1183/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2013 αίτησή της και τους από 10/5/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated1183/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης Εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα).. στο δικόγραφο της ανακοπής επιγραμματικά και μόνον αναφέρει ότι η επίμαχη δήλωση της καθ’ ης (ήδη αναιρεσίβλητης) συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας Ε.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1183 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1183/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Λ. του Δ. Σ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαβριήλ Ντούγια με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2013 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/12/2013 αίτησή της και τους από 10/5/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 24/9/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 27-12-2013 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-5-2014 πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλονται η 84/2013 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας και η 81/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Με την Πρωτόδικη απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε : α) την ακύρωση της ανειλικρινούς δήλωσης, στην οποία προέβη η ήδη αναιρεσίβλητη, κατ’ άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ., σχετικά με το κατασχεθέν στα χέρια της ως τρίτης ποσό και β) την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα ως αποζημίωση ποσού 149.265,58 ευρώ, εντόκως, προς αποκατάσταση της ζημίας, που αυτή υπέστη, λόγω της ως άνω ανειλικρινούς δήλωσης. Με την εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η ασκηθείσα έφεση και επικυρώθηκε η Πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι κατά μεν το μέρος που στρέφονται κατά της πρωτόδικης 81/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας είναι απαράδεκτοι, καθόσον, μετά την απόρριψη κατ’ ουσίαν της ασκηθείσης κατ’ αυτής έφεσης και την επικύρωσή της με την 84/2013 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση. Κατά το μέρος όμως που η αίτηση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι στρέφονται κατά της εφετειακής απόφασης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Από τις διατάξεις των άρθρων 982 και 985 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι μπορεί να επιβληθεί κατάσχεση στα χέρια τρίτου για χρηματικές απαιτήσεις εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, τις οποίες έχει εναντίον του τρίτου, εφόσον αυτές δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή και ότι ο τρίτος, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες, αφότου του επιδοθεί το κατασχετήριο, να δηλώσει προφορικά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του (ή της έδρας του αν είναι νομικό πρόσωπο) αν υπάρχει η απαίτηση, που κατασχέθηκε, αναφέροντας σε καταφατική περίπτωση, τη δικαιογόνο σχέση και τις τυχόν ενστάσεις, καθώς και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση και σε καταφατική περίπτωση από ποιόν, για ποιο ποσό και σε ποιο χρόνο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Μεταβολή της βάσης της αγωγής αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1,8, 9, 14 και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης :
α) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, β)αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. γ) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, δ) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο και ε) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΙΙΙ) Η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησής της και τον πρώτο των προσθέτων λόγων της(κατά το πρώτο σκέλος του) παραπονείται ότι το Εφετείο: α) άφησε αδίκαστο το αίτημά της περί ακυρότητας της δήλωσης της αναιρεσίβλητης ως τρίτης, η οποία έγινε ενώπιον εξαιρετέου προσώπου και συγκεκριμένα ενώπιον της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, που ήταν πρώην σύζυγος του οφειλέτη, β) απέρριψε αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτο τον παραπάνω ισχυρισμό της περί ακυρότητας της ως άνω δήλωσης της αναιρεσίβλητης λόγω αοριστίας, γ) δέχθηκε εσφαλμένα ότι ο παραπάνω περί ακυρότητας ισχυρισμός της αποτελεί ανεπίτρεπτη συμπλήρωση της ανακοπής και δ) εσφαλμένα δεν έλαβε αυτεπαγγέλτως υπόψη τον προαναφερόμενο λόγο εξαίρεσης και δεν προέβη σε ακύρωση της δήλωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης Εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η ανακόπτουσα (ήδη αναιρεσείουσα).. στο δικόγραφο της ανακοπής επιγραμματικά και μόνον αναφέρει ότι η επίμαχη δήλωση της καθ’ ης (ήδη αναιρεσίβλητης) συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας Ε.
Σ., τέως συζύγου του οφειλέτη της, με την έφεσή της δε προβάλλει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό, ότι η δήλωση είναι άκυρη και εκ του λόγου της κατά τη σύνταξη σύμπραξης της ως άνω Γραμματέως, η οποία δεν έπρεπε να συμμετάσχει σχετικά, επειδή τα συμφέροντά της συμπορεύονται με του οφειλέτη της, καθώς από κοινού σπουδάζουν τα δύο τέκνα τους.
Όμως ... ο προβαλλόμενος για πρώτη φορά ισχυρισμός αυτός που αποτελεί μεταβολή της ιστορικής βάσης της ανακοπής, είναι απαράδεκτος και ως εκ του τούτου απορριπτέος. Συνακόλουθα και ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αβάσιμος κρίνεται και ο συνδεόμενος μ’ αυτόν λόγος της εφέσεως, με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο άφησε όπως επικαλείται αδίκαστο το μη περιλαμβανόμενο στην ανακοπή της, σχετικό λόγο με το συνακόλουθο τούτου ως άνω αίτημά της.
Τούτο βέβαια και ανεξαρτήτως του ότι η εκκαλούσα, ουδεμία δικονομική της βλάβη επικαλείται από τη συμμετοχή της ανωτέρω Γραμματέως, στη σύμπραξη της δήλωσης". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή απαραδέκτως προβλήθηκε από την αναιρεσείουσα το πρώτον κατ’ έφεση ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της δήλωσης λόγω της σύμπραξης ως γραμματέως της τέως συζύγου του οφειλέτη, ορθά εφήρμοσε το νόμο και ουδεμία διάταξη παραβίασε, καθόσον επρόκειτο για ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της ανακοπής, το οποίο αυτεπαγγέλτως λαμβάνεται υπόψη.
Επίσης ουδεμία υποχρέωση είχε το Δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη τον επικαλούμενο λόγο αυτόν εξαίρεσης, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 Κ.Πολ.Δ, το Δικαστήριο "έχει εξουσία" (και συνεπώς όχι υποχρέωση) να αποφασίσει για την εξαίρεση των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 52 του ιδίου κώδικα.
Πέραν όμως αυτών, υπό τα εκτιθέμενα στην ανακοπή περιστατικά δεν συνέτρεχε περίπτωση ακυρότητας της δήλωσης λόγω της σύμπραξης της γραμματέως, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε βλάβη της από τη σύμπραξη αυτή (άρθρα 159 αρ. 3 και 160 Κ.Πολ.Δ.). Το Δικαστήριο δε με σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης.
Εξ άλλου το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον παραπάνω ισχυρισμό περί ακυρότητας της δήλωσης απορρίπτοντας αυτόν ως απαράδεκτο και επικουρικά ως αβάσιμο.
Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση των αριθμών 1, 8, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
ΙV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 985 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, σε περίπτωση κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, η δήλωση του τρίτου γίνεται προφορικά στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου κατοικίας του και συντάσσεται σχετική έκθεση. Η δήλωση αυτή, η οποία δεν λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια ορισμένης δίκης ούτε γίνεται ενώπιον Δικαστηρίου, αποτελεί εξώδικη πράξη.
Ως εξώδικη δε πράξη η δήλωση του τρίτου μπορεί να γίνει από τον ίδιο, χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου, ή και από πληρεξούσιο που έχει γενική ή ειδική πληρεξουσιότητα, η οποία μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η δήλωση, την οποία αφορά δεν απαιτεί κάποιο τύπο αλλά γίνεται προφορικά (άρθρα 216 και 217 εδ.
β’ ΑΚ). Στην υπό κρίση περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Εν προκειμένω, από το σώμα της μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενης από την καθ’ ης από 2.6.2010 δήλωσης τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηγουμενίτσας, προκύπτει ότι στη δήλωση αυτή, προέβη ο δικηγόρος Θεσπρωτίας Χρήστος Ντάλλας, ενεργών ως πληρεξούσιος της καθ’ ης.
Παράλληλα η τελευταία επικαλείται και προσκομίζει το από 28.5.2010 έγγραφό της, με το οποίο παρέσχε στον ανωτέρω δικηγόρο την πληρεξουσιότητα να προβεί για λογαριασμό της στη σχετική δήλωση. Τέλος η καθ’ ης, επικαλείται και προσκομίζει το με αρ .../16.7.2010 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του Συμ/φου Αθηνών Χαρ.
Στασινοπούλου, δυνάμει του οποίου παρέχεται στον ίδιο δικηγόρο η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, να υποβάλλει στις Γραμματείες των Ειρηνοδικείων Ηγουμενίτσας, Φιλιατών και Παραμυθιάς τις κατ’ άρθρο 985 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. δηλώσεις, ενώ παράλληλα και με το ίδιο αυτό ειδικό πληρεξούσιο, ενέκρινε και αναγνώρισε ως έγκυρες και απρόσβλητες, όσες πράξεις έγιναν σχετικά με το πρώτο από 28.5.2010 πληρεξούσιο στο δικηγόρο αυτόν.
Κατόπιν των προαναφερομένων νομικών δεδομένων, σε συνδυασμό με τα προαποδεικνυόμενα ως άνω έγγραφα, ο δεύτερος (τελευταίος) λόγος της ανακοπής, με τον οποίο η ανακόπτουσα προβάλει την ακυρότητα της δήλωσης, υπό την επίκληση της έλλειψης πληρεξουσιότητας του ως άνω δικηγόρου που ενήργησε για λογαριασμό της καθ’ ης, είναι παντελώς αβάσιμος, όπως επίσης και ο επάλληλος ισχυρισμός της ότι η δήλωση είναι άκυρη και εκ του λόγου ότι δεν συνυπογράφηκε και από το νόμιμο εκπρόσωπο της καθ’ ης, παράλληλα δηλαδή με τον ως άνω δικηγόρο, αφού κάτι τέτοιο, δεν προβλέπει η σχετική ως άνω διάταξη (985 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η οποία μάλιστα αρκείται και σε προφορική δήλωση.
Όμοια κρίνοντας και η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο αντίθετος και σχετικός προς τούτο λόγος της εφέσεως είναι αβάσιμος". Υπό τις ως άνω παραδοχές ορθά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι άκυρη η δήλωση της αναιρεσίβλητης, εφόσον έγινε από πληρεξούσιο δικηγόρο της, στον οποίο είχε δοθεί, με το από 28.5.2010 έγγραφο, η σχετική πληρεξουσιότητα πριν από την ενέργεια της συγκεκριμένης πράξης.
Το υποστηριζόμενο δε από την αναιρεσείουσα ότι η παραπάνω δήλωση θα έπρεπε να φέρει και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης, διότι έγινε από μη εξουσιοδοτημένο με πληρεξούσιο έγγραφο δικηγόρο, ερείδεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι ο υπογράψας τη δήλωση πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης δεν είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα, κάτι όμως που δεν έγινε δεκτό από το Δικαστήριο.
Συνεπώς, ο ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 1Κ.Πολ.Δ.δεύτερος αναιρετικός λόγος, είναι αβάσιμος, οι δε επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις των άρθρων 158 ΑΚ και 94 Κ.Πολ.Δ. δεν αναφέρονται σε εξώδικες πράξεις, όπως η προκειμένη. Εξ άλλου, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. πρώτος πρόσθετος (κατά το δεύτερο σκέλος του) λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα από αυτή.
Και αυτό διότι είναι άνευ έννομης σημασίας και δεν επιδρά στο διατακτικό η έρευνα και απόρριψη από το Εφετείο μη προβληθέντος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμού, ότι δηλαδή για την εγκυρότητα της δήλωσης της αναιρεσίβλητης θα έπρεπε να υπάρχει η υπογραφή και του νομίμου εκπροσώπου αυτής,. V) Με το ν.δ/μα της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών" τέθηκαν ειδικές διατάξεις, που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρίας, που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του παραπάνω ν.δ/τος.
Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές, καθόσον εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κίνησης. Κυρίως, με τις δικονομικής φύσης διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιριών, προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές.
Στη διαδικασία αυτή που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ/τος της 17-7-1923 υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε Τράπεζας, ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί, που λειτουργούν με εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρίας, έχουν ήδη υπαχθεί στις παραπάνω διατάξεις.
Στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου αναφέρονται οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του άνω ν.δ/τος από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν αυτές των άρθρων 87-91 και 93. Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αρ. 3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. "Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.".
Από τη λογική και τελολογική ερμηνεία της διάταξης αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχει και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι ή υποκαταστήματι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ` ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δ.
Τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ρητά ότι καταργούνται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17- /13-8-1923. Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ, από τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τόσο εκείνων των άρθρων 87-91 και 93, που είναι εντεταγμένες στο κεφάλαιο Θ αυτού υπό τον τίτλο "δικονομικές διατάξεις" και ρυθμίζουν στο σύνολό τους αποκλειστικά και μόνο την κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) ως τρίτης, όσο και εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 87-91 και 93 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για τις διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του ίδιου κεφαλαίου (Θ). Η αναφορά δε στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. στην "αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη" προδήλως έγινε γιατί ο νομοθέτης ήθελε να διατηρηθούν σε ισχύ και οι σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ.
της 17- 7/13-8-1923 που περιέχονται σε προηγούμενα κεφάλαια με τα στοιχεία ΣΤ και Ζ και αφορούν απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) έναντι τρίτων. Εξάλλου με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα αλλά απλώς προσδίδεται νομική αυτοτέλεια στα καταστήματα ή υποκαταστήματα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δήλωσης του τρίτου.
Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαίτησης κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, καίτοι δεν αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο, χωρίς βεβαίως αυτό να αποκτά ιδία νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο Διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, που προβαίνει και στην κατά το άρθρο 985 δήλωση, ενώ διάδικο είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας( ΑΠ 347/2013 ).
Με το άρθρο 73 του Ν. 3994/2011, η ισχύς του οποίου άρχισε από τις 25.7.2011, η παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 90 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 καταργήθηκε, ενώ με το δε άρθρο 57 του Ν. 3994/2011 προστέθηκε παρ. 4 στο άρθρο 983 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι "Για την κατάσχεση στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου το έγγραφο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημά του", διάταξη η οποία κατά το άρθρο 72 παρ. 5 του ιδίου νόμου εφαρμόζεται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του.
Επίσης, με το άρθρο 24 Ν. 2915/2001 ορίστηκε ότι "Το απόρρητο των κάθε μορφής καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και των άϋλων μετοχών που καταχωρίζονται στο Σύστημα Αϋλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) δεν ισχύει έναντι του δανειστή που έχει δικαίωμα κατάσχεσης της περιουσίας του δικαιούχου της κατάθεσης ή της μετοχής.
Το απόρρητο αίρεται μόνο για το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι πριν την κατάργηση του άρθρου 90 παρ. 1 του ως άνω νδ/τος την 25-7-2011 δεν υπήρχε δυνατότητα στον κατασχόντα στα χέρια της Τράπεζας να ζητήσει τον έλεγχο τυχόν καταθέσεων σε άλλα καταστήματα αυτής στη χώρα, εφόσον η αρμοδιότητα του συγκεκριμένου καταστήματος περιορίζονταν σε δήλωση για τις τυχόν καταθέσεις που είχε ο οφειλέτης στο συγκεκριμένο κατάστημα και μέχρι του ποσού που απαιτείτο για την ικανοποίηση του δανειστή.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 24 του Ν. 2915/2001 με το να δεχθεί ότι ορθά η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να προβεί σε έρευνα σχετικά με την ύπαρξη τυχόν καταθέσεων του οφειλέτη σε άλλα υποκαταστήματα που αυτή διαθέτει στην Ελλάδα, επικαλούμενη το απόρρητο των καταθέσεων αν και αυτό είχε αρθεί με τον προαναφερόμενο νόμο.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "ο παραδεκτά, ως αναγόμενος στη νομική βασιμότητα της ανακοπής, προβαλλόμενος για πρώτη φορά στο δικόγραφο της εφέσεως ισχυρισμός της εκκαλούσας, με τον οποίο επικαλείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έσφαλε με την εφαρμογή της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 90 του ως άνω ν.δ/τος και τη συνακόλουθη αυτής παραδοχή ότι η καθ’ ης συννόμως δεν προέβη στην έρευνα τυχόν καταθέσεων του οφειλέτη της και στα λοιπά καταστήματά της, καθώς ... η σχετική αυτή διάταξη καταργήθηκε, είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου της στην καθ’ ης, όπως άλλωστε η ίδια συνομολογεί, έλαβε χώρα στις 26.5.2010, η δε δήλωση της τελευταίας στις 2.6.2010, ήτοι σε χρόνο που για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, εξακολουθούσε να ισχύει η παρ. 1 της διάταξης του άρθρου 90 του εν λόγω ν.δ/τος, η οποία και κατά τα παραπάνω, καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 73 του ν. 3994/2011".
Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο. Και αυτό διότι η αναιρεσίβλητη συννόμως αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο τυχόν καταθέσεων του οφειλέτη και στα λοιπά καταστήματα αυτής στη χώρα, εφαρμόζοντας τις ισχύουσες κατά το χρόνο της κατάσχεσης διατάξεις του άρθρου 90 του ν.δ/τος 17.7/13.8.1923 και του άρθρου 24 του Ν. 2915/2001, σύμφωνα με τις οποίες η αναιρεσίβλητη Τράπεζα όφειλε να δηλώσει τυχόν καταθέσεις του οφειλέτη στο κατάστημα που έγινε η κατάσχεση και μάλιστα μέχρι το ύψος του κατασχεθέντος στα χέρια της ως τρίτης ποσού.
Συνεπώς, ο ερειδόμενος στο άρθρο άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τρίτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα. VI) Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής απόφασης και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.
σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (Α.Π. 148/1991, 311/1985).
Με τον δεύτερο των προσθέτων λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, αιτιάται το Εφετείο ότι θεώρησε ως ειλικρινή την δήλωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας σχετικά με το ύψος του ανευρεθέντος στα ταμεία της ποσού, χωρίς να διατάξει, αν και ζητήθηκε, τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την ανεύρεση της αλήθειας, ισχυριζόμενη ότι ο οφειλέτης αναλάμβανε μεγάλα έργα με υψηλές αμοιβές.
Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, διότι η διενέργεια από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κρίση του, εφόσον δεν πρόκειται για ζήτημα που απαιτεί ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (368 Κ.Πολ.Δ.) και επομένως δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση και τους πρόσθετους αυτής λόγους για αναίρεση της 84/2013 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας και της 81/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ