Legislator Case Law & Legislation
1183/2020 AI generated

1183/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1183/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1183/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1454/2017).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γεωργέλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Βόλβης (Ο.Τ.Α.), που εδρεύει στο Σταυρό Θεσσαλονίκης, με τον οποίο συνενώθηκε ο Δήμος Αρέθουσας, ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως από την έναρξη λειτουργίας του σε όλα τα ενοχικά και εμπράγματα δικαιώματα και υποχρεώσεις του συνενούμενου Δήμου Αρέθουσας και που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Νάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3757/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2097/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: O ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυριζόμενος με την αγωγή του, ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που συνήψε προφορικά με το Δήμο Αρέθουσας, που έχει συνενωθεί με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο Βόλβης, ο οποίος, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 283 παρ. 1 ν. 3852/2010, υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτού, πώλησε και παρέδωσε στον ανωτέρω Δήμο τα αναφερόμενα στην αγωγή εμπορεύματα, για τα οποία εξέδωσε τα επισυναπτόμενα σ' αυτή τιμολόγια - δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 55.564,82 ευρώ, και ότι ο αναιρεσίβλητος αρνείται να του καταβάλει το συμφωνηθέν για εκάστη επί μέρους σύμβαση τίμημα, που είχε συμφωνηθεί να καταβάλλεται εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του αντίστοιχου τιμολογίου, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος, με βάση τη σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 55.564,82 ευρώ νομιμοτόκως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 3757/2015 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο, ως προς μεν την κύρια βάση της ότι όλες οι επί μέρους συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες, κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, λόγω έλλειψης του απαιτούμενου από το άρθρο 41 του Ν.Δ. 496/1974 έγγραφου τύπου, ως προς δε την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των πωληθέντων εμπορευμάτων στον αντισυμβαλλόμενο Δήμο και, συνακόλουθα, ο άνευ νόμιμης αιτίας πλουτισμός αυτού.

Κατά της ανωτέρω απόφασης άσκησε έφεση ο αναιρεσείων, ο οποίος με τους σχετικούς λόγους αυτής παραπονέθηκε μόνον για την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής του, εκδόθηκε δε επ' αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, ενεργώντας στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος, ερεύνησε την αγωγή μόνον κατά την επικουρική της βάση και, αφού δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δεν αποδείχθηκε η παράδοση των πωληθέντων εμπορευμάτων στον Δήμο Αρέθουσας, απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε ο ενάγων - εκκαλών την υπό κρίση αναίρεσή του. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1454/2017).

Ειδικότερα, οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015).

Παράλληλα, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται για πρώτη φορά στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013) και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή, ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (ΑΠ 1501/2018, ΑΠ1461/2013).

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβ/φου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 204/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ.11γ του ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 9386/26-5-2017 ένορκη βεβαίωση του Χ. Τ. ενώπιον της συμβ/φου ... Ε. Κ., την οποία παραδεκτά είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ενώπιόν του για την ουσιαστική βασιμότητα της έφεσής του και προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι είχε παραδώσει στον αντισυμβαλλόμενο Δήμο τα πωληθέντα, δυνάμει των ένδικων συμβάσεων, εμπορεύματα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) των ενώπιον του Εφετείου από 29-5-2017 προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός, πράγματι, ρητά και με σαφήνεια, επικαλέστηκε και προσκόμισε νομότυπα, το πρώτον, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε μετά την πρωτοβάθμια δίκη, ύστερα από τη μνημονευόμενη νόμιμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, για την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε την υπ' αριθμ. .../23-5-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου ...

Ε. Κ. Ούτε, όμως, από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων απόδειξης "που περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλούμενης απόφασης" και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής, προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη και την προαναφερόμενη δικονομική φύση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την εν λόγω ένορκη βεβαίωση, αφού δεν μνημονεύεται, ειδικά, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη, άμεση ή έμμεση, αναφορά στο περιεχόμενό της, ούτε εκτίθεται ότι αποκρούστηκε η προσκόμισή της κατ' άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Εφετείο, αφού δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσία της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, καθόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε.

Επομένως, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω κριθέντος ως βασίμου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τη μεταβιβασθείσα στο Εφετείο αγωγική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, μειωμένα όμως σύμφωνα με το άρθρο 281 Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2097/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα αυτό αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ