1183/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1183/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1183 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1183/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Β. Κ., το γένος Κ. Κ., 2) Β. Κ. του Β. και 3) Κ. Κ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Π. Κ., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα της ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2007 αγωγή και την από 5/9/2008 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 101/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 222/2011 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/7/2012 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/3/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Η αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1, 104, 105, 576 παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β',γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκειμένη περίπτωση υπόκειται προς κρίση η από 27-7-2012 αίτηση περί αναιρέσεως της 222/2011 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-1-2014) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτου οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε αρχικώς ορισθεί για τη δικάσιμο της 20-3-2013, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Μ. Ρέλλου, αναβλήθηκε δε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, με σχετικές επισημειώσεις στο πινάκιο.
Τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν από κοινού οι αναιρεσείοντες δια του προαναφερομένου πληρεξουσίου δικηγόρου τους, από κανένα όμως στοιχείο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι απολειπόμενοι πρώτη και ο τρίτος των αναιρεσειόντων είχαν χορηγήσει νομίμως πληρεξουσιότητα στον παραπάνω δικηγόρο να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως και επομένως η επίσπευση της συζήτησης από τους τελευταίους είναι άκυρη, ενώ τέτοια πληρεξουσιότητα είχε χορηγήσει σ' αυτόν η δεύτερη τούτων.
Έτσι η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως, ισχύει ως κλήτευση για την απολειπομένη δεύτερη των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι λοιποί απολειπόμενοι αναιρεσείοντες (πρώτη και τέταρτος) κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο, από την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις 558β και 557 β/27-6-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Γ.
Μ., με τις προσαρτημένες σ' αυτές αποδείξεις παράδοσης αντιγράφου της αναίρεσης και κλήσης για την τελευταία δικάσιμο στο αστυνομικό τμήμα και βεβαιώσεις ταχυδρόμησης ειδοποίησης, που η ίδια προσκομίζει και επικαλείται.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες (άρθρα 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) κείται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του δήμου Αεβιδίου Αρκαδίας, συνορεύει ................
Εντός αυτού υπάρχει παλαιά διώροφη οικοδομή, της οποίας το ισόγειο είναι συνολικού εμβαδού 70 τ.μ- και αποτελείται από δύο δωμάτια, εμβαδού 32 τ.μ. και 20 τ.μ. αντίστοιχα, στα οποία στεγάσθηκαν καταστήματα κατά το παρελθόν, και μιια αποθήκη, εμβαδού 18 τ.μ., μεγάλο τμήμα της οποίας βρίσκεται κάτω από τη γη, λόγω του επικλινούς του εδάφους της περιοχής, ενώ ο πρώτος όροφος είναι συνολικού εμβαδού 70 τ.μ., αποτελείται από τρία δωμάτια και βοηθητικούς χώρους, χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν ως οικία, ενώ από τις αρχές τις δεκαετίας του 1960 και έκτοτε στεγάζει το κατάστημα του Αστυνομικού Τμήματος Λεβιδίου, μετά από μίσθωση των κατωτέρω τότε συννομέων του ακινήτου με το Ελληνικό Δημόσιο.
Τον προς τα νοτιοδυτικά ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου αυτού, ο οποίος έχει εμβαδόν 7 περίπου τ.μ., αποτελεί μία επιμήκης επικλινής εδαφική λωρίδα μήκους 17,50 μέτρων και πλάτους 0,40 μέτρων, η οποία κείται στη νοτιοδυτική πλευρά του οικοπέδου και εφάπτεται με το νοτιοδυτικό τοίχο της ως άνω οικοδομής. Αυτή λειτουργεί ως δίοδος, διά της οποίας επικοινωνεί η κλίμακα της δυτικής εισόδου της οικίας (και ήδη καταστήματος του Α.Τ.
Λεβιδίου) του πρώτου ορόφου της ανωτέρω οικοδομής, καθώς και η κλίμακα της μοναδικής εισόδου της αποθήκης του ισογείου με την εθνική οδό Τριπόλεως - Πύργου. Το εν λόγω ακίνητο αποτελούσε στο παρελθόν τμήμα ενός ευρύτερου ακινήτου το οποίο νεμόταν ο παππούς των εφεσίβλητων - αδελφών Α. Κ., μετά δε το θάνατο αυτού κατά το έτος 1942, η νομή του ως άνω ακινήτου μεταβιβάσθηκε στους μοναδικούς ες αδιαθέτου κληρονόμους του και συγκεκριμένα στη σύζυγο του Κ.
σε ποσοστό 2/8 αδιαιρέτως και στο καθένα από τα δύο τέκνα του Κ. και Γ., το δεύτερο των οποίων είναι ο πατέρας των εφεσίβλητων σε ποσοστό 3/8 αδιαιρέτως. Μετά το θάνατο και της ανωτέρω Κ. χηρ. Α. Κ., κατά το έτος 1953, η οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τα δύο ανωτέρω) τέκνα της με την υπ' αριθμ. .......... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου .........
και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 718/1953 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Τριπόλεως, το ως άνω ευρύτερο ακίνητο περιήλθε στη νομή του καθενός από τα εν λόγω τέκνα της σε ποσοστό 4/8 αδιαιρέτως, ήτοι κατά 3/8 αδιαιρέτως εκ της κληρονομιάς του πατρός τους και κατά 1/8 αδιαιρέτως εκ της κληρονομιάς της μητρός τους, αφού συντάχθηκε η μετ' επικλήσεως προσκομισθείσα υπ' αριθμ. ......
πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ........ η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως με το υπ' αριθμ. …-1968 συμβόλαιο διανομής ακινήτων του συμβολαιογράφου ............, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, οι ανωτέρω Γ. και Κ. Κ. διένειμαν την κληρονομιαία περιουσία των προαναφερθέντων γονέων τους, μέρος της οποίας αποτελούσε το παραπάνω ευρύτερο ακίνητο, επί του οποίου είχε ήδη ανεγερθεί διώροφη οικοδομή και το οποίο χωρίσθηκε σε δύο τμήματα, από τα οποία ο Γ.
Κ., πατέρας και δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων έλαβε το νότιο τμήμα, το οποίο αποτελεί και το επίδικο. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ανωτέρω συμβόλαιο έλαβε τα δύο προς νότο κείμενα δωμάτια (καταστήματα) του ισογείου, τα οποία ταυτίζονται με τα προαναφερθέντα δωμάτια του ισογείου ορόφου του επιδίκου, εμβαδού 32 τ.μ.
και 20 τ.μ. αντιστοίχως, και το ήμισυ της προς δύση κείμενης αποθήκης, το οποίο ταυτίζεται με την προαναφερθείσα αποθήκη του ισογείου ορόφου του επιδίκου, εμβαδού 18 τ.μ. Ειδικά ως προς την πρόσβαση στο τμήμα αυτό της αποθήκης, ορίσθηκε στο ανωτέρω συμβόλαιο ότι ο Γ. Κ. θα εισέρχεται σ' αυτό αποκλειστικώς και μόνο από νέα είσοδο, η οποία θα ανοιγόταν από τον ίδιο εντός μηνός από τη σύνταξη του συμβολαίου.
Επίσης, έλαβε το νότιο τμήμα της οικίας του πρώτου ορόφου, το οποίο αντιστοιχεί στα προαναφερθέντα τρία δωμάτια και βοηθητικούς χώρους του επιδίκου, συνολικού εμβαδού 70 τ.μ., καθώς και ολόκληρο τον ακάλυπτο χώρο, εμβαδού 7 τ.μ-, του επιδίκου, που αποτελεί την προπεριγραφείσα δίοδο της δυτικής εισόδου της οικίας του πρώτου ορόφου και της μοναδικής εισόδου της αποθήκης του ισογείου προς την εθνική οδό Τριπόλεως -Πύργου.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι κατά το χρόνο της ως άνω συμβολαιογραφικής διανομής, ήτοι κατά το έτος 1968, δεν υπήρχε πρόσβαση στο τμήμα της αποθήκης του ισογείου που έλαβε ο Γ. Κ., το οποίο αποτελεί τη σημερινή αποθήκη του επιδίκου, και ότι αυτός υποχρεώθηκε στη διάνοιξη εισόδου προκειμένου να εισέρχεται σ' αυτήν, η οποία ως σήμερα αποτελεί τη μοναδική είσοδο της αποθήκης του επιδίκου.........
Μετά την ως άνω διανομή, ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτίον κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και άσκησε έκτοτε και μέχρι το θάνατο του συνεχή, αδιάλειπτη και αδιαφιλονίκητη νομή και κατοχή επ1 αυτού. Συγκεκριμένα, ασκούσε επί του επιδίκου φανερές υλικές πράξεις δηλωτικές της θελήσεως του να είναι κύριος αυτού, και ειδικότερα, εκμίσθωνε την οικία του πρώτου ορόφου στο Α.Τ.
Λεβιδίου (το οποίο στεγαζόταν ήδη εκεί από το έτος 1961, όταν συννομείς του όλου ακινήτου ήταν αυτός και ο ανωτέρω αδελφός του) καθώς και το ένα από τα καταστήματα του ισογείου, όπως λ.χ. το Ταχυδρομικό Γραφείο Λεβιδίου, ενώ το άλλο κατάστημα του ισογείου το χρησιμοποιούσε ο ίδιος ως επαγγελματική στέγη (ραφείο).
Επίσης χρησιμοποιούσε την αποθήκη του ισογείου για να αποθηκεύει τρόφιμα, καυσόξυλα και άλλα υλικά. Προκειμένου, μάλιστα, να εισέρχεται στην αποθήκη χρησιμοποιούσε ως δίοδο την επιμήκη εδαφική λωρίδα που αποτελεί τον προς τα νοτιοδυτικά ακάλυπτο χώρο του επίδικου οικοπέδου. Επ' αυτής της λωρίδας εναπόθετε πρόχειρα και τα καυσόξυλα προ του τεμαχισμού τους και της αποθήκευσης τους στην ως άνω αποθήκη.
Εξάλλου, την εν λόγω εδαφική λωρίδα χρησιμοποιούσαν και οι υπηρετούντες στο Α.Τ. Λεβιδίου αστυνομικοί προκειμένου να εισέρχονται στο κατάστημα του Τμήματος από τη δυτική είσοδο αυτού, ιδίως δε προκειμένου να οδηγούν τους κρατούμενους στο κρατητήριο, το οποίο βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ως άνω αστυνομικού καταστήματος...........
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, το ακάλυπτο επίμηκες τμήμα του επίδικου οικοπέδου, εξουσιαζόταν από τους νομείς της οικοδομής που έχει ανεγερθεί επί του εν λόγω οικοπέδου και χρησιμοποιείτο για την διέλευση αυτών, όπως, άλλωστε; επιβεβαιώνεται και από το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν ακριβές αντίγραφο του από 24-03-1961 ιδιωτικού συμφωνητικού το οποίο συντάχθηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων Γ.
και Κ. Κ., και του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Β. Κ. καθώς και του αδελφού του Ι. Κ., οι οποίοι νέμονταν το γειτονικό με το επίδικο προς νότο και δύση ακίνητο, και με το οποίο οι αδελφοί Κ. "αναγνώριζαν και συνομολογούσαν ότι καθ1 όλο το μήκος της ιδιοκτησίας των αδελφών Κ., και προς τη νοτιοδυτική πλευρά της νεόδμητης (κατά το έτος 1961) οικίας τους (ήτοι τη νοτιοδυτική πλευρά του επίδικου) και πέραν αυτής όσον το μήκος της ιδιοκτησίας τους, οι Γ.
και Κ. Α. Κ. έχουν στην κυριότητα, νομή και κατοχή τους λωρίδα εδάφους κατά μήκος του υπάρχοντος δρομίσκου στη νοτιοδυτική πλευρά της ιδιοκτησίας τους. πλάτους 40 εκατοστών του μέτρου έξω του τοίχου της οικοδομής τους, και, συνακόλουθα, ότι επί της λωρίδας του εδάφους τούτου οι αδελφοί Κ. ουδέν δικαίωμα έχουν"...........
Από το ανωτέρω συμφωνητικό συνάγεται ότι οι δικαιοπάροχοι των εφεσίβλητων βρίσκονταν στη νομή της επίδικης εδαφικής λωρίδας, όπως αυτή περιγράφεται στην αγωγή, ήδη από το έτος 1961, γεγονός το οποίο αναγνώριζε και ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το θάνατο του Γ. Κ., κατά το έτος 1987, η νομή του επίδικου ακινήτου μεταβιβάσθηκε στους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, και συγκεκριμένα στη σύζυγο του Α., σε ποσοστό 2/8 (ή 4/16) αδιαιρέτως και στο καθένα από τα δύο τέκνα του, ήτοι στην ενάγουσα και στην καθ1 ης η προσεπίκληση ήδη εφεσίβλητες σε ποσοστό 3/8 (6/16) αδιαιρέτως.
Μετά το θάνατο και της ανωτέρω Α. Κ., κατά το έτος 2002, η οποία εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της την πρώτη εφεσίβλητη με την υπ' αριθμ. ...1995 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου .......... και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 2043/11-04-2003 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, το επίδικο ακίνητο περιήλθε νομή της καθεμιάς από τα εν λόγω τέκνα της, και συγκεκριμένα στην δεύτερη εφεσίβλητη σε ποσοστό 7/16 αδιαιρέτως, ήτοι κατά 6/16 αδιαιρέτως εκ της κληρονομιάς του πατρός της και κατά 1/16 αδιαιρέτως (νόμιμη μοίρα) εκ της κληρονομιάς της μητρός της, και στην πρώτη εφεσίβλητη σε ποσοστό 9/16 αδιαιρέτως, ήτοι κατά 6/16 αδιαιρέτως εκ της κληρονομιάς του πατρός της και κατά 3/16 αδιαιρέτως εκ της κληρονομιάς της μητρός της, συντάχθηκαν δε οι ..........συμβολαιογραφικές πράξεις .........αποδοχής κληρονομίας των συμβολαιογράφων, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα.
Μετά το θάνατο του πατέρα τους, Γ. Κ., κατά το έτος 1987, οι εφεσίβλητες και η μητέρα τους Α. Κ., κατέλαβαν το επίδικο ακίνητο, διαδεχόμενες τον αποβιώσαντα στη νομή και κατοχή αυτού, και έκτοτε νέμονταν αυτό συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαφιλονίκητα, μέχρι το θάνατο της Α. Κ., κατά το έτος 2002, οπότε και η νομή το επιδίκου περιήλθε αποκλειστικά στις εφεσίβλητες οι οποίες συνέχισαν να ασκούν τη φυσική εξουσία επ' αυτού με διάνοια συγκυριών κατά τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν.
Ειδικότερα, εξακολούθησαν να εκμισθώνουν τον πρώτο όροφο της οικοδομής στο Α.Τ. Λεβιδίου, αλλά και να κάνουν όμοια με τους δικαιοπαρόχους τους χρήση της αποθήκης του ισογείου (αποθήκευση τροφίμων και καυσοξύλων), εξακολουθώντας παράλληλα να χρησιμοποιούν την ένδικη εδαφική λωρίδα στα νοτιοδυτικά της οικοδομής ως δίοδο αλλά και ως πρόχειρο αποθηκευτικό χώρο των καυσοξύλων, ασκούσαν δε πάντα την εποπτεία και την επίβλεψη επί του επίδικου ακινήτου ούσες ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα να επέμβουν επ' αυτού.
Μάλιστα, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους Γ. Κ., κατά το έτος 1987, αυτές προέβησαν στην επισκευή της ως άνω οικοδομής, ενώ κατά το έτος 2006 τοποθετήθηκε και σύστημα κεντρικής θέρμανσης στο χώρο όπου στεγάζεται το Αστυνομικό Τμήμα Λεβιδίου. Κατά την εκτέλεση των ως άνω εργασιών, χρησιμοποιείτο η δυτική είσοδος του Αστυνομικού Τμήματος και η επίδικη δίοδος, που εξυπηρετεί αυτήν, για τη μεταφορά και την εισαγωγή των αναγκαίων υλικών και μηχανημάτων στο κατάστημα του Αστυνομικού Τμήματος.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες είναι συγκύριοι, όπως προαναφέρθηκε του γειτονικού προς νότο και δύση με το επίδικο ακινήτου. Με την υπ’ αριθμ. ...2006 πράξη προσκύρωσης "εδαφικής λωρίδας της συμβολαιογράφου .........., η οποία έχει μεταγραφεί νόμιμα ........... και μετά την καταβολή του ορισθέντος τιμήματος των 2.362,50 ευρώ στον Δήμο Λεβιδίου Αρκαδίας, προσκυρώθηκαν στο ως άνω ακίνητο τους οι εμφαινόμενες στο ως άνω από μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.
Σ. 7 εδαφικές λωρίδες προς εφαρμογή του σχεδίου πόλεως του τοπικού διαμερίσματος Λεβιδίου του ομώνυμου Δήμου, για την οποία πολεοδομική τακτοποίηση είχε εκδοθεί η 3/13-7-1956 Πράξη Αναλογισμού Τακτοποιήσεως και Προσκυρώσεως των ιδιοκτησιών Γ. και Ν. Σ. αφ' ενός και των κληρονόμων Κ. Κ. αφ' ετέρου, η οποία είχε μεταγραφεί νόμιμα.
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι με την προσκύρωση αυτή περιήλθε στην κυριότητα και η επίδικη επιμήκης λωρίδα εμβαδού 7 περίπου τ.μ. αλλά αυτό δεν αποδεικνύεται, δεδομένου ότι η Πράξη Αναλογισμού δεν αφορούσε καν την ιδιοκτησία τότε των δικαιοπαρόχων των εφεσίβλητων, τα δε προσκυρούμενα επτά τμήματα δεν ταυτίζονται με την επίδικη εδαφική λωρίδα αφού μάλιστα νοτιοδυτικότερα της επίδικης αυτής λωρίδας και μέχρι την ιδιοκτησία των εκκαλούντων υπάρχει δημοτικός δρόμος που δεν έχει διανοιχθεί ακόμη.........
Στη συνέχεια και μετά την ανωτέρω προσκύρωση και συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από τις 12/9/2006 και μέχρι τις 17/11/2006 οι εκκαλούντες προέβησαν στην κατασκευή λιθόκτιστης περίφραξης πάχους 0,25 μέτρων και ύψους 0,60 μέτρων με μεταλλικό κιγκλίδωμα πάνω της ύψους 0,50 μέτρων στην πρόσοψη του ακινήτου τους προς την Εθνική οδό, στην οποία τοποθέτησαν και καγκελόπορτα.
Τμήμα της περίφραξης αυτής μήκους 0,40 μέτρων το οποίο εφάπτεται με τον τοίχο της οικοδομής των εφεσιβλήτων και προεκτείνεται προς νότο σε μήκος 0,40 μέτρων, μετά τη νοητή ευθεία που σχηματίζεται στο έδαφος από την προβολή της νότιας πλευράς της κλίμακας, που οδηγεί στην κεντρική (νότια) είσοδο της οικίας του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής (ήτοι την κεντρική είσοδο του Α.Τ.
Λεβιδίου), έχει κατασκευασθεί επί του επίδικου ακινήτου, και ειδικότερα επί του νοτιοανατολικού τμήματος της ως άνω επιμήκους εδαφικής λωρίδας, την οποία νέμονταν συνεχώς και αδιαλείπτως έως τότε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι εφεσίβλητες είτε οι ίδιες είτε διά του μισθωτή του πρώτου ορόφου της ως άνω οικοδομής Α.Τ.
Λεβιδίου, χρησιμοποιώντας την ως δίοδο για να εισέρχονται από την εθνική οδό Τριπόλεως - Πύργου στη δυτική είσοδο της οικίας που στεγάζει το κατάστημα του αστυνομικού τμήματος καθώς και στη μοναδική είσοδο της ισόγειας αποθήκης του επιδίκου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι έφραξαν τη μοναδική είσοδο της αποθήκης του επιδίκου, ανεγείροντας πρόχειρο τοιχίο από τσιμεντόλιθους έμπροσθεν της κλίμακας καθόδου σ' αυτήν, ενώ αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι προέβησαν σε διαδοχική υπερύψωση της στάθμης του εδάφους στο σημείο αυτό, ή οποία (στάθμη) παραμένει σταθερή κατά την τελευταία πεντηκονταετία.
Με τις ανωτέρω ενέργειες τους οι εκκαλούντες, αφενός μεν κατέλαβαν τμήμα της επίδικης εδαφικής λωρίδας δια της κατασκευής της ανωτέρω περίφραξης επί του εν λόγω τμήματος, αφετέρου δε ενσωμάτωσαν στο γειτονικό ακίνητο τους το υπόλοιπο αυτής (της εδαφικής λωρίδας) επεκτείνοντας τα όρια αυτού (του γειτονικού ακινήτου τους), διά της ως άνω περιφράξεως, έως το νοτιοδυτικό τοίχο της οικοδομής που υφίσταται επί του επιδίκου.
Έτσι, απέβαλαν τις εφεσίβλητες από τη σύννομη τους επί της ως άνω εδαφικής λωρίδας παράνομα και χωρίς τη θέληση τους. Μάλιστα, σε σχετική πρόσκληση της πρώτης εφεσίβλητης να της παραχωρήσουν κλειδί της ως άνω καγκελόπορτας για να εισέρχεται στην επίδικη δίοδο, απάντησαν αποφατικά, στερώντας της ολοσχερώς τη δυνατότητα πρόσβασης στην ως άνω αποθήκη, διά της καταλήψεως της ανωτέρω εδαφικής λωρίδας, η οποία χρησιμοποιείτο ως δίοδος προς τη μοναδική είσοδο της αποθήκης αυτής, Αλλά και φράσσοντας με το πρόχειρο τοιχίο την είσοδο αυτής, και έτσι τις απέβαλαν και από τη σύννομη τους επί της εν λόγω αποθήκης, επιπλέον, με την κατάληψη της επίδικης εδαφικής λωρίδας, διατάραξαν τη σύννομη των εφεσίβλητων παράνομα και χωρίς τη θέληση τους, επί τμήματος του υπολοίπου ακινήτου τους, και δη επί της οικίας του πρώτου ορόφου της υφιστάμενης επ' αυτού οικοδομής, όπου στεγάζεται το Α.Τ.
Λεβιδίου, αποκλείοντας τους την πρόσβαση σ' αυτό από το καταληφθέν εδαφικό τμήμα και αναιρώντας τη χρήση της μίας εκ των δύο εισόδων του, και συγκεκριμένα της δυτικής εισόδου αυτού. Από τις ανωτέρω προσβολές της συννομής των εφεσιβλήτων και μέχρι την άσκηση της αγωγής η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους την 06-09-2007, δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του έτους με αποτέλεσμα να μην έχουν υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη της σύννομης αυτών.
Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμη ουσιαστικά η σχετική ένσταση των εκκαλούντων." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της αναιρεσίβλητης, στο δικόγραφο της οποίας σωρευόταν αξίωση για την προστασία της σύννομης της, την οποία πρόσβαλαν παρανόμως οι αναιρεσείοντες με την αποβολή της από την άσκηση αυτής σε διακεκριμένο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, καθώς και αξίωση προστασίας του ίδιου δικαιώματος (σύννομης) στο υπόλοιπο ακίνητο, που πρόσβαλαν οι ίδιοι με διαταρακτικές πράξεις, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των τελευταίων περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, λόγω παρέλευσης έτους από τις φερόμενες προσβλητικές της σύννομης πράξεις και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 983, 984, 987, 989 και 994 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.
Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, που εφάρμοσε, εκθέτοντας με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.
Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο, πέμπτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου, της σύννομης της αναιρεσίβλητης στο τμήμα του επιδίκου, που ήταν αντικείμενο της περί αποβολής αγωγής και του χρόνου προσβολής της συννομής, που συναρτάται με την περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων ένστασή τους, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, ως προς τις διαλαμβανόμενες σ' αυτούς λοιπές αιτιάσεις, που αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτοι.
Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ..
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562παρ.2 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί αοριστίας της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε από τους αναιρεσείοντες-εκκαλούντες στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των αναιρεσειόντων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής προτάθηκε με λόγο έφεσης στο δικαστήριο της ουσίας.
Επειδή ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπό όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπό όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν αποτελούν πράγματα και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπό όψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα, πραγματικά ή νομικά, ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από τον νόμο.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος αυτού οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμό τους "για το αναπόδεικτο του χρόνου τελέσεως της αποβολής και διαταράξεως της σύννομης της αναιρεσίβλητης".
Όμως ο προαναφερόμενος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν εμπίπτει στην έννοια των "πραγμάτων", όπως αυτή διατυπώνεται στη μείζονα σκέψη, που προηγήθηκε, αλλά συνιστά άρνηση της αγωγικής βάσης, και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.9περ.γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως αίτηση, κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αιτίαση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιανδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ένδικου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά κάθε απόφανσης σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 παρ.8 Κ.Πολ.Δ., αφετέρου δε και κάθε μη αυτοτελής αίτηση των διαδίκων στη διαδρομή του δικαστικού αγώνα, εφόσον προκαλεί την ενέργεια του δικαστηρίου και έτσι συντελεί στην εξέλιξη της διαδικασίας για το σκοπό έκδοσης οριστικής απόφασης και εφόσον αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης.
Τέτοια αίτηση δεν αποτελεί το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας στο επίδικο ακίνητο, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω οι σωρευτικώς ασκούμενες από τους αριθμούς 11 και 20 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις, που προβάλλονται με το τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και με τον τέταρτο λόγο αυτής κατ' ορθή υπαγωγή ως προς αυτόν (τέταρτο λόγο), του διαλαμβανομένου νομικού σφάλματος (και όχι από τον αρ. 11 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) αφενός για μη λήψη υπόψη και αφετέρου για την παραμόρφωση από το Εφετείο των φωτογραφιών, τις οποίες προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες προς απόδειξη της παλαιότητας των κατασκευών στην επίδικη εδαφική λωρίδα και της πραγματικής κατάστασης του ακινήτου της αναιρεσίβλητης, γεγονός που συνέχεται με τον επικαλούμενο χρόνο προσβολής της νομής της τελευταίας, και τον ισχυρισμό τους περί παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις που αναφέρονται στα ίδια έγγραφα και στο ίδιο περιεχόμενό τους αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως.
Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για παράβαση των ορισμών του νόμου σε σχέση προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσον μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ορίζει ο νόμος και όχι όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (αρ.340 Κ.Πολ.Δ.) έδωσε η δεν έδωσε πίστη στις καταθέσεις των μαρτύρων ή απέδωσε σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νομό την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από αυτά τα άλλα.
Συνεπώς η διατυπούμενη με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης αιτίαση ότι το Εφετείο θεώρησε αξιόπιστο το μάρτυρα που εξετάστηκε κατά πρόταση της αναιρεσίβλητης, δε θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση της παραβίασης των διδαγμάτων του κοινής πείρας από το Εφετείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απαράδεκτος, καθ' όσον η σχετική αναιρετική πλημμέλεια (άρθρο 559 αρ. 1β Κ.Πολ.Δ.) ιδρύεται όταν το δικαστήριο χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της αληθούς έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος τους, που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο για την ένδικη διαφορά.
Περαιτέρω τα τοπογραφικά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση διαδίκου φέρουν το χαρακτήρα γνωμοδότησης του άρθρου 390 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση με την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., όπως τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα και επομένως δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος από την τελευταία αυτή διάταξη λόγος αναίρεσης (ΑΠ 406/2006).
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) των τοπογραφικών διαγραμμάτων και των σκαριφημάτων που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι από τα οποία προέκυπτε η ταυτότητα του επιδίκου 2) των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και ειδικότερα της περιεχόμενης σ' αυτήν ανώμοτης κατάθεσης της δεύτερης των αναιρεσειόντων και 3) των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ενώπιον του Εφετείου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον τα έγγραφα αυτά δεν επιδέχονται παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου στο Δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
Για τους λόγους αυτούς :
Απορρίπτει την από 27-7-2012 αίτηση των Α., Β. και Κ. Κ. περί αναιρέσεως της 222/2011 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Απριλίου 2014. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ