Legislator Case Law & Legislation
1183/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding seizure of third party property due to procedural time limits.

Case Number 1183/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision on seizure proceedings. The core issue involved the appellant's failure to raise a specific objection regarding the seizure of a third party's property within the strict statutory deadline. The court ruled that the appeal was inadmissible because the appellant relied on a false premise that the seizure process had already concluded before the deadline expired, rendering the subsequent objection untimely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 934, 938, 983 of the Code of Civil Procedure; The objection to the seizure of a third party's property must be raised within the fifteen-day period following the service of the seizure document to the third party, and failure to do so renders the objection inadmissible.

Keywords

AI generated
seizure of third party property procedural time limits inadmissible appeal service of seizure document Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 934, paragraph 1, of the Code of Civil Procedure
Article 938, paragraph 1, of the Code of Civil Procedure
Article 983, paragraphs 1 and 2, of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559, number 14, of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1183 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1183/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούλη.

Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κριθαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Οκτωβρίου 2002 ανακοπή ως και των από 19 Σεπτεμβρίου 2003 προσθέτων, επί της ανακοπής, λόγων του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3887/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του .

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 9 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 1375/4.12.2007 αιτήσεως για αναίρεση της 3887/15.6.2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1375/4-12-2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3887/15-6-2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της 136516/8082/21-10-2002 ανακοπής και των με ιδιαίτερο, 132197/7915/19-9-2003, δικόγραφο πρόσθετων αυτής λόγων του ήδη αναιρεσίβλητου, εδιώκετο δι' αυτής η ακύρωση των αναγκαστικών κατασχέσεων, τις οποίες επέβαλε ο ήδη αναιρεσείων, εις χείρας των αναφερομένων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, ως τρίτων, με εκτελεστό τίτλο την εκδοθείσα κατά παραδοχή κατ' αυτού απευθυνομένης σχετικής αιτήσεώς της 6011/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 530/2004 απόφαση και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 3670/7-5-2004 εφέσεως του ανακόπτοντος, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και παραδοχή του ερειδομένου στο άρθρο 281 ΑΚ λόγου ανακοπής του κύριου και πρόσθετου δικογράφου, η 3887/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους. "Από την κατάθεση της μάρτυρος του ανακόπτοντος που εξετάσθηκε ένορκα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του, την υπ' αριθμ. 14694/2005 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα που δόθηκε νομότυπα με επιμέλεια του ανακόπτοντος ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Χρυσάνθης Σπυροπούλου και όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 10-10-2002 κοινοποιήθηκε στον ανακόπτοντα η υπ' αριθμ. 6011/2002 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου "Αθηνών με επιταγή προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 18.924,24 ευρώ. Ο τελευταίος άσκησε κατά της Διαταγής Πληρωμής την από 15-10-2002 ανακοπή του (άρθρο 632 § 1 ΚΠολΔ) με την οποία και για τους λόγους που διέλαβε σ' αυτή ζήτησε την ακύρωση της εν λόγω Διαταγής Πληρωμής, την ίδια δε ημέρα (15-10-2002) κατέθεσε αίτηση αναστολής εκτελέσεως (άρθρο 632 παρ.2 ΚΠολΔ) στην οποία διέλαβε και αίτημα χορηγήσεως προσωρινής διαταγής μη εκτελέσεως.

Προσδιορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση του αιτήματος της προσωρινής διαταγής η 16-10-2002 και ταυτοχρόνως ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου χορήγησε το υπ' αριθμ. 471/15-10-2002 σημείωμα μη εκτελέσεως της Διαταγής Πληρωμής μέχρι τη συζήτηση την επόμενη ημέρα (16-10-2002) της αιτήσεως χορηγήσεως προσωρινής διαταγής μη εκτελέσεως.

Αντίγραφο της ανακοπής και της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως με το άνω χορηγηθέν υπ' αριθμ. 471/2002 σημείωμα, επέδωσε ο ανακόπτων στον καθ' ου η ανακοπή στις 15-10-2002 ώρα 3:40 μ.μ. (βλ. σχετ. τις υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ....). Στις 16-10-2002 και ώρα 12.00 μεσημβρινή συζητήθηκε η αίτηση εκδόσεως προσωρινής διαταγής με παρόντες τους πληρεξουσίους δικηγόρους αμφοτέρων των διαδίκων, έγινε δεκτή και χορηγήθηκε το υπ' αριθμ. 474/2002 σημείωμα μη εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής, μέχρι να συζητηθεί η αίτηση αναστολής κατά την προσδιορισθείσα δικάσιμο της 14-11-2002, το σημείωμα δε αυτό την ίδια ημέρα ώρα 17.00 μ.μ.

επιδόθηκε στον καθ' ου η ανακοπή (βλ. σχετ. τη υπ' αριθμ. ...έκθεση επιδόσεως του ίδιου παραπάνω δικαστικού επιμελητή). Ήδη όμως ο καθ' ου με σκοπό την ικανοποίηση της παραπάνω χρηματικής απαιτήσεώς του, και ενώ είχε λάβει γνώση του πρώτου σημειώματος, αλλά και της προσωρινής διαταγής αναστολής της εκτελέσεως κοινοποίησε στις 16-10-2002 μέχρι τις μεσημβρινές ώρες τα από 10-10-2002 κατασχετήρια έγγραφα εις χείρας τρίτου στα ακόλουθα νομικά πρόσωπα κατάσχοντας αναγκαστικά τα τυχόν υπάρχοντα αυτά περιουσιακά στοιχεία του ανακόπτοντος μέχρι του ποσού των 18.924,24 ευρώ, :

α) ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ β) EFG EUROBANG ERGASIAS A.E., γ) ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε. και δ) ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε., και στις 18 και 21-10-2002 κοινοποίησε τα ίδια παραπάνω κατασχετήρια στον ανακόπτοντα. Όλα δε τα ως άνω νομικά πρόσωπα προέβησαν σε θετικές δηλώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 985 § 1 ΚΠολΔ προθεσμία των οκτώ ημερών.

Στην επίδοση των ως άνω κατασχετηρίων εγγράφων στους τρίτους για την εκ της Διαταγής Πληρωμής απαίτησή του προέβη ο καθ' ου η ανακοπή, μολονότι είχε διαταχθεί κατά τα προεκτεθέντα η αναστολή εκτελέσεώς της, γεγονός το οποίο εγνώριζε ο τελευταίος από την κοινοποίηση σ' αυτόν αρχικά του πρώτου σημειώματος και στη συνέχεια του δευτέρου, πλην όμως, καθ' υπέρβαση των ορίων που απαιτούν καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη μεταξύ των εννόμων σχέσεων δανειστή και οφειλέτη για την ικανοποίηση της αξιώσεως του πρώτου έδωσε εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της να επισπεύσει τις πράξεις εκτελέσεως, παρακάμπτοντας την ύπαρξη της δικαστικής εντολής, όπως τούτο καταδεικνύεται από το περιεχόμενο των εκθέσεων επιδόσεως των κατασχετηρίων εγγράφων προς τους τρίτους και τις εν γένει ενέργειες αυτής των οποίων κατασχετηρίων οι επιδόσεις είχαν συντελεσθεί μέχρι τις μεσημβρινές ώρες της 16-10-2002 που συζητήθηκε η αίτηση χορηγήσεως προσωρινής διαταγής (βλ.

προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ..., ..., ... και .... εκθέσεις επιδόσεως). Και ναι μεν ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 939 § 1 ΚΠολΔ ότι η απαγόρευση ενεργείας πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως επέρχεται μετά την εις τα όργανα της εκτελέσεως γνωστοποίηση της περί αναστολής αποφάσεως ή του σημειώματος, πλην όμως, στην προκειμένη περίπτωση ο καθ' ου η ανακοπή, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, είχε λάβει γνώση των σημειωμάτων αναστολής εκτελέσεως, ενήργησε κατά κατάχρηση του δικαιώματός του εκμεταλλευόμενος την τυπική αυτή παράλειψη ήτοι της μη κοινοποιήσεώς τους στον επί της εκτελέσεως δικαστικό επιμελητή, η οποία όμως παράλειψη, σε κάθε περίπτωση δεν αναιρούσε την ύπαρξη και το περιεχόμενο των άνω σημειωμάτων.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το λόγο αυτό της ανακοπής και των προσθέτων λόγων της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και πρέπει κατά τούτο να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του σχετικού λόγου αυτής, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό για την κατ' ουσίαν έρευνά της, να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων της, καθώς και των προσθέτων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι με την υπ' αριθμ. 737/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ακυρώθηκε αμετάκλητα η παραπάνω υπ' αριθμ. 6011/2002 Διαταγή Πληρωμής, γενομένης δεκτής της ασκηθείσας κατ' αυτής ανακοπής (άρθρο 632 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου δεν υφίσταται εκτελεστού τίτλου".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εφεσίβλητος-καθού η ανακοπή και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου, 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αμφότεροι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι αναφέρονται σε παραβιάσεις ουσιαστικού κανόνα δικαίου, σε αντιδιαστολή με τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ο οποίος αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο. Τέλος, ο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ λόγος στοιχειοθετείται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει στο διατακτικό της αντιφατικές διατάξεις, έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 9345 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία εισήχθηκε για πρώτη φορά στο δικονομικό μας δίκαιο το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως, ανακοπή σύμφωνα με το άρθρο 933 είναι παραδεκτή (α) όσον αφορά την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή την προδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως μέσα σε δέκα πέντε ημέρες αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως, (β) αν αφορά την ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως που έγιναν με την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και πέρα ή την απαίτησή της ως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως και (γ) αν αφορά την ακυρότητα της τελευταίας πράξεως και πρόκειται για ικανοποίηση χρηματικής ικανοποιήσεως μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αν πρόκειται για κινητά και ενενήντα ημέρες αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως είναι η σύνταξη εκθέσεως κατασχέσεως και τελευταία η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως (ΚΠολΔ 934 παρ.2). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 933 ΚΠολΔ και 25 του Συντάγματος προκύπτει ότι λόγο ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθεση της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση δε κατά την οποία η αντίθεση αυτή αναφέρεται στη εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου ή συνδέεται με την εκτελεστότητα αυτού, η αναστολή εκτελέσεως του οποίου διατάχθηκε με την προσομοιάζουσα προς τον χαρακτήρα της προσωρινής διαταγής του άρθρου 691 παρ.2 ΚΠολΔ γραπτή προσταγή προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή να μη ενεργήσει πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της κατά το άρθρο 938 παρ.1 ΚΠολΔ αιτήσεως αναστολής, ο σχετικός λόγος ανακοπής πρέπει να προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ.1α ΚΠολΔ.

Επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου, για την έγκυρη ολοκλήρωση της απαιτείται, κατά το άρθρο 983 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στον τρίτο και τον καθού η εκτέλεση, η τελευταία από τις οποίες αποτελεί και την αφετηρία της οριζομένης στο άρθρο 934 παρ. 1α ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Σε συνέπεια με τις νομικές αυτές παραδοχές, ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, την ανακοπή, κατά παραδοχή του ερειδόμενου στο άρθρο 281 ΑΚ λόγου της οποίας, αποδεικνυομένων, κατά τις παραδοχές της, των θεμελιωτικών αυτού πραγματικών περιστατικών, από τα διαλαμβανόμενα στις αιτιολογίες της έγγραφα, ακύρωσε τις προσβαλλόμενες δι' αυτής αναγκαστικές κατασχέσεις, ελέγχεται ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί της αναληθούς από νομικής άποψη προϋποθέσεως ότι η αναγκαστική κατάσχεση ολοκληρώνεται από της προηγούμενης, στον τρίτο επιδόσεως του κατασχετηρίου εγγράφου, με έκτοτε έναρξη της κατά την έννοια του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ δεκαπενθήμερης προθεσμίας.

Η αιτιολογία αυτή, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αποφάσεως, χωρίς να πλήττεται επιτυχώς, καθιστά αλυσιτελή τον αυτό λόγο αναιρέσεως, που αναφέρεται στην αποδοχή του αυτού περιεχομένου λόγου του προσθέτου δικογράφου. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται, ως απαράδεκτες, οι θεμελιούμενες στον αυτό ισχυρισμό αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, που αναφέρονται, όπως αναφέρθηκε, σε παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου, όπως και η διατυπούμενη κατά τρόπο γενικό και αόριστο από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800,00 ευρώ (Κ.Πολ.Δ 183)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 1375/4-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 3887/15-6-2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00)ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ