1183/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1183/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νομός, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Full text
Απόφαση 1183 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1183/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ... . Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούγκο και η 2η και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Του αναιρεσίβλητου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την από 28-2-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Κρωπίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 424/2006 μη οριστική, 248/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8084/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-4-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της και 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα θεωρείται ως μη παριστάμενος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νομός, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, εισάγεται για συζήτηση η από 30-4-2009 αίτηση για αναίρεση α) της 8084/2008 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) των 424/2006 και 248/2007 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κρωπίας. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο:
α) οι αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούγκο και β) ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ψαρρό. Όμως δεν προκύπτει ότι και ο τρίτος αναιρεσείων Χ3 χορήγησε νόμιμη πληρεξουσιότητα στον προαναφερόμενο δικηγόρο Δημήτριο Τσούγκο με κάποιον από τους συστατικούς τρόπους που προβλέπονται στο άρθρο 96 παρ.1 ΚΠολΔ, για να τον εκπροσωπήσει κατά την προκειμένη συζήτηση της υποθέσεως, δεδομένου ότι το επικαλούμενο .../2010 πληρεξούσιο, που συντάχθηκε στο επίτιμο προξενείο της Ελλάδας στη ...
ενώπιον της ..., γραμματέας του Προξενείου και αναπληρώτριας της Προξένου, φέρει ημερομηνία 4-2-2010, ήτοι μετά τη δικάσιμο της 3-2-2010, για την οποία χορηγήθηκε η πληρεξουσιότητα. Επομένως ο αναιρεσείων αυτός δεν παρέστη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου θεωρείται ως δικονομικώς απών.
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την από τον αναιρεσίβλητο επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη .../12-6-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... με τις κάτω από αυτή από 12-6-2009 και 15-6-2009 απόδειξη παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσείοντα, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, θεωρείται ως δικονομικώς απών, με την επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτήν πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Επομένως, παρά το ότι ο εν λόγω αναιρεσείων δεν έλαβε μέρος κατά την προκειμένη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και έτσι θεωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ως δικονομικώς απών, εν τούτοις πρέπει, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 765/2008).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης, για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 336/2009, ΑΠ 306/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε κατά τύπους τις εφέσεις α) κατά της συμπροσβαλλόμενης 424/2006 εν μέρει οριστικής πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας και β) κατά της 248/2007 οριστικής πρωτόδικης απόφασης του ίδιου Ειρηνοδικείου, και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν, ενώ περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που εξέδωσε τις εν λόγω αποφάσεις.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρωτόδικων αποφάσεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Συνακόλουθα επί διεκδικητικής αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον επικαλούμενο μεταβιβαστικό τίτλο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 του Α.Κ. προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση αυτού με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος και παρέλευση δεκαετίας στη νομή του πράγματος.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, νόμιμος τίτλος είναι κάθε γεγονός παραγωγικό κατά νόμο κυριότητας, όπως είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και έχει εξωτερικώς όλους τους όρους του εγκύρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ των οποίων και η καλή πίστη.
Ο δε νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση αποκλείεται να συντρέχει σ' εκείνον που γνωρίζει ή εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου επί του πράγματος, μη εκπροσωπουμένου υπό του μεταβιβάζοντος ουδέ συναινούντος στη μεταβίβαση (ΑΠ 1366/2005).
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άσκησης νομής, ως τέτοιας νοούμενης της άσκησης σ' αυτό εμφανών και συνεχών πράξεων που εκδηλώνουν βούληση εξουσίασης του νομέα πάνω στο ακίνητο, όπως είναι η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η εποπτεία, η φύλαξη και άλλες πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσία το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, γεγονός που συνάγεται από το δικαστήριο της ουσίας, ενόψει της φύσης της καλής πίστης ως ενδιάθετης κατάστασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.
Επίσης, κατά μεν το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο πιο πάνω περιπτώσεις (της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας), εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά το άρθρο 976 ΑΚ σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, ενώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 984 και 987 ΑΚ, ενάγων στην αγωγή περί προστασίας της νομής, λόγω προσβολής αυτής με αποβολή του νομέα μπορεί να είναι εκείνος που έχει τη νομή του πράγματος, τη φυσική δηλαδή εξουσία με διάνοια κυρίου, κατά το χρόνο της αποβολής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να είναι καλής πίστεως και χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος με την οποία απέκτησε τη νομή (ΑΠ 1141/2002).
Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδάφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 560 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την από 27-3-2004 αγωγή νομής του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28-2-2005 αναγνωριστική της κυριότητας του ίδιου ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων:
Ο ήδη αναιρεσίβλητος Ψ απέκτησε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του ΑΑ που απεβίωσε το έτος 1922, τη νομή και κατοχή ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., επιφανείας 424 τετρ. μέτρων, με όρια βόρεια οδό ..., επί προσώπου 20 μέτρων, νότια ιδιοκτησία Χ1 και Χ2 (εκκαλούντων) σε πλευρά μήκους 20 μέτρων, ανατολικά ιδιοκτησία ...
και ... σε πλευρά 25 μέτρων και δυτικά ιδιοκτησία Χ3 (εκκαλούντα) σε πλευρά 20 μέτρων. Έκτοτε ο Ψ κατείχε τον παραπάνω αγρό με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2001. Συγκεκριμένα τον επιτηρούσε, τον καλλιεργούσε με δημητριακά, περιποιούνταν τα εντός αυτού υπάρχοντα τρία (3) ελαιόδενδρα και συνέλεγε τον καρπό τους.
Το έτος 1999 υπέβαλλε δήλωση ιδιοκτησίας στην υπηρεσία του Εθνικού Κτηματολογίου συνυποβάλλοντας την .../1999 ένορκη βεβαίωση του συντοπίτη του ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κρωπίας. Τέλος περιέλαβε το ακίνητο αυτό στο έντυπο Ε9 του οικονομικού έτους 1997 αλλά και στη δήλωση για τον υπολογισμό του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας του έτους 1998.
Το εν λόγω ακίνητο οριοθετούνταν σε σχέση με τις όμορες ιδιοκτησίες με παλιό συρματόπλεγμα ως προς την ανατολική του πλευρά και με βαθιά αυλακιά ως προς τις δύο άλλες πλευρές. Στο μεταξύ οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) που είναι ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων στη νότια και δυτική πλευρά του ακινήτου του εφεσιβλήτου, τα οποία απέκτησαν οι μεν Χ1 και Χ2 λόγω αγοράς από τους ..., ..., ...
και ... με το .../1991 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορωπίου Γεωργίου Αχείμαστου που μεταγράφηκε νόμιμα, ο δε εξ αυτών Χ3 λόγω αγοράς από την ... με το .../1997 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κορωπίου Φανής Αποστόλου-Καλίρη που μεταγράφηκε νόμιμα, τον Οκτώβριο του 2001 κατά την περίφραξη των ακινήτων τους με συρματόπλεγμα στηριζόμενο σε τσιμεντένια βάση, κατέλαβαν τμήμα από τη νότια και δυτική πλευρά του προαναφερόμενου αγροτεμαχίου του εφεσιβλήτου, επιφανείας 112 τετρ.
μέτρων εντός του οποίου φύτεψαν ελαιόδενδρα, ενώ στο νοτιοανατολικό τμήμα του κατασκεύασαν αποθήκη και ορνιθώνα. Περαιτέρω ενόψει των προαναφερθέντων και αφού όπως προέκυψε οι εκκαλούντες ουδέποτε νεμήθηκαν το επίδικο τμήμα, που δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης των ακινήτων τους αλλά κατέλαβαν αυτό το πρώτον τον Οκτώβριο του 2001, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος ο προβαλλόμενος στα πλαίσια άρνησης της αγωγής του ήδη εφεσιβλήτου ισχυρισμός των εκκαλούντων Χ1 και Χ2 που περιέχεται στον δεύτερο λόγο της έφεσής τους περί ιδίας νομής του επιδίκου.
Ο περιεχόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός ιδίας κυριότητας κτηθείσας παραγώγως άλλως πρωτοτύπως (χρησικτησία) κρίνεται απαράδεκτος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος εν προκειμένω, όπου ερευνητέο είναι το ζήτημα της νομής και ποιος την ασκούσε και όχι το θέμα της κυριότητας. Όμως ο ίδιος ισχυρισμός είναι παραδεκτός ως προς την απορριφθείσα πρωτοδίκως αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή τους, πλην όμως αβάσιμος κατ' ουσίαν κατά τα προλεχθέντα.
Εξάλλου με τον ίδιο λόγο της έφεσής τους οι αυτοί εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι το αγωγικό δικαίωμα του εφεσιβλήτου ασκείται καταχρηστικά διότι δεν υφίσταται. Ο ισχυρισμός αυτός αν και προεχόντως αόριστος είναι σε κάθε περίπτωση μη νόμιμος αφού τα επικαλούμενα περιστατικά αληθή υποτιθέμενα δεν οδηγούν στην κατάχρηση κατ' άρθρο 281 ΑΚ αλλά στη μη αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε τον αναφερόμενο αγρό ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος το έτος 1922 πατέρα του, κατείχε δε αυτόν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη συνεχώς και αδιαταράκτως μέχρι τον Οκτώβριο του 2001 και ότι οι ήδη αναιρεσείοντες ουδέποτε νεμήθηκαν το επίδικο τμήμα εμβαδού 112 τ.μ.
του ανωτέρω αγρού, το οποίο επίδικο τμήμα δεν περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης των ακινήτων τους αλλ' αυτοί χωρίς δικαίωμα το κατέλαβαν κατά τον προαναφερόμενο χρόνο. Κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δέχτηκε την αγωγή του τελευταίου, με την οποία ζητούσε να προστατευθεί το δικαίωμα της νομής του στο επίδικο ακίνητο, λόγω της παράνομης και χωρίς τη θέλησή του αποβολής του από τους ήδη αναιρεσείοντες, και απέρριψε την αναγνωριστική της κυριότητας του επιδίκου αγωγή των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας τις πρωτόδικες αποφάσεις που είχαν κρίνει όμοια.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς και των άρθρων 1033, 1192, 1193, 974, 976, 1041, 1042, 1044, 1045 και 1051 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το σχετικό μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Εξάλλου, κατά την σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, κατά το σχετικό μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο με το να απορρίψει τις εφέσεις τους παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού "ισχυρίστηκαν και απέδειξαν ότι στα ακίνητά τους που αγόρασαν βάσει των εγγράφων που επικαλέστηκαν είχαν τη νομή και κατοχή, διότι ακριβώς δίπλα κατοικούν σε συνέχεια των προαγορασθέντων νοτίως ακινήτων, είχαν περιφράξει και επί της παλαιάς τοποθέτησαν τη νέα περίφραξη από της αγοράς των ακινήτων (1991 και 1997) και όχι όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος και οι μάρτυρές του ότι δήθεν από το 2001 έκαναν περίφραξη σε βάρος του ακινήτου του>".
Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα ανωτέρω, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον προσβάλλει την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.
Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Οι λόγοι αναιρέσεως είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως.
Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ή αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ενόψει τούτων ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, όπως εκτιμάται, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν στο πρωτόδικο δικαστήριο, και ότι διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες πλημμέλειες στηρίζονται στους αριθμούς 11 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2009 αίτηση των: 1) Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 8084/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των 424/2006 και 248/2007 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Κρωπίας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ