Legislator Case Law & Legislation
1183/2012 AI generated

1183/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1183/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1183/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): 2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Keywords

AI generated
agricultural law rural land ownership agricultural lease agricultural rent control land law agricultural production contract
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Σ. του Ε., 2. Ι. Σ. του Ε., 3. Μ. Σ. του Ε. , κατοίκων ..., οι οποίοι 1ος, 2ος και 3η ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος Ε. Σ. του Α., 4. Ε. Σ. του Α., 5. Σ. Σ. του Ι., συζ. Δ. Δ., 6. Δ. Χ. του Μ., 7. Σ. Χ. του Μ. και 8. Μ. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι, 4, 5, 6, 7 και 8 ως εκ διαθήκης κληρονόμοι της αποβιωσάσης Ζ. Σ. του Ε. και αρχικής ενάγουσας, και αυτής ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Ε. Σ. του Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Θαλασσινό. Ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι η 3η αναιρεσείουσα (Μ. Σ.) απεβίωσε στις 29-10-2009 και κληρονομήθηκε από τους Δ. Χ. του Μ. και Σ. Χ. του Μ., ήδη 6η και 7ος αναιρεσειόντων, οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους. Επίσης ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το πατρώνυμο του 4ου αναιρεσείοντος Ε. Σ. του Ε., ενώ το ορθό είναι "του Α./".

Της αναιρεσίβλητης: Β. Π. του Σ., συζ. Ν. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 977/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 24/2009 του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά αποδοχή του πρώτου λόγου της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε ερήμην των τετάρτου, πέμπτης, έκτης και εβδόμου των αναιρεσειόντων, παραδεκτώς προσβάλλεται με την αναίρεση (άρθρο 553 ΚΠολΔ), παρά το ότι δεν προκύπτει ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους αυτών. Τούτο γιατί από την απευθείας άσκηση αναίρεσης προκύπτει (σιωπηρή) παραίτηση των εν λόγω ερημοδικασθέντων αναιρεσειόντων από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, η παραίτηση δε αυτή, για την οποία δεν παρασχέθηκε η απαιτούμενη κατ' άρθρο 98 περ. β' ΚΠολΔ, ειδική πληρεξουσιότητα, εγκρίθηκε σιωπηρώς από τους αναιρεσείοντες αυτούς και έτσι θεραπεύθηκε η έλλειψη, όπως αυτό προκύπτει από τη μεταγενέστερη, δια των προσκομιζόμενων εγγράφων (πληρεξουσίων) της συμβολαιογράφου Αθηνών Νερατζούλας Χατζηαγγέλη-Κίτρινα, παρασχεθείσα, εκ μέρους των εν λόγω διαδίκων, πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο Εμμανουήλ Θαλασσινό να παραστεί και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την παρούσα δικάσιμο. Η έγκριση, ενεργώντας αναδρομικώς, ισχυροποίησε, όπως προκύπτει από την διασταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 544 αριθ. 4 ΚΠολΔ, την παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης (ΟλΑΠ 626/1980).

2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη και προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 24/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, με κατάθεσή της στις 15-7-2009, απεβίωσε στις 29-10-2009 η τρίτη αναιρεσείουσα Μ.

Σ. του Ε., η οποία κληρονομήθηκε από τα τέκνα της Δ. Χ. και Σ. Χ., έκτο και έβδομη από τους αναιρεσείοντες, αντίστοιχα, οι οποίοι είναι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της. Οι τελευταίοι νομίμως δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης την λόγω θανάτου εκείνης βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψή της.

Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη.

3.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει.

όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, επικαλούμενοι τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγουν το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, αφενός λόγω μη αναφοράς "της νομικής φύσης του επίδικου ακινήτου, του τεσσαρούφ και της διατήρησης του τεσσαρούφ κατά τις εργασίες κατάρτισης Κτηματολογίου και της μετατροπής κατ' άρθρο 9 του Ν. 2100/1952 από αρζί-μιρί σε μούλκ" και αφετέρου λόγω μη αναφοράς συγκεκριμένων πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Σ.

Π. κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο του 1938 μέχρι τον Φεβρουάριο 1957. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 15-10-2008 προτάσεων των παρισταμένων εφεσιβλήτων-αναιρεσειόντων που υπέβαλαν ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτοί δεν προέβαλαν συγκεκριμένη ένσταση αοριστίας της ένδικης αγωγής για τους ανωτέρω λόγους.

4.- Επειδή, κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ, ως τοπικό δίκαιο, και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή σ' αυτή της Ελληνικής νομοθεσίας με το όρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται η συνεχής 15ετής νομή του από μέρους του τιτλούχου που είναι εγγεγραμμένος, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή, αν αυτοί δεν υπάρχουν, του διευθυντή του κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συμπληρώθηκε.

Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς αυτής κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις της Ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή όμως αυτή, που είναι γνήσια, έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπισή τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.

Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα", είναι σαφές ότι από 30.12.1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ.

α' του πιο πάνω ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ. 1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του Ελληνικού ΑΚ, που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο, από τις οποίες τώρα διέπεται η δεκαπενταετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης διαδρομής και συμπλήρωσης αυτής (ΟλΑΠ 188/1980).

Επομένως, μετά την εισαγωγή της Ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο, αρκεί, κατά τα άρθρα 974, 976-979 και 1045 ΑΚ, προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί πλήρη δεκαπενταετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου. Άσκηση νομής, η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητα οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτά πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.

Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η καλλιέργεια η εκμίσθωση, η επίβλεψη και η επίσκεψη του ακινήτου. Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή ν' ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν' ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Τέλος, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που συνιστούν την επί του πράγματος άσκηση της νομής αυτού, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο χρησικτησίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 29.4.1938 ιδιωτικό αγοραπωλητήριο έγγραφο που υπογράφηκε μεταξύ του πατέρα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Σ. Π. και των αρχικών τιτλούχων που αναφέρονται στην αγωγή, ο πρώτος έλαβε στη νομή και κατοχή του έναν αγρό έκτασης 46.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Λιγνή (Κουνουπιές)", συνορεύει ανατολικά με Κ.Μ. 1577-1576, νότια με Κ.Μ. 1574, δυτικά με Κ.Μ. 1000 και βόρεια με Κ.

Μ 1000 και είναι καταχωρημένος στα Κτηματολογικά βιβλία με Κ.Μ. Γαιών Κεφάλου ΧΥΠΙ και στη σελίδα 61. Από το έτος 1938, οπότε οι μέχρι τότε κύριοι του ως άνω επίδικου αγρού πώλησαν και μεταβίβασαν τη νομή του αγρού στον πατέρα της ενάγουσας και έκτοτε ο τελευταίος μέχρι το έτος 1957 κατείχε αυτόν με διάνοια κυρίου συνέχεια, αδιατάρακτα και ανεπίληπτα, καλλιεργώντας και εκμισθώνοντάς τον σε τρίτους, όπως στον Π.

που του έδινε για νοίκι τρία μόδια σιτάρι, αφού οι ίδιοι (αρχικοί τιτλούχοι) με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό που υπέγραψαν του παραχώρησαν τη νομή του, παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν και τον προαναφερόμενο αρχικό "ιταλικό" τίτλο, που η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει. Ως εκ τούτου ο επίδικος αγρός ήταν γνωστός στους περίοικους της περιοχής ως "σκάλα" του Σ. (πατέρα της ενάγουσας).

Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι περί τον Φεβρουάριο του έτους 1957 και ένεκα του γάμου της ενάγουσας, ο πατέρας της Σ. Π., μεταβίβασε σ' αυτήν άτυπα ως προίκα της τον επίδικο αγρό. Η δε ενάγουσα από το έτος 1957 και εντεύθεν μέχρι σήμερα, που έλαβε τη νομή του επιδίκου εξακολούθησε, όπως ο πατέρας της, να ασκεί η ίδια ή δι' αντιπροσώπου στο επίδικο με διάνοια κυρίου τις αρμόζουσες πράξεις νομής, ήτοι, επί χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των 15 ετών, καλλιεργώντας σ' αυτόν καπνά και σιτηρά, επιβλέποντας και εκμισθώνοντάς το σε τρίτους γεωργούς μέχρι το έτος 1990, οι οποίοι της κατέβαλαν ετήσια μισθώματα.

Από δε το έτος 1985, ο αδελφός της ενάγουσας Μ. Σ. καλλιεργούσε και επέβλεπε εν γένει τον επίδικο αγρό επ' ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας λόγω της απουσίας της τελευταίας στην Αμερική μέχρι το 1998 που επέστρεψε στην Ελλάδα. Ακολούθως, η ενάγουσα συνέχισε να έχει στη νομή της τον επίδικο αγρό φροντίζοντας, επισκεπτόμενη και επιβλέποντας αυτόν συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα.

Ενόψει των προεκτεθέντων αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα από το έτος 1957, που έλαβε τη νομή του επιδίκου από τον πατέρα της, μέχρι σήμερα κατέχει και νέμεται αυτόν ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίου τις αρμόζουσες πράξεις νομής συνέχεια, αδιατάρακτα και ανεπίληπτα επί χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο των 15 ετών.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της ο νόμιμος χρόνος της 15ετούς κτητικής παραγραφής για την απόκτηση της κυριότητας με χρησικτησία στο εν λόγω επίδικο ακίνητο και επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη. Όσα δε εξέθεσαν οι εναγόμενοι, οι οποίοι νομιμοποιούνται παθητικά ως διάδικοι στην παρούσα δίκη, αφού όπως ισχυρίστηκαν, πρωτόδικα και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους, αμφισβητούν το επί του επίδικου ακινήτου δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επικαλούμενοι ειδικότερα ότι οι ίδιοι είναι συγκύριοι αυτού ως κληρονόμοι των αρχικών τιτλούχων, είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπό της η 15ετής κτητική παραγραφή επί του επιδίκου ακινήτου είναι κατ' ουσίαν βάσιμη, και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση της τελευταίας εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη και, κάνοντας δεκτή την εν λόγω αγωγή, αναγνώρισε ότι συμπληρώθηκε στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης η 15ετής κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού επί του επίδικου ακινήτου έκτασης 46.000 τ.μ.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συμπλήρωσης στο πρόσωπό της αναιρεσίβλητης της 15ετούς κτητικής παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού δε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερθέντων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Δεν απαιτείτο δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, για τη νομική πληρότητα της απόφασης ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων νομής μέσα στο χρόνο χρησικτησίας, ούτε και η αναφορά των συγκεκριμένων εκμισθωτών, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο. Επίσης, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στο αναιρετήριο, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές αιτιολογίες, διότι, ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα ασκούσε μέχρι το 1990 τις αναφερόμενες πράξεις νομής στη συνέχεια αναφέρει ότι "από το έτος 1985, ο αδελφός της ενάγουσας, Μ.

Σ., καλλιεργούσε και επέβλεπε εν γένει τον επίδικο αγρό επ' ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας λόγω της απουσίας της τελευταίας στην Αμερική μέχρι το 1998 που επέστρεψε στην Ελλάδα", είναι αβάσιμος, αφού δεν υπάρχει αντίφαση από την διευκρίνιση ότι κατά το ως άνω χρονικό διάσημα τις πράξεις νομής στο επίδικο ενεργούσε για λογαριασμό της ενάγουσας ο αδελφός της, γεγονός, που, όπως από στην προσβαλλόμενη αναφέρεται, προέκυψε από τις αποδείξεις.

Εξάλλου, το ότι ο αδελφός της ενάγουσας δεν ονομάζεται Μ. Σ., αλλά ο Γ. Π., δεν δημιουργεί ασάφεια και εντεύθεν έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης (για το λόγο αυτόν), αφού είναι προφανές ότι από παραδρομή αναφέρθηκε ως ονοματεπώνυμο του αδελφού της ενάγουσας εκείνο του αρχικού εναγομένου Ε.

Σ. αντί του ορθού, όπως και οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται, Γ. Π..

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, κατ'ορθή αρίθμηση, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ως άνω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, ως εκ του περιεχομένου του, αληθώς αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθ. 1, 11 και 19 του ιδίου άρθρου, όπως αναγράφονται στο αναιρετήριο), αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά και συγκεκριμένα εκείνα που στηρίζουν την παθητική τους νομιμοποίηση χωρίς απόδειξη.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τις βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά και, επομένως, και εκείνα που αφορούν την ιδιότητα των εναγομένων ως κληρονόμων του αναφερομένου στην αγωγή αρχικού τιτλούχου Ε.

Α. Σ., την οποία (ιδιότητα), ας σημειωθεί, δεν αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες με το αναιρετήριο. Η περαιτέρω δε αιτίαση των αναιρεσειόντων, που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η ιδιότητά τους ως κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου Ε. Σ. αποδεικνύεται αποκλειστικά από την (έμμεση) ομολογία τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), ήτοι από αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται, αφού τα στοιχεία της παθητικής νομιμοποίησης της ένδικης αγωγής, που έχει έρεισμα τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού, δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο ομολογίας, είναι αβάσιμη.

Τούτο, γιατί, αφενός, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα (και) για την παθητική νομιμοποίηση των εναγομένων-εφεσιβλήτων, στηρίχθηκε στα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, (μεταξύ των οποίων και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα), η δε αναφορά της μη αμφισβήτησης εκ μέρους των τελευταίων της ιδιότητας τους ως κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου έγινε προς ενίσχυση της κρίσης του αυτής, χωρίς, μάλιστα, στη συνέχεια να δέχεται και ότι από τη μη αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού, σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων, συνάγεται ομολογία, κατά το άρθρο 261 ΚΠολΔ, των τελευταίων για το εν λόγω κρίσιμο γεγονός και αφετέρου η ιδιότητα των εναγομένων ως κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου, ως πραγματικό γεγονός αποτελεί αντικείμενο δικαστικής ομολογίας σύμφωνα με το άρθρο 352 ΚΠολΔ, το οποίο έχει εφαρμογή και επί αγωγών που έχουν έρεισμα την 15ετή κτητική παραγραφή του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου και στρέφονται κατά των κληρονόμων του αρχικού τιτλούχου, χωρίς να αναγράφεται στον οικείο κτηματολογικό τίτλο ότι το επίδικο είναι εγγεγραμμένο πλέον στο όνομα αυτών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος.

6.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984).

Επίσης δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής. Εξάλλου, επί διεκδικητικής αγωγής, που στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας (χρησικτησία), στον αγωγικό ισχυρισμό προς θεμελίωση του δικαιώματος, ότι ο ενάγων ήταν νομέας του διεκδικουμένου ακινήτου, καθόλο τον απαιτούμενο χρόνο χρησικτησίας, εμπεριέχεται και η δι' άλλου προσώπου άσκηση της νομής σύμφωνα με το άρθρο 980 ΑΚ, αφού και στην περίπτωση της δια τρίτου προσώπου άσκησης νομής επί του πράγματος δε μεταβάλλεται το πρόσωπο του αληθινού νομέα.

Συνεπώς, η παραδοχή της απόφασης, ότι ο ενάγων ασκούσε νομή δι' άλλου προσώπου, μολονότι στην αγωγή αναφέρεται ότι τη νομή την ασκούσε αυτοπροσώπως ο ίδιος (ενάγων), δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης αυτής (αγωγής), εφόσον τούτο προέκυψε από τις αποδείξεις.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, α) με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου αναίρεσης, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγμα που δεν προτάθηκε και ειδικότερα δέχθηκε, ότι τον επίδικο αγρό καλλιεργούσε και επέβλεπε από το έτος 1985 και μέχρι το 1998, επ' ονόματι και για λογαριασμό της ενάγουσας, λόγω της απουσίας της τελευταίας στην Αμερική, ο αδελφός της, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε από την ενάγουσα, η οποία ισχυρίστηκε ότι το επίδικο το νεμόταν η ίδια, β) με το τέταρτο μέρος του ίδιου λόγου αναίρεσης, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα από αυτούς ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο είχε καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο από το 1956, δυνάμει της 13/1956 απόφασης της κατά το άρθρο 71 του Αγροτικού Κώδικα Επιτροπής Απαλλοτρίωσης, και αποδόθηκε στον δικαιοπάροχό τους Ε.

Σ. κατά το 1976, οπότε και καταχωρίστηκε στο όνομά του στα κτηματολογικά βιβλία, και κατά συνέπεια κατά το ως άνω χρονικό διάστημα το επίδικο ήταν ανεπίδεκτο νομής από τρίτον και γ) με το πέμπτο μέρος του ίδιου λόγου, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό τους, ότι στις 28-5-1958 ενεγράφη επί των 3/20 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος και σε βάρος των ιδιοκτητών αυτού Ι.

Π. και Γ. Σ., γεγονός που σημαίνει ότι ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι το επίδικο της παραχωρήθηκε λόγω άτυπης προίκας από τον πατέρα της είναι αναληθής. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από τον αριθ.8 περιπτ.α' και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι και, ειδικότερα, ο πρώτος, ως απαράδεκτος, διότι το ως άνω πραγματικό περιστατικό, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προέκυψε από τις αποδείξεις και δεν συνιστά, όπως προαναφέρθηκε, μεταβολή της βάσης της αγωγής, ο δεύτερος, ως αλυσιτελής, διότι το χρονικό διάστημα από το 1976, που αποδόθηκε το επίδικο ακίνητο στον δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2002), κατά το οποίο, (κατά την ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης), το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στη νομή της ενάγουσας, αρκεί για την ουσιαστική παραδοχή της ένδικης αγωγής και, τέλος, ο τρίτος (λόγος), ως απαράδεκτος, διότι ο ως άνω επικαλούμενος ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, αλλά επιχείρημα των αναιρεσειόντων υπέρ των απόψεών τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-7-2009 αίτηση των Α. Σ. κλπ για αναίρεση της 24/2009 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική έδρα Κω).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ