Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment in commercial debt dispute regarding bank draft payments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant company's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Piraeus. The lower court ruled that the first defendant was the sole legal representative of the shipping company at the time of issuing unpaid bank drafts, rejecting the third defendant's claim to passive representation. The court found the appeal arguments regarding the identity of the legal representative and the lower court's failure to consider specific claims to be unfounded and an overstep of judicial authority.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant's arguments regarding the factual assessment of the legal representative's identity are unfounded and constitute an uncontrolled evaluation of facts reserved for the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1183 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Απριλίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", με το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Δημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Μπαγιάτη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... S.A.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 3) Ε.-Σ. Φ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Μπαγιάτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 339/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 157/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (όπως αυτή διορθώθηκε με την 311/2017 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 28-7-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων υπ' αριθ. 157/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 311/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία.
Με την απόφαση αυτή, συνεκδικάσθηκαν η από 16-6-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, καθώς και η από 22-7-2015 έφεση των πρώτου και τρίτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και κατά της υπ' αριθ. 339/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε εκδοθεί ερήμην των εναγομένων και είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 30-12-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων και είχε υποχρεώσει τους τελευταίους να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 90.187,00€ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα α) το ποσό των 60.887,006, που οφειλόταν σ' αυτή βάσει των αναφερομένων συμβάσεων πώλησης και έργου, καθώς και ως αποζημίωση, βάσει της αναφερόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων σε βάρος της, β) το ποσό των 23.300,006 (11.650+11.650), που οφειλόταν σ' αυτή ως αποζημίωση, λόγω της αδικοπραξίας της έκδοσης δύο ακάλυπτων επιταγών και το ποσό των 6.000,006 ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων.
Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, α) έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσία την από 28-7-2015 έφεση της ενάγουσας, με την οποία παραπονείτο, κατά το μέρος που είχε απορριφθεί το αίτημα της αγωγής της περί προσωρινής κράτησης του πρώτου και τρίτου των εναγομένων, της είχε επιδικασθεί για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 6.000,006 αντί του αιτουμένου των 20.000,006 και για δικαστική δαπάνη το ποσό των 3.600,006 αντί του αιτουμένου των 5.160,616 και β) δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 16-6-2015 έφεση των πρώτου και τρίτου των εναγομένων, που είχαν δικασθεί ερήμην στον πρώτο βαθμό, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος, που είχε γίνει δεκτή η από 30-12-2013 αγωγή σε βάρος τους, δίκασε εκ νέου την υπόθεση και αφού απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου και τρίτου των εναγομένου κατά το αίτημά της περί καταβολής του ποσού των 60.887,006, λόγω αοριστίας και κατά το μέρος που στρεφόταν και κατά του τρίτου εναγομένου κατά το αίτημά της περί καταβολής αποζημίωσης από την έκδοση των δύο ακάλυπτων επιταγών ως αβάσιμη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή κατά το μέρος, που στρεφόταν κατά του πρώτου εναγομένου και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 24.000,00€, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συγκεκριμένα το ποσό των 23.300€ (11.650+11.650) ως αποζημίωση για την αδικοπραξία της έκδοσης εκ μέρους του ως νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης εταιρείας των αναφερομένων δύο τραπεζικών επιταγών και το ποσό των 700,006 για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά η ενάγουσα.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ....95γ/17-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς Ι. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς παράσταση κατά τη συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (16-4-2018), επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, εφόσον, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την παραπάνω δικάσιμο, αυτή δεν εμφανίσθηκε, ούτε υπέβαλε την κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 552, 553 παρ.1 στοιχ. β', 309 εδ. α', 321, 577 παρ.1 και 2 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 12/2011), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή, αναλόγως, έφεση (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 12/2011), ήτοι καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 243/2017).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 παρ.1 β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2 και 76 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη, ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1340/ 2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την από 30-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εναγομένων, η υπ' αριθ. 339/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι τελευταίοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των 90.187,00€ με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής αφενός η ενάγουσα άσκησε την από 16-6-2015 έφεσή της και αφετέρου ο πρώτος και ο τρίτος από τους εναγομένους, που είχαν δικασθεί ερήμην, άσκησαν την από 22-7-2015 έφεσή τους επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης υπ' αριθ. 157/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 311/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου.
Στη συζήτηση επί της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, η δεύτερη από τους εναγόμενους-εφεσίβλητους και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε και δικάστηκε ερήμην, η δε συζήτηση προχώρησε σαν να ήταν παρούσα και, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση αυτή, απορρίφθηκε στη συνέχεια κατ' ουσίαν και το εφετείο όρισε παράβολο, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της απούσας, δεύτερης εφεσίβλητης.
Κατά της απόφασης αυτής η εκκαλούσα- ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 28-7-2017 αίτηση αναίρεσης. Η ως άνω απόφαση του εφετείου, όμως, υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας εκ μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης, που δικάστηκε ερήμην, και η προθεσμία για την άσκηση αυτής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατά της εν λόγω απόφασης.
Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ούτε και η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι έχει κατά νόμιμο τρόπο παρέλθει η δεκαπενθήμερη προθεσμία για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους της. Ενόψει των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και συνεπώς, ως προς την τελευταία, δεδομένου ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, αφού κατά την αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι φέρονται ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι για την καταβολή αποζημίωσης έναντι της αναιρεσείουσας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε κατ' αυτής και αναφέρεται στον πρώτο λόγο αυτής, από τους αριθ. 9, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά το μέρος που αφορούν στους πρώτο και τρίτο από τους αναιρεσίβλητους.
Κατά το άρθρο 10 ΑΚ η ικανότητα του νομικού προσώπου ρυθμίζεται από το δίκαιο της έδρας του. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι από το δίκαιο της έδρας του νομικού προσώπου ρυθμίζονται τα επί μέρους ζητήματα, που αφορούν στην ίδρυση, την έναρξη, την έκταση της ικανότητας δικαίου, τη λύση, την επωνυμία και τη διαχείριση του νομικού προσώπου, καθώς και στην αντιπροσωπευτική εξουσία και την ευθύνη των οργάνων του.
Ως "έδρα" δε στη διάταξη αυτή νοείται όχι η καταστατική, αλλά η πραγματική, ο τόπος, δηλαδή, όπου είναι εγκατεστημένα τα όργανα που κινητοποιούν τον οργανισμό του νομικού προσώπου, ασκείται πραγματικά η διοίκηση και λαμβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία του αποφάσεις. Απόκλιση από τον θεσπιζόμενο με το άρθρο 10 ΑΚ κανόνα της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου εισάγεται με το άρθρο 1 του Ν.791/1978, σύμφωνα με το οποίο ναυτιλιακές εταιρίες, των οποίων η σύσταση έγινε κατά τους νόμους αλλοδαπής πολιτείας, εφόσον είναι ή ήσαν πλοιοκτήτριες ή διαχειρίστριες πλοίων υπό ελληνική σημαία ή είναι εγκατεστημένες ή ήθελαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 25 του Ν 27/1975 ή των ΑΝ 89/1967 και 378/1968, διέπονται, ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το δίκαιο της χώρας, στην οποία βρίσκεται κατά το καταστατικό τους η έδρα τους, ανεξαρτήτως του τόπου από τον οποίο διευθύνονται ή διευθύνονταν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει οι υποθέσεις τους.
Η εφαρμογή των διατάξεων τούτων του άρθρου 1 του Ν.791/1978 επεκτάθηκε και στις αλλοδαπές εταιρίες πλοιοκτήτριες πλοίων υπό ξένη σημαία, εφόσον τα πλοία τους, διαχειρίζονταν γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών του άρθρου 25 του Ν 27/1975. Οι παραπάνω αναφερθείσες δύο περιπτώσεις αποτελούν εξαιρετικό δίκαιο, κατ' απόκλιση του άρθρου 10 ΑΚ, όπως η έννοιά του προσδιορίσθηκε παραπάνω, αφού ρητά συνδέουν την ικανότητα δικαίου αυτών στην Ελλάδα με το δίκαιο της χώρας της καταστατικής έδρας τους.
Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 10 ΑΚ, εταιρείες των οποίων τα όργανα διοίκησης λειτουργούν πράγματι στην Ελλάδα, διέπονται γενικά, άρα και ως προς τη σύσταση και ικανότητα δικαίου, από το ελληνικό δίκαιο, έστω και αν στο καταστατικό τους προβλέπεται άλλη "εθνικότητα" ή η έδρα τους έχει ορισθεί με το καταστατικό εκτός Ελλάδος.
Αν, συνεπώς, διαπιστωθεί, ότι η πραγματική έδρα της εταιρείας που φέρεται ως αλλοδαπή, βρίσκεται στην Ελλάδα και δεν έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που επιτάσσει το ελληνικό δίκαιο για το συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, η εν λόγω εταιρεία είναι άκυρη και θεωρείται ως "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, οι δε εταίροι των εταιρειών αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012.
Τούτο, όμως, δεν ισχύει, προκειμένου περί ναυτιλιακών εταιρειών πλοιοκτητριών ή διαχειριστριών πλοίων υπό ελληνική σημαία ή πλοίων υπό ξένη σημαία , εφόσον είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας ή τα πλοία αυτών διαχειρίζονται ή διεχειρίζοντο γραφεία ή υποκαταστήματα εταιρειών εγκατεστημένα εντός της ημεδαπής, δυνάμει ομοίως αδείας, καθόσον, κατά τα παραπάνω, διέπονται ως προς τη σύσταση, τη νομική προσωπικότητα και την ικανότητα δικαίου από το δίκαιο της χώρας, όπου ευρίσκεται η καταστατική έδρα αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου διεύθυνσης των εταιρικών υποθέσεων.
Η άδεια εγκατάστασης των εταιρειών αυτών, των γραφείων ή των υποκαταστημάτων τους στην Ελλάδα, χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας, που δημοσιεύεται, κατά το άρθρο 25 του πιο πάνω νόμου, (Ν. 27/1975) όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 28 Ν. 814/1978, 77 παρ. 5 Ν. 1892/1990 και 4 Ν. 2234/1994, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και έκτοτε επέρχονται και οι έννομες συνέπειές της.
Σε περίπτωση όμως που ανακληθεί η άδεια εγκατάστασης των ως άνω εταιρειών, οι εταιρείες αυτές, από τη δημοσίευση ομοίως της σχετικής υπουργικής απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον συνεχίζεται η λειτουργία τους, επειδή δεν έχουν συσταθεί κατά τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου, θεωρούνται κατά τα ανωτέρω ως ομόρρυθμες "εν τοις πράγμασι" και τα μέλη της διοίκησης και οι μέτοχοι αυτών ευθύνονται απεριορίστως και εις ολόκληρον μετά της εταιρείας, σύμφωνα προς τις διατάξεις των άρθρων 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 (ΟλΑΠ 2/2003, 2/1999, 461/1978, ΑΠ 803/2010, ΑΠ 812/2008).
Περαιτέρω, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο (άρθρ. 26 ΠΚ), που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 ΠΚ), αφού μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 με το άρθρου 1 του ΝΔ 1325/1972 δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια.
Έτσι, δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής, όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν θα έχει κατά την έκδοση ή την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του, κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό.
Οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής (ΑΠ 1536/2000, 571/2010, 798/2010) και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του παραπάνω άρθρου με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση κατ' αρχήν με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της. Δεν αποκλείεται δε η αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής από το γεγονός ότι την υπέγραψε ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρείας, αφού στην περίπτωση αυτή ευθύνεται.κατά το άρθρ. 71 ΑΚ εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο της εταιρείας και μάλιστα ανεξάρτητα από τη μορφή της εταιρείας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής ( ΑΠ 1069/2017, ΑΠ 1051/2012).
Ειδικότερα, επί ομόρρυθμης εταιρείας οι ομόρρυθμοι εταίροι της ευθύνονται εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο αυτής, κατά τα άρθρα 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 Ν. 4072/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 481 ΑΚ, και για τα χρέη αυτής που προέρχονται από αδικοπραξία και συγκεκριμένα από την έκδοση ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της, ο οποίος, ως υπαίτιος της τέλεσης του αδικήματος αυτού, ευθύνεται και ατομικά σε αποζημίωση του κομιστή της ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 1536/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστείς ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ-,ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω, ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Για να ιδρυθεί ο παρών λόγος πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ ΑΠ 20/2005).
Επιπλέον, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση, η οποία συντρέχει, όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε κάτι, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 58/2018).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξηείναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν, ότι το εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρεία είναι επιχείρηση με δραστηριότητα την πώληση και εγκατάσταση ηλεκτρονικών συστημάτων και ανταλλακτικών σε πλοία και σκάφη.
Η δεύτερη εναγομένη είναι αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία, που έχει συσταθεί κατά το δίκαιο της Λιβερίας με έδρα τη ....., με αντικείμενο εργασιών τη διαχείριση πλοίων, είχε δε εγκριθεί με την υπ' αριθ. 3122.1/3774/24121/17-6-2004 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας η εγκατάσταση γραφείου της στην Ελλάδα επί της οδού Κολοκοτρώνη αριθ. 92-94 στον Πειραιά, σύμφωνα με τον ΑΝ 89/1967 και των εκτελεστικών αυτού νόμων (Α.Ν. 378/1968, Ν. 814/1978, Ν.2234/1994, Ν. 3752/2009 και Ν. 4150/2013), πλην όμως η άδεια εγκατάστασής της ανακλήθηκε με την όμοια με αριθ. 3122.1/3744/24121/16-10-2013 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ 2739/Β/29-10-2013) και ως εκ τούτου έπαψε να υπάγεται στο πεδίο ρύθμισης του Ν. 791/1978 και εξομοιώθηκε έτσι με εταιρεία "εν τοις πράγμασι"...Περαιτέρω, η τελευταία, σε εκτέλεση δύο συμβάσεων πωλήσεως, που είχε συνάψει με τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία πώλησε και παρέδωσε σ' αυτήν τα κινητά πράγματα, που περιγράφονται κατά είδος, ποσότητα και αξία στα κατωτέρω τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, τα οποία εξέδωσε στο όνομα της δεύτερης εναγομένης, ήτοι τα με αριθ. ...06/16-4-2013 και ...36/26-4-2013 τιμολόγια πώλησης, ποσού 11.650€ εκάστου.
Προς εξόφληση των τιμολογίων αυτών η δεύτερη εναγομένη εταιρεία παρέδωσε στην ενάγουσα, που κατέστη έτσι νόμιμη κομίστρια, δύο μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεώς της στον ..... και υπογεγραμμένες από τον πρώτο των εναγομένων, σε διαταγή της ίδιας, ήτοι την υπ' αριθ. ...351-6 επιταγή με ημερομηνία εκδόσεως την 17-8- 2013, πληρωτέα από την τράπεζα "..." και την υπ' αριθ. ...17-7 επιταγή, με ημερομηνία εκδόσεως την 25-7-2013, πληρωτέα από την τράπεζα " ...".
Οι εν λόγω επιταγές εμφανίστηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως προς πληρωμή στις 20-8-2013 και στις 2-8-2013 αντίστοιχα, στις άνω πληρώτριες τράπεζες, πλην όμως δεν πληρώθηκαν, ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων στους αντίστοιχους τραπεζικούς λογαριασμούς, γεγονός που βεβαιώθηκε από τις τράπεζες στα σώματα αυτών, στις 22-8-2013 και 2-8-2013 αντίστοιχα.
Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από τη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, της οποίας έχει τεθεί η εταιρική σφραγίδα στη θέση του εκδότη, πλην όμως αυτή, κατά το χρόνο εκδόσεως, αποδείχτηκε ότι εκπροσωπείτο από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε δηλώσει την ιδιότητά του αυτή στην πληρώτρια τράπεζα, όπως αποδεικνύεται από τις από 1-10-2013 βεβαιώσεις των αρμοδίων υπαλλήλων των δύο τραπεζών, οι οποίοι βεβαιώνουν, ότι αυτός είχε δηλωθεί ως εκπρόσωπος της εκδότριας δεύτερης εναγομένης εταιρείας.
Από την παράνομη και υπαίτια αυτή συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ο οποίος επί πλέον γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο της έκδοσής τους, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισής τους προς πληρωμή, την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων κάλυψης των επιταγών στους τραπεζικούς λογαριασμούς από τους οποίους εσύροντο, η ενάγουσα υπέστη ζημία ισόποση της συνολικής αξίας των δύο επιταγών, ποσού συνολικού 23.300 ευρώ.
Ο πρώτος εναγόμενος, αρνούμενος την ιστορική βάση της αγωγής ισχυρίζεται ότι ενήργησε κατ' εξουσιοδότηση του τρίτου εναγομένου, ο οποίος ήταν πραγματικός, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών, νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας εταιρείας. Αυτό το γεγονός ομολογείται μεν από τον τρίτο εναγόμενο, όμως τούτο δεν αίρει τις ανωτέρω έννομες συνέπειες σε βάρος του πρώτου, αφού δεν δηλώθηκε στα σώματα των επιταγών η τοιαύτη εξουσιοδότηση, κατά τρόπο ώστε να καταστεί αντιληπτό ότι πρόκειται για άμεση αντιπροσώπευση (άρθρα 10 και 11 Ν. 5960/1933) δια της οποίας υποκείμενο της ιδρυόμενης σχέσης καθίσταται ο αντιπροσωπευόμενος...Επομένως, υπόχρεος για την εκ των επιταγών αξίωση είναι ο πρώτος εναγόμενος...Τέλος δεν αποδείχτηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικώς στην ένδικη έννομη σχέση εκ της επιταγής...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκανε δεκτή την αγωγή, που είχε βάση την αδικοπραξία από την έκδοση ακάλυπτων επιταγών, ως προς τον πρώτο εναγόμενο και υποχρέωσε αυτόν να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 23.300 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ την απέρριψε ως προς τον τρίτο εναγόμενο ως αβάσιμη.
Ειδικότερα το εφετείο δέχτηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν ο μόνος υπόχρεος να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το παραπάνω ποσό, διότι, κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, αυτός τις είχε υπογράψει ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας αυτών, η οποία ήταν αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία με αντικείμενο τη διαχείριση πλοίων και κατά τον ίδιο χρόνο είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, σύμφωνα με τον Α.Ν. 89/1967 και τους εκτελεστικούς αυτού νόμους, η οποία ανακλήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο, υπονοώντας συνεπώς ότι κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων επιταγών, τόσο τον πραγματικό ( 16-4-2013 και 26-4-2013 αντιστοίχως) όσο και τον αναγραφόμενο επί των σωμάτων αυτών (17-8-2013 και 25-7-2013 αντιστοίχως), η εκδότρια εταιρεία είχε νομική προσωπικότητα, κατά το δίκαιο της καταστατικής της έδρας, ως υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του Ν. 791/1978, δεχόμενη, όπως από το σύνολο των παραδοχών του συνάγεται, ότι έπαψε να υπάγεται σ' αυτές, εξομοιούμενη πλέον με "εν τοις πράγμασι" λειτουργούσα εταιρεία, σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανάκλησης της άδειας εγκατάστασης του γραφείου της στην Ελλάδα, που έλαβε χώρα στις 29-10-2013.
Η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 10 ΑΚ, 249 παρ. 1 και 258 παρ. 3 του Ν. 4072/2012, 71, 65, 67 και 68 ΑΚ, αλλά και εκ πλαγίου, διότι στερείται νομίμου βάσης, ως μη περιέχουσα καθόλου αιτιολογίες, άλλως ως περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον, ενώ δέχτηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία έπαψε να υπάγεται στο πεδίο της ρύθμισης του Ν. 791/1978 και εξομοιώθηκε έτσι με "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία, εν τούτοις δεν θεώρησε ως "εν τοις πράγμασι" ομορρύθμους εταίρους αυτής τον πρώτο και τον τρίτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητους, που είχαν την ιδιότητα του βασικού μετόχου και του μέλους της διοίκησής της αντιστοίχως και έτσι, απάλλαξε τον τρίτο εναγόμενο από κάθε ευθύνη έναντι αυτής για την αποζημίωση από τις ακάλυπτες επιταγές και επιπλέον δεν έλαβε υπόψη πράγματα και ισχυρισμούς που προτάθηκαν από αυτή σε σχέση με την ιδιότητα του τρίτου εναγομένου, η οποία και συνομολογήθηκε από τους αναιρεσίβλητους.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης (αναληθούς) προϋπόθεσης, καθόσον το εφετείο δεν προέβη στις άνω παραδοχές που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά, όπως σαφώς από αυτές προκύπτει, δέχτηκε, ότι, κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων ακάλυπτων επιταγών, η εκδότρια εταιρεία είχε νομική προσωπικότητα, κατά το δίκαιο της καταστατικής της έδρας, ως υπαγόμενη στις ρυθμίσεις του Ν. 791/1978 και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και υπογραφέας των ένδικων επιταγών και συνεπώς, ευθυνόμενος εις ολόκληρον έναντι αυτής ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ότι έπαψε να υπάγεται σ' αυτές, εξομοιούμενη πλέον με "εν τοις πράγμασι" λειτουργούσα εταιρεία, σε χρόνο μεταγενέστερο και συγκεκριμένα μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της ανάκλησης της άδειας εγκατάστασης του γραφείου της στην Ελλάδα.
Για τον ίδιο λόγο, ως ερειδόμενος, δηλαδή, επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, είναι απαράδεκτος πρωτίστως και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, ενώ δέχτηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία έπαψε να υπάγεται στο πεδίο της ρύθμισης του Ν. 791/1978 και εξομοιώθηκε έτσι, με "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμη εταιρεία με συνέπεια, οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να τυγχάνουν ομόρρυθμα μέλη της, ο μεν ένας ως βασικός μέτοχος της, ο δε άλλος ως μέλος της διοίκησης της, δέχτηκε ότι μεταξύ αυτών υφίστατο σχέση απλής ομοδικίας και όχι, όπως έπρεπε, αναγκαστικής ομοδικίας και έτσι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησης της έφεσής τους σε βάρος της, ως εκ της μη κλήτευσης της αναγκαίου ομοδίκου τους, δεύτερης εναγομένης.
Ο ίδιος τέταρτος λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι με το να δεχτεί τα παραπάνω, στερείται νομίμου βάσης, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 110 παρ. 2 και 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, πρωτίστως, διότι για να ιδρυθεί ο παρών λόγος, πρέπει η παραβίαση να αφορά κανόνες ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι προαναφερόμενοι.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει, ότι το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είναι υπεύθυνος έναντι αυτής για την καταβολή της αποζημίωσης από την έκδοση των ακάλυπτων επιταγών, διότι αυτός έθεσε επ' αυτών την υπογραφή της ως εκδότης, μολονότι ο τρίτος εναγόμενος υπήρξε ο μοναδικός διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, εκδότριας των ένδικων επιταγών, παραβιάζοντας έτσι ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 71, 65, 67 και 68, 914 επ.
ΑΚ και 79 Ν. 5960/1933, αλλά και εκ πλαγίου, διότι στερείται νομίμου βάσης, ως μη περιέχουσα καθόλου αιτιολογίες, άλλως ως περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το εφετείο, όπως από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές του προκύπτει, δέχτηκε, ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος ήταν ο μόνος υπόχρεος να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα το παραπάνω ποσό, για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από τη ζημία, που υπέστη αυτή από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών, αφού, κατά το χρόνο έκδοσης των ένδικων μεταχρονολογημένων επιταγών, αυτός τις είχε υπογράψει ως νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας αυτών, (δεύτερης εναγομένης), η οποία ήταν αλλοδαπή ναυτιλιακή εταιρεία με αντικείμενο τη διαχείριση πλοίων και κατά τον ίδιο χρόνο είχε εγκαταστήσει γραφείο στην Ελλάδα, δυνάμει αδείας των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, επιπλέον δε αυτός γνώριζε, κατά το χρόνο αυτό και κατά το χρόνο της εμφάνισής τους προς πληρωμή, την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων, ότι οι ένδικες επιταγές, αν και εμφανίστηκαν εμπροθέσμως προς πληρωμή στις πληρώτριες τράπεζες, δεν πληρώθηκαν και ότι ο τρίτος εναγόμενος δεν αποδείχτηκε ότι νομιμοποιείται παθητικώς στην ένδικη έννομη σχέση από τις επιταγές.
Με αυτά που δέχτηκε το εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος, που η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το εφετείο δεν δέχτηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος υπήρξε ο μοναδικός διευθυντής, πρόεδρος και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας και συγκεκριμένα την παραδοχή του, σε σχέση με την ιδιότητα του πρώτου εναγομένου ως νομίμου εκπροσώπου της άνω ναυτιλιακής εταιρείας, κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής των επίδικων τραπεζικών επιταγών και όχι του τρίτου εναγομένου.
Τέλος, ο ίδιος λόγος από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται, ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα υπ' αυτής αγωγικό ισχυρισμό, σε σχέση με την ιδιότητα του τρίτου εναγομένου, που απεδείχθη πλήρως από το προσκομισθέν από την ίδια αποδεικτικό υλικό, αλλά και δεν αμφισβητήθηκε από τους αντιδίκους της, είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι νόμιμος εκπρόσωπος της εκδότριας των ακάλυπτων επιταγών, κατά το χρόνο της έκδοσής τους ήταν ο πρώτος εναγόμενος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και τρίτου των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-7-2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 157/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 311/2017 του ίδιου δικαστηρίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ