1183/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1183/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1183 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1183/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Τόγια.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εκπροσωπείται νόμιμα, κατοικοεδρεύουσα στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Αρβανίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-11-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου
Εκδόθηκε η απόφαση 52/2009 του ιδίου Δικαστηρίου και 255/2016 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-9-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 4-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, μετ’ αναίρεση, εκδοθείσα 255/2016 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου(τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης-εναγομένης-εκκαλούσας κατά της 52/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 13-11-2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος-ενάγοντος-εφεσίβλητου),εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την με αριθμ. ...-9-2017 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Ναυπλίου). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
2. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Κατά δε την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999 - ΑΠ 134/2012).
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση αυτών και στην αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης. (Ολ.ΑΠ 28/1997 και ΑΠ 48/2013).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία), αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα σαν δικό του, τέτοιες δε πράξεις μεταξύ άλλων είναι η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η παραχώρηση σε άλλον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη κ.α., χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 237.120 τ.μ., βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας και ομωνύμου κοινότητος Ελληνοχωρίου του τέως Δήμου Κορινθίων, εμφαίνεται με τα αλφαβητικά και αριθμητικά στοιχεία ... στο από 29-1 ΟΙ 973 τοπογραφικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Μ., και ... στο από Ιουλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Β. και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Π., δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Τ., νότια με ιδιοκτησία Σ. Σ. και ανατολικά με ιδιοκτησίες Σ. Σ. και Γ. Π.. Αυτό αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, έκτασης 800.000 τ.μ. περίπου, το οποίο έφερε χαρακτήρα θαμνώδους και βραχώδους έκτασης, αποτελούσε στανοτόπι - βοσκότοπο και είχε περιέλθει στον Γ.
Τ. του Α., με τα υπ’ αριθ. ...1935 και .../1935 πωλητήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Σικυώνος Σ. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα. Με την υπ’ αριθ. .../ 12-12-1969 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας το επίδικο, μαζί με άλλα 62.880 τ.μ. του μεγαλυτέρου ακινήτου (δηλ. συνολικά έκταση 302.062 τ.μ.), είχε αναγνωριστεί από το Ελληνικό Δημόσιο ότι ανήκε στους ιδιοκτήτες του ως ιδιωτικό δάσος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 9-13 του ΝΔ86/1969, με την υπ’ αριθ. .../26-5-1970 απόφαση της Νομαρχίας Κορινθίας είχε δοθεί σ’ αυτούς άδεια εκχέρσωσης της βλάστησης που το κάλυπτε και με την υπ’ αριθ. ...9-5-1973 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας "περί άρσεως υφισταμένης απαγορεύσεως δι’ εκποίηση αγροκτήματος", επιτράπηκε η εκποίηση του ακινήτου, με τους αναφερομένους σ’ αυτή όρους.
Ακολούθως, με το υπ’ αριθ. .../16.11.1973 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σικυώνος Π. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου στον τόμο … με αριθμό … το επίδικο, ως αγροτεμάχιο συγκείμενο εκ εκχερσωμένων αγρών, πουλήθηκε και μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα από τους κληρονόμους του Γ.
Τ. και αληθείς συγκυρίους του, Δ. Τ., Σ. Τ., Κ. Τ., Π. Π., Γ. Τ. και Α. Τ., στην εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις Ανώνυμος Εταιρία". Η εν λόγω εταιρία είχε συσταθεί με την υπ’ αριθ. .../6-6-1973 απόφαση του Νομάρχη Αττικής που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1297/22-6- 1973, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, περί παροχής άδειας συστάσεως και έγκρισης του καταστατικού της που καταρτίστηκε με το υπ’ αριθ. .../18-4-1973 εταιρικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κιάτου Π.
Π. Π. και η παραπάνω αγορά του ακινήτου έγινε για την εξυπηρέτηση των σκοπών της, που ήταν μεταξύ άλλων η επί ιδιοκτήτων ή μισθωμένων ακινήτων αστικών ή αγροτικών δημιουργία και εκμετάλλευση κτηνοτροφικών ή πτηνοτροφικών μονάδων, η δημιουργία και εκμετάλλευση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών αλλαντοποιίας ή κονσερβοποιίας και η βιομηχανική η βιοτεχνική παραγωγή κτηνοτροφικών και πτηνοτροφικών τροφών και εν γένει ζωοτροφών.
Οι σκοποί της όμως αυτοί δεν ευοδώθηκαν, γι’ αυτό η εναγομένη εταιρία με την από 25-9-1979 αίτηση της ζήτησε την ανάκληση της άδειας σύστασης της, λόγω μη καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου της και με την υπ’ αριθ. .../12-10-1979 απόφαση του Νομάρχη Αττικής, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 3319/18-10-1979, ανακλήθηκες προηγούμενη απόφαση του περί σύστασης της και η εταιρία τέθηκε υπό εκκαθάριση.
Ακολούθως, με το από 19-5-2000 πρακτικό η Γενική συνέλευση των μετόχων της εναγομένης εταιρίας διόρισε εκκαθαριστές τον Α. Γ. και Ι. Ο., και με το από 14-6- 2000 πρακτικό το ίδιο όργανο αντικατέστησε τον πρώτο εκκαθαριστή με τον Γ. Κ., χωρίς όμως τα πρακτικά αυτά να καταχωρηθούν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών και να δημοσιευθούν στο ΦΕΚ.
Παράλληλα, στις 14-6-2000 οι νέοι εκκαθαριστές δήλωσαν προς τους μετόχους ότι δεν θα πουλήσουν το ακίνητο με τίμημα μικρότερο των 25.000.000 δραχμών και παρέδωσαν στον μέτοχο της εταιρίας Μ. Γ. ισόποση επιταγή προς εγγύηση. Στην συνέχεια, στις 25-9-2005 η εναγομένη εταιρία διαγράφηκε από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, λόγω λήξεως της δεκαετίας της εκκαθαρίσεως, και η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1573/2-3-2006.
Τέλος, στις 15-5-2009 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών το από 27-3-2009 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, με το οποίο αποφασίστηκε η αναβίωση της εταιρείας και η θέση της σε εκκαθάριση, σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. .../1920 και του καταστατικού της, και διορίστηκαν εκκαθαριστές η Φ. Δ. και Μ.
Α., και η ανακοίνωση του Νομάρχη Αθηνών για την καταχώρηση αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 3659/21-5-2009, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι το Μάρτιο του έτους 1979 συμφώνησε με τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης, δια του πατρός του Χ. Μ., ως νομίμου εκπροσώπου του, διότι ήταν ανήλικος, να του πουλήσουν το παραπάνω ακίνητο, αντί τιμήματος 1.680.000 δραχμών, που θα το κατέβαλε εκείνος.
Ότι η πώληση εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης και το τίμημα καταβλήθηκε ολόκληρο σ’ αυτή, αλλά το συμβόλαιο πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας δεν καταρτίστηκε ποτέ, από υπαιτιότητα της. Και ότι από τότε εγκαταστάθηκε στο ακίνητο και το εκμεταλλεύεται ακωλύτως μέχρι την άσκηση της αγωγής (26-2-2008), δηλ.
για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ενεργώντας με διάνοια κυρίου πάνω του υλικές και εμφανείς πράξεις που ταιριάζουν στη φύση και στον προορισμό του, οι οποίες κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη φανερώνουν τη βούληση του να το εξουσιάζει κατά τρόπο διαρκή, σταθερό, και αποκλειστικό και συνίστανται σε τοποθέτηση πασσάλων στα όρια του, καθαρισμό του από πετρώματα, αροτριώσεις του, μονοετή καλλιέργεια του με σιτηρά και μίσθωση τμημάτων του σε τρίτους για σπορά, καλλιέργεια και βοσκή ζώων, με αποτέλεσμα να γίνει κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης και την προσθήκη-αντίκρουση αυτών, προσδιόρισε και ημερολογιακά τις πράξεις αυτές και τον τρόπο άσκησης τους, οι οποίες συνίστανται από τις 19-4-1979 μέχρι τις 11-10-1987 σε καλλιέργεια του επιδίκου δια του αντιπροσώπου πατέρα του και από τον ίδιο αυτοπροσώπως, από τις 12-10-1987 μέχρι τις 9-9-2004 σε μίσθωση του επιδίκου στον Σ.
Γ. και από τις 10- 9-2004 μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 26-2-2008 σε μίσθωση διαδοχικά διαφόρων τμημάτων του επιδίκου στον Δ. Π., στον Γ. Τ., Α. Π., Δ. Μ. και στον Β. Π. ισχυρισμός του όμως αυτός δεν αποδείχθηκε, από τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία. Ενδεικτικά, ο ενάγων επικαλέσθηκε και προσκόμισε: α) το από τις 12-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που δεν είναι έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με το οποίο μίσθωσε το επίδικο ακίνητο στον Σ.
Γ. για αόριστο χρόνο, για σπορά και βοσκή ζώων, αντί μισθώματος 2.500 δραχμές το στρέμμα και 590.400 δραχμών το έτος, β) το από 10-9-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που είναι έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, με το οποίο μίσθωσε δύο τμήματα του επιδίκου, έκτασης 180.000 τ.μ. και 41.000 τ.μ. στον Δ. Π., για χρονικό διάστημα από 10-9-2004 μέχρι 9-9-2009 για σπορά και βοσκή ζώων, αντί μισθώματος 0,60 ευρώ το στρέμμα και τα από 1-9-2006 τέσσερα ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, που είναι έγγραφα βέβαιης χρονολογίας, με τα οποία μίσθωσε τέσσερα τμήματα του επιδίκου έκτασης 5.000 τ.μ., 20.000 τ.μ., 15.000 τ.μ.
και 5.000 τ.μ. στους Γ. Τ., Α. Π., Δ. Μ. και Β. Π. αντίστοιχα, για χρονικό διάστημα από το έτος 2006 μέχρι το έτος 2013, αντί μισθώματος 200 ευρώ το έτος για το καθένα, γ) την υπ’ αριθ. ...-4-2008 ένορκη βεβαίωση του παραπάνω μισθωτή Σ. Γ., με την οποία ο τελευταίος επιβεβαιώνει ότι μίσθωσε από τον ενάγοντα το επίδικο ακίνητο το έτος 1987 για σπορά και βοσκή ζώων αντί 2.500 δραχμές το στρέμμα και ότι από τότε το έσπερνε με διάφορα σπαρτά για να τρέφονται τα ζώα του, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, μέχρι το έτος 2004 που ο ενάγων υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι το εγκατέλειψε, το μίσθωσε σε άλλους κτηνοτρόφους και δ) την υπ’ αριθ. ...2007 ένορκη βεβαίωση του Κ.
Κ., ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι έσπειρε το επίδικο μόνο μια φορά για λογαριασμό του ενάγοντος και ότι αυτός μετά το μίσθωσε στον Σ. Γ. για σπορά και βοσκή. Ωστόσο, η εναγομένη επικαλέστηκε και προσκόμισε: α) το από 16-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ενός αγρού με μεγάλη κλίση (βοσκότοπου), έκτασης 300 στρεμμάτων περίπου, από τον φερόμενο ως αντιπρόσωπο στη νομή της Δ.
Τ. στον παραπάνω μισθωτή Σ. Γ., για να βόσκει τα ζώα του, το οποίο είναι έγγραφο βέβαιης χρονολογίας (φέρει θεώρηση του γνησίου των υπογραφών των συμβαλλομένων από το Αστυνομικό Τμήμα) και κατά την κρίση του Δικαστηρίου περιλαμβάνει και το επίδικο ακίνητο, (ως μέρος του προαναφερόμενου μεγαλύτερου τμήματος των 302 .062 τ.μ), που έχει τέτοια μορφολογία, και δεν αφορά κάποιο άλλο από τα συνεχόμενα ακίνητα του πωλητή στην ίδια περιοχή, δεδομένου ότι αυτά αποτυπώνονται στο προαναφερόμενο από Ιουλίου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β.
Β. ως γκρεμοί, β) την υπ’ αριθ. 1833/2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, από την οποία προκύπτει ότι σε δίκη που διεξήχθη στο Δικαστήριο αυτό εναντίον του ενάγοντος, κατόπιν μήνυσης του ..., για παράνομη εκχέρσωση εκ μέρους του 80 στρεμμάτων του επιδίκου: ι) εξετάστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης του ενάγοντος - κατηγορουμένου ο Θ.
Μ., ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι μίσθωνε ένα τμήμα του επιδίκου, έκτασης 150.000 τ.μ., από το έτος 1985 μέχρι το έτος 1990 από την εναγομένη εταιρία και από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1995 από τον ενάγοντα και το έσπερνε σιτάρια, και ότι ο ενάγων καλλιεργεί το επίδικο τα τελευταία δέκα χρόνια (1998-2008) με σιτάρια και ότι μπορεί να το έχει δώσει και σε άλλους να το καλλιεργούν και ιι) παρευρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος στην απολογία του ανέφερε ότι από το έτος 1980 καλλιεργεί το επίδικο συνεχώς, ότι το έχει μισθώσει αλλά το καλλιεργεί και ο ίδιος και ότι κάποια στιγμή δεν έμπαιναν σ’ αυτό, γιατί ήταν βοσκότοπος και αγρίευε και γ) την υπ’ αριθ. 793/2011 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που δίκασε την ίδια υπόθεση κατόπιν άσκησης έφεσης κατά της παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών και κατά την απολογία του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι η δική του έκταση προέρχεται από το ακίνητο των 302.062 τ.μ., ότι για μερικά χρόνια ήταν σε αγρανάπαυση και ότι κανείς δεν έχει βάλει περίφραξη εκεί και δ) την από 7-2-2011 αγωγή του ενάγοντος κατά του Γ.
Τ., του Α. Τ. και της Κ. Τ. για προστασία της νομής του σε δύο τμήματα του επιδίκου, έκτασης "4.233,44 τ.μ. και 3.274,91 τ.μ., στην οποία αναφέρει ότι είχε παραχωρήσει στον δικαιοπάροχο τους Δ. Τ. το πρώτο τμήμα του επιδίκου, χωρίς αντάλλαγμα, από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002, για να μη μένει ακαλλιέργητο και να το καλλιεργήσει με αμπέλι.
Ακόμη, ο ενάγων εξέτασε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου ως μάρτυρα τον Θ. Κ., που έχει χωματουργικά μηχανήματα, ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι από το έτος 1995 μέχρι το έτος 2005 πήγε στο επίδικο 4-5 φορές και έκανε αναμόχλευση του εδάφους σε διάφορα τμήματα του με μπουλντόζα και φορτωτή, ότι ο ενάγων το έσπερνε και το μίσθωνε και σε ένα τσοπάνη και ότι έβλεπε τον τελευταίο μέσα σ’ αυτό τόσο πριν όσο και μετά το έτος 2005.
Ωστόσο, η εναγομένη επικαλέσθηκε και προσκόμισε την από την από 1-12-2005 έκθεση αυτοψίας - βεβαίωσης παράβασης του Δασολόγου του ... Π. Κ., στην οποία αναφέρεται ότι από την ερμηνεία και την συγκριτική παράθεση των αεροφωτογραφιών των ετών 1987 και 1996 και των ευρημάτων αυτοψίας στις 18-6-2004 προκύπτει ότι από το ακίνητο των 302.062 τ.μ., που αναγνωρίστηκε ως ιδιωτικό δάσος και επιτράπηκε η εκχέρσωση του με προϋποθέσεις με την προαναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη, πέντε τμήματα 123.606 συνολικά τ.μ.
καλλιεργούνταν από τους αρχικούς ιδιοκτήτες της και την εναγομένη μέχρι το έτος 1996 και τα υπόλοιπα τμήματα 80.000 τ.μ. περίπου εκχερσώθηκαν από τον ενάγοντα το τελευταίο χρονικό διάστημα και όχι σε βάθος μιας δεκαετίας. Επιπλέον, ο ενάγων επικαλέστηκε και προσκόμισε για την άτυπη πώληση του ακινήτου στον ίδιο με τίμημα 1.680.000 δραχμών την από 10-4-1979 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης της περί έγκρισης της πώλησης με το προαναφερόμενο τίμημα και την από 19-4-1979 απόδειξη του διευθύνοντος συμβούλου της Ι.
Δ. περί εξόφλησης ολοκλήρου του τιμήματος, για τις οποίες όμως ο εφοδιασμένος με ειδικό πληρεξούσιο δικηγόρος της εναγομένης πρότεινε παραδεκτά κατά τα άρθρα 460, 461, 462, 463 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ένσταση πλαστότητας, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο τον ενάγοντα και προτείνοντας ως μάρτυρα τον ενόρκως βεβαιώσαντα Α.
Γ. και υπέβαλε εναντίον του μήνυση για πλαστογραφία με χρήση, απάτη στο Δικαστήριο και ψευδή βεβαίωση, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης και ειδικότερα της διεξαγωγής γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Από τα στοιχεία αυτά, τα οποία στην πλειονότητα τους είναι ασαφή, αντιφατικά και αλληλοαναιρούμενα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ύπαρξη νομής του ενάγοντος στο επίδικο, τον τρόπο άσκησης της (αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπων και με ποιους κάθε φορά) και την εικοσαετή διάρκεια της, ανεξάρτητα από τη γνησιότητα ή μη των εγγράφων που αφορούν την άτυπη πώληση του επιδίκου από την εναγομένη στον ενάγοντα.
Και τούτο διότι: α) κατά τα έτη 1980 μέχρι 1987 φέρεται να καλλιεργεί το επίδικο συνεχώς ο ενάγων με σιτάρι και συγχρόνως να βρίσκεται για μερικά χρόνια σε αγρανάπαυση, β) κατά τα έτη 1987 μέχρι 2004 φέρεται να το μισθώνει ολόκληρο στον Σ. Γ. για σπορά ζωοτροφών και βοσκή ζώων και συγχρόνως να το καλλιεργεί ο ίδιος με σιτάρι και να μισθώνει 150.000 τ.μ.
αυτού στον Θ. Μ. για να τα καλλιεργεί με σιτάρι από το έτος 1990 μέχρι το έτος 1995 και να παραχωρεί χωρίς αντάλλαγμα 4.233,44 τ.μ. τούτου στον Δ. Τ. από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2002 για να τα καλλιεργεί με αμπέλι, γ) κατά τα έτη 2004 μέχρι 2008 φέρεται να το καλλιεργεί ο ίδιος με σιτάρι και συγχρόνως να μισθώνει δύο τμήματα αυτού συνολικής έκτασης 221.000 (180.000 + 41.000) τ.μ.
στον Δ. Π. για σπορά και βοσκή ζώων από το έτος 2004 μέχρι το έτος 2009 και τέσσερα τμήματα τούτου συνολικής έκτασης 45.000 (5.000+20.000+15.000+5.000) τ.μ. στους Γ. Τ., Α. Π., Δ. Μ. και Β. Π., δ) κατά τα έτη 1979 μέχρι 1996 φέρεται να καλλιεργεί ο ίδιος και οι τρίτοι κάτοχοι του (Σ. Γ. και Θ. Μ.) περισσότερα από 150.000 τ.μ. του επιδίκου, ενώ από την από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών της περιοχής και των ευρημάτων αυτοψίας από το ...
προκύπτει ότι τα καλλιεργούμενα τμήματα της μείζονος έκτασης (των 302.062) τ.μ. ανέρχονταν σε 123.606 τ.μ. και ε) κατά τα έτη 1995 μέχρι 2005 φέρεται να εκχερσώνει σταδιακά τα μη καλλιεργούμενα τμήματα του επιδίκου, ενώ από την ερμηνεία των παραπάνω στοιχείων από το ... προκύπτει ότι αυτό έγινε το τελευταίο χρονικό διάστημα.
Ακόμη, όμως και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, αυτές δεν ανάγονται στο χρονικό διάστημα πριν το έτος 1990, σύμφωνα με την κατάθεση του μαρτυρά του στο ποινικό Δικαστήριο Θ. Μ., με αποτέλεσμα μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2008, να μη συμπληρώνεται εικοσαετία, και να μην είναι καταχρηστική, χωρίς συνδρομή και άλλων στοιχείων, η προβολή του δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης σ’ αυτό.
Με βάση τις προαναφερόμενες σκέψεις, εφόσον δεν αποδείχθηκαν τα περιστατικά που στηρίζουν τον επικαλούμενο από τον ενάγοντα πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο (έκτακτη χρησικτησία), η κυριότητα που είχε αποκτηθεί με παράγωγο τρόπο (πωλητήριο συμβόλαιο και μεταγραφή), από την εναγομένη σ’ αυτό, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης της, ανεξαρτήτως της έλλειψης για πολλά χρόνια προσώπων που να την εκπροσωπούν και της διενέργειας ή μη διακατοχικών πράξεων στο επίδικο, δεν αποσβέστηκε και συνεπώς η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο (ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί τα αντίθετα και κατέληξε στην αποδοχή της ένδικης αγωγής κατ’ ουσίαν), δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης την οποία εξαφάνισε και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 του Αστικού Κώδικα, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να αξιώσει περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές σε σχέση με τη μη κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα.
Περαιτέρω έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ’ αυτήν (απόφαση), ως προς το κρίσιμο ζήτημα της μη απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα με έκτακτη χρησικτησία, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων.
Ειδικότερα για τους αναφερόμενους στην απόφαση λόγους αιτιολογεί ότι από τα αναφερόμενα στοιχεία που είναι στην πλειονότητά τους ασαφή ,αντιφατικά και αλληλοαναιρούμενα ,το Δικαστήριο δεν μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση για την ύπαρξη νομής του ενάγοντος στο επίδικο ,τον τρόπο άσκησής της (αυτοπροσώπως ή δια αντιπροσώπου και με ποιούς κάθε φορά και την εικοσαετή διάρκειά της ) και με επάλληλη αιτιολογία έκρινε ότι ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, αυτές δεν ανάγονται στο χρονικό διάστημα πριν το έτος 1990,σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά του στο ποινικό Δικαστήριο Θ.
Μ., με αποτέλεσμα να μην συμπληρώνεται εικοσαετία, είναι καταχρηστική, χωρίς συνδρομή άλλων στοιχείων η προβολή του δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης σ’ αυτό. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση του εφετείου είναι απαράδεκτες (άρθρ.562 ΚΠολΔ) Επομένως οι πρώτος υπό στοιχ.1 και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
3. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες δηλ.
για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009 σχετ. Ολ.ΑΠ 8/2005) ή ακόμη για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν (ΑΠ 208/2011).
‘ Ομως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει λόγο αναίρεσης,μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο στοιχ.2 λόγο της αναίρεσης με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε δίδαγμα της κοινής πείρας το οποίο αφορά την ερμηνεία των εφαρμοστέων επί παραγώγου κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κανόνων δικαίου (άρθρ.974 και 1045 ΑΚ και την υπαγωγή των γενομένων δεκτών από το δικαστήριο πραγματικών γεγονότων σ αυτούς.
Δίδαγμα δε της κοινής πείρας αποτελεί ‘ ‘ η αγρανάπαυση των γεωργικών ακινήτων, ήτοι η διακοπή για ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθως ετήσιο της καλλιέργειας αγρού ,ώστε να ανακτήσει τη γονιμότητά του ή να περιορισθεί η παραγωγή προϊόντος σε πλεόνασμα’ ‘ . Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος γιατί στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως ότι δηλαδή το εφετείο δέχθηκε πως ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο, και έκρινε ότι δεν υπολογίζεται κατά νόμο για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία το χρονικό διάστημα της αγρανάπαυσης του επίδικου αγρού ενώ το εφετείο έκρινε ως αντιφατικό τον ισχυρισμό του ενάγοντος περί ταυτόχρονης άσκησης πράξεων νομής και αγρανάπαυσης και με την προαναφερθείσα αιτιολογία απέρριψε την αγωγή για άλλους λόγους και όχι επειδή κρίθηκε ότι ο χρόνος της αγρανάπαυσης δεν προσμετράται στο χρόνο άσκησης νομής και δεν αποτελεί στοιχείο του νόμου για την απόκτηση κυριότητας.
4. Επειδή κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.
Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.
ΑΠ 5/2011, ΑΠ16/2017). Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ` αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001).
5.Με την 52/2009 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου έγινε δεκτή ,ερήμην της εναγομένης, η από 13-11-2007 διεκδικητική αγωγή του αναιρεσείοντος. Ασκηθείσης κατ’ αυτής από την εναγομένη αναιρεσίβλητη η από 3-8-2009 έφεση ο εφεσίβλητος πρότεινε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης προς επίκληση του δικαιώματος της κυριότητάς της στο επίδικο με την αιτιολογία ότι:
Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 1973, οπότε και αγόρασε το επίδικο ακίνητο και το έτος 1979 ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της επειδή δεν καταβλήθηκε το μετοχικό της κεφάλαιο και τέθηκε υπό εκκαθάριση. Το έτος 2000 η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγομένης όρισε εκκαθαριστές, το έτος 2005 η εναγομένη διεγράφη από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και το έτος 2009 αποφασίσθηκε η αναβίωσή της και ορίσθηκαν εκκαθαριστές.
ενάγων νέμεται το επίδικο από το έτος 1979 ,όταν το αγόρασε, χωρίς την σύνταξη συμβολαίου, μετά από απόφαση του ΔΣ της εναγομένης και κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα και συνεπώς η άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης η οποία επί τριακονταετία αποδεδειγμένα δεν διενήργησε οιαδήποτε διακατοχική πράξη επί του επιδίκου είναι καταχρηστική.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο και με την επάλληλη αιτιολογία ότι ‘ ‘ ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ενάγων ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο αυτές δεν ανάγονται στο χρονικό διάστημα πριν το έτος 1990,σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρά του στο ποινικό Δικαστήριο Θ.
Μ. ,με αποτέλεσμα να μην συμπληρώνεται εικοσαετία , και να μην είναι καταχρηστική, χωρίς συνδρομή άλλων στοιχείων η προβολή του δικαιώματος κυριότητας της εναγομένης σ’ αυτό’ ‘ . Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση όσα δέχθηκε, έκρινε ορθά ότι δεν κρίνεται καταχρηστική η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εναγομένης (κυρίας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο) να επικαλεσθεί την κυριότητά της στο επίδικο ακίνητο χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων τα οποία όφειλε να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενιστάμενος αναιρεσείων.
Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ανέλεγκτα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.και περιέλαβε στην απόφαση του πλήρη, συνοπτική και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία σε σχέση με την απορριπτική της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος κρίση του.
6. Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2010).
Καμμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή το πρακτικό αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγ/ων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339).
Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008), ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 251/2011).Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στο εφετείο η πλημμέλεια εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη του το από 12-10-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης αγρού μεταξύ του ενάγοντος και του Σ.
Γ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη του (και συνεκτίμησε με τα λοιπά έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι) και το ανωτέρω ,ρητά κατονομαζόμενο έγγραφο, το ότι, όμως δεν δέχθηκε πως με βάσει το ανωτέρω έγγραφο αποδεικνύονται οι ισχυρισμοί του ενάγοντος δεν αποτελεί θεμελίωση αναιρετικού λόγου εκ του αριθμ.11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι η πλημμέλεια αυτή υφίσταται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το έγγραφο που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο διάδικος και όχι όταν η απόφαση δεν είναι σύμφωνη με όσα υποστηρίζει ο διάδικος ότι αποδεικνύονται από το έγγραφο αυτό.
7.Κατά το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το Δικαστήριο σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφόρου από το αληθινό, εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Υπάρχει, δηλαδή, παραμόρφωση εγγράφου, όταν εμφιλοχώρησε λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολομ.ΑΠ 2/2008).
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραμόρφωσης του περιεχομένου του από 16-5-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου μεταξύ του Δ.
Τ. και του Σ. Γ. που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη (για να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι προέβαινε αυτή, δια του αντιπροσώπου της Δ. Τ. σε πράξεις νομής στο επίδικο την 16-5-201 και προέβη σε εσφαλμένη ανάγνωση γιατί δέχθηκε ότι το αναφερόμενο στο μισθωτήριο ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο. Ο (πέμπτος) αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί το εφετείο στήριξε την κρίση του για τις πράξεις νομής που ασκούσε, και από πότε, ο ενάγων στο επίδικο ακίνητο και σε άλλα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία από την συνεκτίμηση δε όλων αυτών έκρινε ότι ο ενάγων δεν συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο νομής του στο επίδικο για να γίνει κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (αρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ ο τελευταίος, λόγω της ήττας του (αρθρ.183, 180 παρ.1 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-9-2017 αίτηση με αριθμ. έκθ.κατάθ ….2017 για αναίρεση της υπ’ αριθμ.255/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου .
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ