Legislator Case Law & Legislation
1183/2011 AI generated

1183/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1183/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2008 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1183/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία (τακτική η έκτακτη) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.

Keywords

AI generated
action for boundary determination northern dimension strait territorial restriction demarcation agreement declining of jurisdiction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1183/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2. Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 3. Χ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως νόμιμος κληρονόμου του Δ. K. του Ι. και 4. Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ως νόμιμος κληρονόμος του Δ. Κ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Α. Π., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καλαματιανό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 195/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-11-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση της φυσικής εξουσίας πάνω στο πράγμα, με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία. Η διάνοια δε κυρίου, δηλαδή το πνευματικό στοιχείο της νομής υποδηλώνεται είτε ρητώς είτε σιωπηρώς με πράξεις, τις οποίες επιχειρεί συνήθως ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπος του.

Ειδικότερα, άσκηση νομής επί ακινήτου, που άγει στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία (τακτική η έκτακτη) αποτελούν όλες οι εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σ' αυτό, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και οι οποίες είναι δηλωτικές της φυσικής εξουσιάσεώς του με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η επίσκεψη, η φροντίδα, η περίφραξη, καθώς και η καλλιέργεια του ακινήτου με δημητριακά. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, μετά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, αναφορικά με την παραδοχή της ένδικης αγωγής, η οποία στηρίζεται στην έκτακτη χρησικτησία, τα ακόλουθα: "Η μητέρα της εφεσίβλητης Κ.

χήρα Γ. Χ. και μετά σύζυγος Χ. Κ., ήταν κυρία ενός αγρού στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας .... Το ακίνητο αυτό συνόρευε βόρεια με αγρό του Γ. Κ., νότια κατά ένα μέρος με βουνό και κατά το υπόλοιπο μέρος με ρέμα, ανατολικά με αγρό του Σ. Σ. και δυτικά με αγρό του Ι. Κ. (πατέρα των αρχικών εναγομένων).

Η κυριότητα του ακινήτου αυτού είχε περιέλθει στη μητέρα της εφεσίβλητης, με βάση το συμβόλαιο .../25-8-1921, που συντάχτηκε από το Συμβολαιογράφο Ναυπλίου Σωτήριο Φούτη και μεταγράφηκε νόμιμα την 26-8-1921 στον τόμο ΝΕ' των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Ναυπλίου με αύξοντα αριθμό ... . Με το συμβόλαιο αυτό, ο Γ. Δ., ο οποίος είχε αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου αυτού κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το συμβόλαιο δωρεάς .../20-4-1901, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Ναυπλίου Εμμ.

Φούτη και μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με βάση το συμβόλαιο δωρεάς .../28-12-1902, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Ναυπλίου Σωτήριο Φούτη και μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στη μητέρα της εφεσίβλητης το ακίνητο αυτό λόγω πώλησης. Το εμβαδόν του ακινήτου αυτού ήταν δέκα περίπου στρέμματα, όπως αναφέρεται στα προαναφερόμενα συμβόλαια.

Πρέπει να σημειωθεί ότι όχι μόνο οι μάρτυρες της εφεσίβλητης, αλλά και ο δεύτερος μάρτυρας των εκκαλούντων, δηλαδή ο Χ. Χ. του Α., έχουν καταθέσει ότι το ακίνητο αυτό είχε εμβαδό δέκα περίπου στρέμματα. Κατά το έτος 1950 η μητέρα της εφεσίβλητης χώρισε σε δύο τμήματα, ίσου περίπου εμβαδού, το ακίνητο αυτό και παραχώρησε, με άτυπη δωρεά, στο μεν γιο της από τον πρώτο γάμο Χ.

Χ. του Γ. ετεροθαλή αδελφό της εφεσίβλητης, το βόρειο τμήμα, στη δε εφεσίβλητη, κόρη της από το δεύτερο γάμο, το νότιο τμήμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι όχι μόνο οι μάρτυρες της εφεσίβλητης, αλλά και ο προαναφερόμενος μάρτυρας των εκκαλούντων κατέθεσαν ότι έγινε η προαναφερόμενη παραχώρηση και ότι το εμβαδόν καθενός από τα δύο τμήματα ήταν πέντε περίπου στρέμματα.

Ειδικότερα, ο προαναφερόμενος μάρτυρας των εκκαλούντων κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "... το κτήμα της Κ., μητέρας της Π., ήταν 10 στρέμματα. Απ' αυτά τα 5 έδωσε στην κόρη της την Π. και τα άλλα 5 στο γιο της Χ. Χ. ...". Περαιτέρω, το βόρειο τμήμα του ακινήτου αυτού συνόρευε βόρεια με ακίνητο του Γ. Κ., νότια με το νότιο τμήμα του ακινήτου και με ρέμα, ανατολικά με ακίνητο των αδελφών Σ.

και δυτικά με ακίνητο του Ι. Κ. (πατέρα των αρχικών εναγομένων). Εξάλλου, το νότιο τμήμα συνόρευε βόρεια με το βόρειο τμήμα του ακινήτου και με ρέμα, νότια με βουνό και με ρέμα, ανατολικά με ακίνητο των αδελφών Σ. και δυτικά με ακίνητο του Ι. Κ.. Το γεγονός ότι νότιο όριο του ακινήτου της μητέρας της εφεσίβλητης, το οποίο (όριο) συμπίπτει με το νότιο όριο του νότιου τμήματος, το οποίο παραχώρησε ατύπως, όπως προαναφέρθηκε, στην εφεσίβλητη η μητέρα της, αποτελεί το βουνό και ένα μικρό μέρος ρέματος προκύπτει με σαφήνεια και από την κατάθεση του δεύτερου μάρτυρα της εφεσίβλητης, δηλαδή του Κ.

Π., ο οποίος κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι "... Ο αγρός των 10 στρεμμάτων που αγόρασε η Κ. συνορεύει ... νότια, σε ένα μεγάλο μέρος με βουνό και σε ένα μικρό μέρος με ρέμα ...".

Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι νότιο όριο του ακινήτου της μητέρας της εφεσίβλητης και του ετεροθαλούς αδελφού της Χ. Χ. αποτελούσε κυρίως το ρέμα που χωρίζει το ακίνητο του τελευταίου από το επίδικο ακίνητο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, η μητέρα της εφεσίβλητης νεμόταν το ακίνητο αυτό από το έτος 1921, οπότε το απέκτησε, μέχρι το έτος 1950, οπότε το χώρισε σε δύο τμήματα και το παραχώρησε ατύπως στα δύο τέκνα της, και ειδικότερα καλλιεργούσε αυτό με δημητριακά, βρώμη και βίγκο.

Από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1988 η εφεσίβλητη νεμόταν το νότιο τμήμα του ακινήτου Ειδικότερα : α) κατά το έτος 1950, οριοθέτησε το τμήμα αυτό ακινήτου στην ανατολική και τη δυτική πλευρά με πέτρες, οι οποίες, όπως κατέθεσε ο μαρτυράς της Κ. Π. "... ήταν μεγάλες και τις είχαν ασπρίσει ...", β) από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1972 καλλιεργούσε το τμήμα αυτό ακινήτου με βρώμη, κριθάρι και βίγκο, γ) κατά το έτος 1965 μαζί με το σύζυγο της Α.

Π. φύτευσε στο τμήμα αυτό ελαιόδεντρα, όπως έπραξε κατά τον ίδιο χρόνο και ο ετεροθαλής αδελφός της Χ. Χ. στο βόρειο τμήμα, λόγω όμως της ξηρασίας τα ελαιόδενδρα αυτά δεν ευδοκίμησαν, εκτός από ένα το οποίο υπάρχει ακόμη. Μετά το έτος 1972, η εφεσίβλητη έπαυσε να καλλιεργεί το τμήμα αυτό ακινήτου (επίδικο). Ωστόσο, επισκεπτόταν αυτό τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της και το επέβλεπαν.

Κατά το έτος 1979, λόγω ότι κατά το έτος 1968, οπότε πέθανε η μητέρα του, η εφεσίβλητη και ο ετεροθαλής αδελφός της Χ. Χ. δεν είχαν συμπληρώσει εικοσαετή νομή στο νότιο και το βόρειο τμήμα αντίστοιχα του αρχικού ενιαίου ακινήτου της μητέρας τους, αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτής με δήλωσή τους, η οποία περιέχεται στη σχετική πράξη .../21-5-1979, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Ναυπλίου Γεώργιο Περάκη και μεταγράφηκε νόμιμα.

Ωστόσο και μετά την αποδοχή αυτή καθένας από αυτούς, δηλαδή η εφεσίβλητη και ο προαναφερόμενος ετεροθαλής αδελφός της, συνέχισε να νέμεται το τμήμα που του είχε παραχωρήσει ατύπως η μητέρα του κατά το έτος 1950. Κατά το Φεβρουάριο του έτους 1988, η εφεσίβλητη προέβη σε ισοπεδωτικές εργασίες με μηχάνημα επί του επίδικου ακινήτου και περιέφραξε αυτό με συρματόπλεγμα από την ανατολική, τη δυτική και τη νότιο πλευρά.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο μεν πρώτος μάρτυρας των εκκαλούντων, δηλαδή ο Α. Π. κατέθεσε ότι οι αρχικοί εναγόμενοι καλλιεργούσαν το επίδικο ακίνητο μέχρι το έτος 1984, ο δε δεύτερος μάρτυρας αυτών (εκκαλούντων), δηλαδή ο Χ. Χ. του Α., κατέθεσε ότι μέχρι το έτος 1950 το επίδικο ακίνητο καλλιεργούσαν οι αδελφοί Κ..

Όμως, οι ίδιοι οι αρχικοί εναγόμενοι με την από 24-2-1988 αίτησή τους για λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, την οποία άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου κατά της εφεσίβλητης, του γιου της Κ. Π. και του συζύγου της Α. Π., μετά την προαναφερόμενη ισοπέδωση και περίφραξη του επίδικου ακινήτου από την εφεσίβλητη, ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο ακίνητο, ως μέρος του αγρού τους εμβαδού οκτώ στρεμμάτων, το καλλιεργούσε ο πατέρας τους μέχρι το έτος 1941, ενώ οι ίδιοι μετά το έτος αυτό το χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση (μόνον) των ζώων τους.

Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την απόφαση 122/1988 του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου. Κατά της απόφασης αυτής οι προαναφερόμενοι καθ' ων η αίτηση άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου την από 14-2-1989 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση 103/1989 του τελευταίου αυτού Δικαστηρίου. Στη συνέχεια, οι αρχικοί εναγόμενοι άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, κατά της εφεσίβλητης, του γιου της Κ.

Π. και του συζύγου της Α. Π. την από 13-2-1989 αγωγή τους, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο ακίνητο ήταν τμήμα του ακινήτου τους, εμβαδού οκτώ στρεμμάτων, του οποίου ήταν συννομείς κατ' ίσα μέρη και ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι ήταν συννομείς αυτού κατ' ίσα μέρη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους αποδώσουν αυτό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου δέχθηκε ότι τη νομή του επίδικου ακινήτου ασκούσε η εφεσίβλητη από το έτος 1950 μέχρι το έτος 1988 και απέρριψε την αγωγή αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την απόφαση του 73/1990. Κατά της απόφασης αυτής, οι αρχικοί εναγόμενοι άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 12-4-1991 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την απόφαση 298/1993 του Δικαστηρίου τούτου, διότι οι εκκαλούντες δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτησή της.

Περαιτέρω, κατά τις αρχές του έτους 1968, ο τρίτος από τους αρχικούς εναγομένους, δηλαδή ο Δ. Κ., και ο Γ. Γ., κάτοικος ..., υπέβαλαν στο Δασάρχη Ναυπλίας καταγγελία, σύμφωνα με την οποία η εφεσίβλητη και ο σύζυγός της είχαν εκχερσώσει και καταλάβει δημόσια δασική έκταση στη θέση "..." της περιφέρειας ... . Μετά την καταγγελία αυτή, ο προαναφερόμενος Δασάρχης έδωσε προφορική εντολή στο δασικό υπάλληλο Α.

Γ. να διενεργήσει σχετική αυτοψία. Ο τελευταίος διενήργησε, πράγματι, αυτοψία, κατά την οποία, σύμφωνα με το από 15-2-1968 έγγραφό του, το οποίο υπέβαλε στο Δασάρχη Ναυπλίας, διαπίστωσε ότι η εφεσίβλητη και ο σύζυγός της, είχαν εκχερσώσει έκταση, εμβαδού 1.400 τμ, η οποία εκτεινόταν αριστερά του κατερχομένου ρέματος, που αποτελεί σήμερα τμήμα του ορίου που διαχωρίζει το επίδικο ακίνητο από το ακίνητο του ετεροθαλούς αδελφού της εφεσίβλητης Χ.

Χ. και, συνεπώς, η έκταση αυτή αποτελεί τμήμα του επίδικου ακινήτου. Με το ίδιο έγγραφο, ο προαναφερόμενος δασικός υπάλληλος, θεωρώντας, ότι το προαναφερόμενο ακίνητο, εμβαδού δέκα περίπου στρεμμάτων, της μητέρας της εφεσίβλητης εκτεινόταν βόρεια του ίδιου ρέματος, διέλαβε σ' αυτό (έγγραφο) και τα ακόλουθα:

α) ότι ο λόγος της διαμαρτυρίας του αρχικού τρίτου εναγομένου (Δ. Κ.) και του Γ. Γ. ήταν ότι με την εκχέρσωση και την καλλιέργεια της έκτασης, εμβαδού 1.400 τμ, θα εμποδιζόταν η διάβαση των ποιμνίων τους από αυτή (έκταση) και από τμήμα του παρακείμενου ακινήτου των αδελφών Κ., το οποίο είχε αφεθεί προκειμένου να διέρχονται τα ζώα των κατοίκων της περιοχής και να κατευθύνονται προς τους βοσκότοπους, β) ότι στο άκρο της δυτικής πλευράς της έκτασης αυτής υπάρχουν δύο ελαιόδενδρα, τα οποία είχαν φυτευθεί από την εφεσίβλητη και το σύζυγό της και γ) ότι την έκταση αυτή είχαν διεκδικήσει παλαιότερα και οι αρχικοί εναγόμενοι.

Από τις πιο πάνω αναφερόμενες υλικές πράξεις, τις οποίες άσκησε η εφεσίβλητη επί του επίδικου ακινήτου με τη θέληση της να εξουσιάζει αυτό ως κυρία, συνάγεται ότι νομέας του ακινήτου αυτού για είκοσι τουλάχιστον χρόνια πριν από το έτος 1988 ήταν η εφεσίβλητη και, συνεπώς, η τελευταία έγινε κυρία του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί παραπονέθηκαν για την παραδοχή της αγωγής ως κατ' ουσίαν βάσιμης. Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενη αυτό για είκοσι τουλάχιστον έτη πριν από το έτος 1988 και συγκεκριμένα από το έτος 1950 έως το έτος 1988, με διάνοια κυρίου.

Συγκεκριμένα, φρόντιζε και επέβλεπε αυτό, το καλλιεργούσε με δημητριακά από το έτος 1950 έως το έτος 1972, το έτος 1965 φύτευσε σ' αυτό ελαιόδεντρα και το έτος 1988 προέβη σ' αυτό σε ισοπεδωτικές εργασίες με μηχάνημα και στη συνέχεια το περιέφραξε με συρματόπλεγμα από τρεις πλευρές του (ανατολική, δυτική και νότια).

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφαση του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από Ιανουαρίου 2002, τεχνική έκθεση και φωτοερμηνεία του δασολόγου φωτοερμηνευτή Β. Β., από την οποία προκύπτει, ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας τους και ότι το όριο της ιδιοκτησίας τους με την ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης είναι το ρέμα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, στην προσβαλλομένη απόφαση του, βεβαιώνει πως στο αποδεικτικό πόρισμα του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του και την ανωτέρω τεχνική έκθεση-φωτοερμηνεία, την οποία ρητώς μνημονεύει και μάλιστα δύο φορές, στην προσβαλλομένη απόφασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6 Νοεμβρίου 2008 αίτηση των Ε. Κ. του Α. κλπ, για αναίρεση της 195/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία καθορίζει σε δυο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ