ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο, εμπορικής αξίας 5.000 ευρώ, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αμφισβητείται εν προκειμένω με λόγο έφεσης.

Συνεπώς αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο της παραπάνω μεταβίβασης (22-6-2009), ως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ήταν ήδη δανείστρια του πρώτου εναγομένου, ενώ η απαίτηση αυτής κατέστη ληξιπρόθεσμη μέχρι την συζήτηση της υπό κρίση αγωγής. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος των εναγομένων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής που συνιστά τον κρίσιμο χρόνο για να κριθεί η ανεπάρκεια της υπόλοιπης περιουσίας του και συνακόλουθα η διάγνωση της αφερεγγυότητάς του και του προσδιορισμού της ενδεχόμενης βλάβης της ενάγουσας, αλλά και κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής, εξακολουθεί και έχει στην αποκλειστική του κυριότητα το ανωτέρω με αρ. 242 οικόπεδο μετά των δύο οικιών, όπως ανωτέρω περιγράφηκε, επί του οποίου υφίσταται, πλέον της κατάσχεσης που επισπεύστηκε από την ενάγουσα, προσημείωση υποθήκης για ποσό 99.038,57 ευρώ καταχωρημένη την 30-11-2010 υπέρ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ''ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ''.

Ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο πρώτος εναγόμενος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αλλά και κατά τη συζήτηση αυτής δεν είχε επαρκή εμφανή ακίνητη περιουσία για την κάλυψη του χρέους του έναντι της ενάγουσας, εφόσον εξ αιτίας των ως άνω βαρών απομειώνεται σε μεγάλο βαθμό η αξία του προπεριγραφέντος ακινήτου και καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η εκποίησή του ενόψει της απροθυμίας των αγοραστών να αποκτήσουν ακίνητα βεβαρημένα με προσημειώσεις επιπροσθέτως δε, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, ο πρώτος των εναγομένων, πέραν της ως άνω οφειλής του προς την ενάγουσα, είχε επίσης οφειλή και προς την Πανελλήνια Τράπεζα για την οποία, ως προαναφέρθηκε, ενεγράφη υπέρ της προσημείωση για ποσό 99.038,57 ευρώ.

Επομένως, κατά το χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης, το σύνολο των υποχρεώσεων του πρώτου των εναγομένων προς τους δανειστές του υπερέβαινε κατά πολύ την αξία της υπολειπόμενης περιουσίας του και, συνεπώς, η τελευταία δεν επαρκούσε για την ικανοποίησή τους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η μεταβίβαση του προαναφερθέντος ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο έγινε με σκοπό βλάβης της ενάγουσας δανείστριας και προκειμένου να αποστερηθεί η τελευταία της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή της, αφού γνώριζε ότι μετά την εν λόγω μεταβίβαση δεν θα μπορούσε η τελευταία να ικανοποιηθεί από την υπόλοιπη περιουσία του.

Εν όψει δε, της χαριστικής αιτίας της άνω δικαιοπραξίας προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, που είναι τέκνα του, δεν απαιτείται γνώση αυτών ως προς την πρόθεση του γονέα τους. Εξ' άλλου, το γεγονός ότι η ανωτέρω γονική παροχή έλαβε χώρα σε χρόνο προγενέστερο του οριστικού κλεισίματος του αλληλόχρεου λογαριασμού που έγινε την 18-8-2011,οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, δεν ασκεί εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, καθόσον, τα παραγωγικά της απαίτησης της ενάγουσας περιστατικά υπήρχαν ήδη, από το χρόνο της σύναψης της σύμβασης, αλλά και της δημιουργίας των καταλοίπων, ώστε η απαίτηση της να είναι γεγεννημένη και με το κλείσιμο των λογαριασμών, που είχε συντελεσθεί μέχρι την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατέστη (η απαίτηση της) απλώς ληξιπρόθεσμη και απαιτητή...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη υπέρ της αναιρεσίβλητης της επίμαχης δικαιοπραξίας (γονικής παροχής).

Από τις ως άνω αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε, τα οποία δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ, τους οποίους σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία του ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος έγινε προς βλάβη της αναιρεσίβλητης, αφού κατά το χρόνο που αυτή καταρτίσθηκε ο ως άνω οφειλέτης γνώριζε την οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη και παρά ταύτα επεχείρησε από πρόθεση την ανωτέρω χαριστική δικαιοπραξία με αποκλειστικό σκοπό να την αποστερήσει από τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την απαίτησή της από το περιουσιακό στοιχείο που διέθετε, και β) ότι η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του οφειλέτη της αναιρεσίβλητης, κατά τον κρίσιμο χρόνο που είναι ο χρόνος άσκησης της αγωγής δεν αρκούσε για να ικανοποιηθεί η απαίτηση της τελευταίας, δεδομένου ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος ήτοι ένα οικόπεδο, επί του οποίου είχαν ανεγερθεί δύο όμοιες κατοικίες, κειμένου στο 46ο ΟΤ του Δήμου ...

Θεσσαλονίκης, είχε ήδη κατασχεθεί αναγκαστικά από την αναιρεσίβλητη, υφίστατο δε επ' αυτού και προσημείωση υποθήκης ποσού 99.038,56 ευρώ, υπέρ της Πανελλήνιας Τράπεζας, εγγραφείσα στις 30-11-2010, για απαιτήσεις της ανωτέρω Τράπεζας, που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες και απαιτητές σε προηγούμενο χρόνο. Προς επίρρωση του ανωτέρου δικανικού πορίσματος η προσβαλλόμενη διαλαμβάνει ότι το ως άνω μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου αναιρεσείοντος που είχε ήδη κατασχεθεί αναγκαστικά από την αναιρεσίβλητη, είχε εκτεθεί αρχικά σε πλειστηριασμό στις 12-6-2013, με τιμή πρώτης προσφοράς 280.000 ευρώ και αξία εκτίμησης 400.000 ευρώ, ο οποίος ματαιώθηκε με εντολή της επισπεύδουσας, ακολούθως δε εκτέθηκε σε έξι πλειστηριασμούς, οι οποίοι ματαιώθηκαν λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών, ενώ είχε ήδη ορισθεί νέος πλειστηριασμός αυτού με αξία εκτίμησης αυτού και ορισθείσα τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των 180.000 ευρώ, ενώ η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος ανερχόταν ήδη σε 381.522,57 ευρώ και 3.841.230,00 γιεν Ιαπωνίας, στην τρέχουσα αξία του σε ευρώ κατά το χρόνο της εξόφλησης, αμφότερα δε τα ποσά αυτά πλέον τόκων και εξόδων, ήτοι η οφειλή του πρώτου αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο υπερέβαινε κατά πολύ την αξία του ως άνω μοναδικού του ακινήτου.

Εκτός των στοιχείων αυτών, δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων περιστατικών και δη περιστατικών από τα οποία να χαρακτηρίζεται εσπευσμένη η άνω ενέργεια του πρώτου αναιρεσείοντος. Οι λοιπές αιτιάσεις που αποδίδουν οι αναιρεσείοντες ως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό των αποδείξεων καθώς και σε αντίθετα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς τις παραπάνω παραδοχές και το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Επομένως, ο δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την αναγκαία, κατ' άρθρο 939 ΑΚ, πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης και με την ανεπάρκεια της υπολειπόμενης περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμοι.

Κατόπιν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-3-2021 αίτηση των α) Χ. Κ. του Ε. , β) Ε. Κ. του Χ. και γ) Γ. Κ. του Χ. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 168/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ